21 Οκτ 2017

Το σύγγραμμα, οι νόμοι και τα ερωτήματα που επιμένουν να αναζητούν απαντήσεις

Το σύγγραμμα, οι νόμοι και τα ερωτήματα που επιμένουν να αναζητούν απαντήσεις

Τις πρώτες εβδομάδες του φετινού εξαμήνου αναβρασμός απλώθηκε στα αμφιθέατρα μπροστά στο ενδεχόμενο της μη διανομής των συγγραμμάτων. Αναβρασμός που οδήγησε το υπουργείο σε «διευκρινιστικές» δηλώσεις, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να εγγυηθεί στους φοιτητές ότι το ζήτημα «έκλεισε». Αποτελεί θετική παρακαταθήκη ότι το ζήτημα του συγγράμματος δεν πέρασε στα ψιλά, αλλά προκάλεσε συζητήσεις και έφερε στο προσκήνιο την ψήφιση του νόμου Γαβρόγλου. Πέρα όμως από αιχμή πάλης ενάντια στην κυβερνητική πολιτική το ζήτημα του συγγράμματος αποτελεί ευκαιρία να υπενθυμίσουμε κάποιες πάγιες εκτιμήσεις μας που έχουν λάβει καθοριστική σημασία για την τρέχουσα πολιτική περίοδο.



Το σύγγραμμά είναι συστατικό κομμάτι του λαϊκού δικαιώματος στις Σπουδές

Ξεκινώντας, οφείλουμε να τοποθετήσουμε το ζήτημα στην πραγματική του διάσταση. Όπως σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση κάθε δύναμης είναι αντανάκλαση των συνολικών της εκτιμήσεων . Ο φιλοκυβερνητικός τύπος, πχ έκανε λόγο για πολιτική παρέμβαση της ΝΔ μέσω των ερεισμάτων της στους χώρους των εκδοτών. Η ΝΔ και ο αστικός κόσμος μίλησε για την «ανευθυνότητα» της κυβέρνησης απέναντι στον κόσμο «των επιχειρήσεων» κτλ. Οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς μίλησαν πρώτιστα (κάποιες και μοναχά) για το πρόβλημα της υποχρηματοδότησης, την «επιχειρηματικοποίηση» του πανεπιστημίου και την «υποβάθμιση της γνώσης». Οι Αγωνιστικές Κινήσεις πολύ ορθά ανέδειξαν το ζήτημα ως αιχμή εφαρμογής του νόμου Γαβρόγλου και του νόμου πλαίσιο.

Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, έχει αξία να αναρωτηθούμε πέρα από τις όποιες εκτιμήσεις, για ποιον λόγο επικράτησε ο αναβρασμός αυτός στο φοιτητικό σώμα. Αναβρασμός που παρόλο που δεν έλαβε κεντρικά χαρακτηριστικά και εκτονώθηκε λόγω της αποσυγκρότησης που κυριαρχεί στο φοιτητικό κίνημα, αποτέλεσε ένα πολιτικό δεδομένο. Γιατί οι φοιτητές ένιωσαν τώρα την ανάγκη να πλησιάσουν τα όργανα πάλης τους, ύστερα από χρόνια νηνεμίας και αδράνειας; Πιστεύουμε ότι οι φοιτητές (που δήθεν είναι «ενσωματωμένοι, κοιμούνται» κτλ) πολύ καλά αντιλαμβάνονται την ουσία του ζητήματος. Ανήκουν σε μια γενιά που στο σχολείο της έκανε μάθημα με φωτοτυπίες και CD, κλήθηκε να αγοράσει το βιβλίο των Αγγλικών. Ανήκουν, οι περισσότεροι από αυτούς, σε φτωχές λαϊκές οικογένειες, με γονείς συχνά απλήρωτους ή απολυμένους, που τα βγάζουν δύσκολα πέρα. Είδανε, ότι όταν η πόλη μένει χωρίς λεωφορεία (με ευθύνη της κυβέρνησης), πρέπει να πληρώσουν ταξί για να δώσουν το μάθημα τους. Γνωρίζουν ότι με τους σημερινούς ρυθμούς σπουδών χρειάζονται στο σύγγραμμα στην ώρα τους για να ανταποκριθούν στο διάβασμα τους. Δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση και γνωρίζουν ότι η όποια αναταραχή θα βαρύνει τις δικές τους πλάτες. Και πάνω από όλα, ξέρουν καλά ότι αν αναγκαστούν να πληρώσουν τα συγγράμματα τους, πολύ απλά «δεν βγαίνουν». Αυτό το ταξικό ένστικτο τους οδήγησε να πλησιάσουν τα όργανα πάλης. Οι φοιτητές των λαϊκών οικογενειών γνωρίζουν ότι το σύγγραμμα αποτελεί αναφαίρετο συστατικό κομμάτι του δικαιώματος στις Σπουδές.

Το επόμενο ερώτημα που μπορεί να τεθεί είναι αν όντως έχουν υπόσταση τα περί ανευθυνότητας, υποχρηματοδότησης, αν όντως έγινε παρέμβαση από κύκλους της δεξιάς κτλ. Θεωρούμε ότι πράγματι αυτά αποτελούν υπαρκτά ζητήματα, που όμως έχουν δευτερεύουσα φύση σε σχέση με το κυρίαρχο. Αυτό που βίωσαν οι φοιτητές στην αρχή του εξαμήνου τους ήτανε μια ευθεία βολή ενάντια στο δικαίωμα τους να σπουδάζουν. Ανεξάρτητα με το αν η διανομή θα γίνει κανονικά ή όχι, αν η ΝΔ μαζέψει τους εκδότες, αν η κυβέρνηση επιχειρήσει να κλείσει το ζήτημα, ήδη η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό προηγούμενο, ένα πολιτικό δεδομένο, καθώς το φοιτητικό σώμα αναρωτήθηκε στα αλήθεια τι θα κάνει αν δεν του δώσουν τα συγγράμματα. Και αν αρκετοί σκέφτηκαν να κινητοποιηθούν, υπήρξαν και εκείνοι οι φοιτητές που μπήκανε στην διαδικασία να βρουν μια ατομική λύση. Με αυτή την έννοια, το ζήτημα της διανομής αποτελεί ήδη πεδίο εφαρμογής του νόμου Γαβρόγλου και του νόμου-πλαίσιο, και ακόμα και εάν προσωρινά δεν προχωρήσει, μπορεί ανά πάσα στιγμή να επανέλθει με την μια ή την άλλη μορφή (πχ σε μια μεμονωμένη πόλη, με έναν εκδοτικό οίκο κτλ). Γι’ αυτό τον λόγο, οφείλει να αναγνωρίζεται ως τέτοιο, ως τμήμα της επίθεσης που εντείνει τους αρνητικούς συσχετισμούς στο πανεπιστήμιο.

Οποιαδήποτε άλλη ανάγνωση, δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά αποπροσανατολισμό. Αν εστιάσουμε στο ζήτημα των κονδυλίων ή των επιχειρήσεων, δεν εξηγούμε στους φοιτητές τον λόγο, το αίτιο, τον στόχο που προωθεί με μεγάλη επιμέλεια το εκάστοτε υπουργείο και ο καθηγητικός μηχανισμός. Και ο στόχος δεν είναι άλλος παρά να πετάξει μεγάλη μερίδα των φοιτητών των λαϊκών στρωμάτων έξω από το πανεπιστήμιο.

Ακριβώς γι’ αυτό οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς έσπευσαν να κάνουν ακριβώς το ανάποδο: να αποσυνδέσουν το ζήτημα της διανομής του συγγράμματος από το νόμο Γαβρόγλου και το νόμο-πλαίσιο. Μετέτρεψαν έτσι τις δευτερεύουσες πλευρές σε κύριες και αναφέρθηκαν σε αυτές με τρόπο πιο έντονο από ο, τι θα έπρεπε. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι με το άνοιγμα των σχολών, οι περισσότερες δυνάμεις δεν αναφέρονταν καν στο νόμο και την ψήφιση του ή κάποιες το έκαναν με τόσο αναιμικό τρόπο, που ήτανε σα να μην το έκαναν. Απέφυγαν να αναδειχθεί το σύγγραμμα ως πολιορκητικός κριός του κινήματος που θα αποκαλύψει ολόκληρη την εφαρμοζόμενη πολιτική, με σκοπό να ανατρέψει τους νόμους που την προωθούν. Εδώ όμως, είναι απαραίτητη μια «ιστορική αναδρομή».

Και πάλι για το νόμο Γαβρόγλου και το νόμο πλαίσιο


Αν θέλουμε να αντιπαλέψουμε την αποσύνδεση αυτή, οφείλουμε να έχουμε στο μυαλό μας την πορεία του νόμου-πλαίσιο σε όλες του τις μορφές (Γιαννάκου-2007, Διαμαντοπούλου-2010, και νεώτερες μέχρι σήμερα), καθώς αποτελεί ένα ενιαίο σώμα ρυθμίσεων που σε μεγάλο βαθμό έχει μείνει ίδιο παρά τις όποιες αλλαγές (θα εξηγήσουμε τι αλλαγές ήτανε αυτές).

Σκοπός του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος διαχρονικά ήτανε η διάλυση της μαζικής δωρεάν εκπαίδευσης όπως κατοχυρώθηκε και σε όποιο βαθμό. Το γκρέμισμα των ιστορικών κατακτήσεων του φοιτητικού κινήματος. Αυτό τον στόχο είχανε όλοι οι νόμοι που ψηφίστηκαν διαχρονικά: νόμος-πλαίσιο 1978, μέτρα Τρίτση 1987, πολυνομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου 1991, βιβλιοκάρτα-1997, ανωτατοποίηση ΤΕΙ 2001, νόμος-πλαίσιο 2006 και ύστερα. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι χρονιές υπήρξαν ορόσημα για το φοιτητικό κίνημα και συμπύκνωσαν γύρω τους όλες τις μικρές και μεγάλες μάχες του. Για να το πούμε πιο απλά: η πάλη για το δικαίωμα στις Σπουδές ενάντια σε αυτούς τους νόμους, ήτανε η ψυχή του φοιτητικού κινήματος. Χωρίς αυτές τις μάχες δεν θα υπήρχε. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι το κίνημα γνώρισε άνοδο το 2006-7 και μια αναλαμπή το 2010.

Οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς στο πανεπιστήμιο, ήτανε ανέκαθεν ενάντια στην ενότητα του κινήματος υπό τη γραμμή της ανατροπής των νόμων αυτών και της πολιτικής που υπηρετούν. Πρότασσαν μπροστά στο πραγματικό ερώτημα «Αντίσταση ή υποταγή;», το αποπροσανατολιστικό ερώτημα «τι παιδεία θέλουμε;». Πρότασσαν στόχους δήθεν οραματικούς, που όμως καθόλου οραματικοί δεν ήτανε στην πραγματικότητα. Γιατί σε μια σαπισμένη κοινωνία που ο άνθρωπος εκμεταλλεύεται στον άνθρωπο, όπου η ντόπια αστική τάξη και οι ιμπεριαλιστές σέρνουν τους λαούς στο μεσαίωνα, η εκπαίδευση αποτελεί μηχανισμό κοινωνικής κατανομής και αναπαραγωγής της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Πραγματικό όραμα για τους νέους μιας χώρας σαν την δική μας είναι να γίνει ο λαός αφέντης στον τόπο του, είναι μια άλλη εκπαίδευση σε μια άλλη κοινωνία, δομημένη κάτω από την ηγεμονία των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης.

Αν οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς αναγκάστηκαν όλες να υιοθετήσουν το 2006-7 το αίτημα «να μην περάσει ο νόμος-πλαίσιο» ως κεντρική αιχμή δεν ήτανε επειδή το ήθελαν αλλά επειδή αναγκάστηκαν κάτω από την πίεση του κόσμου που μπήκε ορμητικά στον αγώνα και επέβαλλε το αίτημα. Μάλιστα οι ίδιες οι δυνάμεις αυτές, φρόντιζαν να εξηγούν ότι ο «αμυντικός» χαρακτήρας του κινήματος ήτανε προβληματικός, και προσπαθούσαν ανεπιτυχώς να περάσουν το δικό τους ρεφορμιστικό πλαίσιο με τρόπους πλάγιους και αντιδημοκρατικούς.

Απόδειξη αποτελεί ότι την κρίσιμη στιγμή της ψήφισης του νόμου, εγκατέλειψαν τον στόχο της ανατροπής του νόμου, και πέρασαν στο αίτημα της «μη εφαρμογής», του να «μείνει στα χαρτιά». Και αν μερικές δυνάμεις συνέχισαν να κουβαλάνε το αίτημα για ανατροπή του νόμου, το έκαναν παράλληλα με την γραμμή της «μη εφαρμογής», σε βαθμό που η ανατροπή να ξεχαστεί εντελώς. Με τα χρόνια και όσο ο νόμος επιβάλλονταν λίγο-λίγο, οι δυνάμεις αυτές όλο και περισσότερο «ξέχναγαν» να συνδέουν τα όποια φοιτητικά προβλήματα με το νόμο, ακόμα και όταν τα προβλήματα αυτά πήγαζαν από τις διατάξεις του. Όταν εμείς κάποιες φορές τα πρώτα χρόνια χρησιμοποιήσαμε ανά περιπτώσεις το αίτημα «καμία εφαρμογή του νόμου», το κάναμε σε άμεση σύνδεση με την επιδίωξη ανασύνταξης των κινήματος σε κατεύθυνση ανατροπής του, και όχι ξεκομμένα, ώστε να καταλήγει ίδιο με το «μη εφαρμογή του νόμου». Όπως λέγαμε τότε: οποιαδήποτε αναφορά σε όποια συγκεκριμένη εφαρμογή του νόμου αποκομμένη από το αίτημα για ανατροπή του, αποτελεί έμμεση αποδοχή του. Μετά από χρόνια υποχώρησης, πλέον ούτε καν αυτή η "μη εφαρμογή" απέμεινε. Ο νόμος θεωρήθηκε δεδομένος.

Η πολιτική υποχώρηση αυτή, που ερμηνεύεται εύκολα από την απουσία μαζικού κινήματος που θα αναγκάζε σε μετατοπίσεις, κυριάρχησε με αποκορύφωση το 2010 και την ψήφιση του νόμου Διαμαντοπούλου, όπου συγκεκριμένα η ΕΑΑΚ προσήλθε με την εκτίμηση ότι «δεν μπορεί να ανατραπεί ο νόμος αν δεν ανατραπεί πρώτα η κυβέρνηση». Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι τότε πετάχτηκε «λευκή πετσέτα». Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε μπροστά μας. Η «μη εφαρμογή» έγινε τελικά «μια άλλη εφαρμογή του νόμου».

Επιστρέφοντας στο νόμο Γαβρόγλου: δεν μπορούμε να αποκόψουμε το νόμο Γαβρόγλου από το νόμο-πλαίσιο γιατί ο νόμος αυτός έρχεται να ανασυντάξει τις δυνάμεις του συστήματος προκειμένου να ενταθεί και να συνολικοποιηθεί η εφαρμογή του νόμου-πλαίσιο. Οι προηγούμενοι επιμέρους νόμοι άφηναν σχεδόν ανέπαφες τις ρυθμίσεις του νόμου που αφορούσαν την επίθεση και επικεντρώνονταν κυρίως στην αναδιάταξη του καθηγητικού κατεστημένου και το μηχανισμού διοίκησης. Η διεργασία αυτή εξηγεί τις πολλές αλλαγές στα όργανα «συνδιοίκησης», που ανάγονταν από άλλες δυνάμεις ως κύριο ζήτημα.

Αν οι προηγούμενοι νόμοι κινούνταν σε μια πολιτική τμηματικής εφαρμογής, σε έναν «πόλεμο χαμηλής έντασης», ήτανε επειδή το σύστημα φοβότανε να μην ενωθεί το απεργιακό κίνημα ενάντια στα μνημόνια με μαχητικές φοιτητικές καταλήψεις. Τώρα που ο κίνδυνος αυτός έγινε λιγότερο ορατός, το σύστημα εγκαταλείπει την πολιτική της «χαμηλής έντασης». Και ο νόμος Γαβρόγλου τακτοποιεί το πεδίο, προσανατολίζει τις σκόρπιες δυνάμεις του συστήματος και δίνει το σύνθημα της ολομέτωπης επίθεσης. Αν το πρώτο χτύπημα υπήρξε η μη διανομή του συγγράμματος, πρόκειται να ακολουθήσουν και άλλα σκληρότερα. Καμία εξέλιξη δεν μπορεί να αποκοπεί από το νόμο γιατί όλες πηγάζουν από αυτόν. Κανένα αίτημα πάλης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ανατροπή του νόμου γιατί αναγκαστικά καταλήγει εκεί.

Εφαρμογή του νόμου-πλαίσιο: το πολλαπλό σύγγραμμα

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν το πώς φτάσαμε ως εδώ, το πώς εφαρμόστηκε ο νόμος και τι επέφερε αυτό στις συνειδήσεις των φοιτητών, συγκεκριμένα για το σύγγραμμα. Βασική διάταξη του νόμου αποτελεί το «πολλαπλό σύγγραμμα». Ουσιαστικά το πολλαπλό σύγγραμμα αν εφαρμοστεί ολοκληρωτικά σημαίνει κατάργηση του λαϊκού δικαιώματος στο σύγγραμμα. Ρητή υποχρέωση του κράτος είναι η παροχή μόνο ενός συγγράμματος, που δεν καλύπτει όλη την ύλη, ενώ ο καθηγητής μπορεί να χρησιμοποιήσει ως δεδομένα μια σειρά συγγραμμάτων.

Επειδή δεν υπήρχαν αρχικά οι συσχετισμοί για την άμεση κατάργηση του συγγράμματος, το σύστημα προωθεί την πολιτική της σταδιακής απονομιμοποίησης του δικαιώματος στην συνείδηση των φοιτητών. Αυτό δεν είναι μια καινούργια πολιτική: έχει προωθηθεί σε μια σειρά παροχές που ήτανε δωρεάν. Αρχικά, μπαίνει ένα φθηνό, «συμβολικό» αντίτιμο, ώστε οι μάζες να συνηθίσουν να πληρώνουν την παροχή. Και όταν το αντίτιμο κατοχυρωθεί, τότε η τιμή του ανεβαίνει.

Έτσι και στην περίπτωση του πολλαπλού συγγράμματος: αυτό που ενδιέφερε το σύστημα δεν ήτανε άμεσα να στείλει τους φοιτητές στα ταμεία των εκδοτικών –κάτι τέτοιο θα σήμαινε να τους έστελνε μαζικά στους δρόμους των πόλεων να διαδηλώσουν. Αντίθετα, καθησύχαζαν τους φοιτητές ότι τα θέματα θα μπουν από το ένα σύγγραμμα, μάλιστα πρότειναν την επιλογή του. Ύστερα, κάποιοι καθηγητές άρχισαν μεμονωμένα να βάζουν θέματα από δύο συγγράμματα. Έτσι οι φοιτητές γνώριζαν ότι στο συγκεκριμένο μάθημα έπρεπε να πάρουν το βασικό σύγγραμμα και να αγοράσουν ακόμα ένα. Τέλος, εντάθηκε η πολιτική των πληρωμένων σημειώσεων, ή διάφορων γενικών επιστημονικών εγχειριδίων που ο φοιτητής αγόραζε «για να το έχει στην βιβλιοθήκη του». Κύρια πλευρά της επίθεσης δεν είναι η οικονομική. Πράγματι από αυτή την εξέλιξη κάποιοι οίκοι ή μερικές επιχειρήσεις αύξησαν την κερδοφορία τους. Ψιλοπράγματα μπροστά στην κατοχύρωση στην συνείδηση των φοιτητών ότι η ύλη δεν παρέχεται αλλά ένα μέρος της πρέπει να το πληρώσουν. Είναι το πρώτο βήμα για την πληρώσουν όλη. Ακόμα περισσότερο: πρέπει οι φοιτητές να ξεχάσουν σιγά-σιγά ότι κάποτε η ύλη διανέμονταν όλη δωρεάν. Έτσι φτάσαμε τελικά στο ζήτημα της διανομής, όπου τέθηκε στα αλήθεια το ερώτημα αν συνολικά οι φοιτητές θα έχουν σύγγραμμα για να διαβάσουν. Και μόνο η συζήτηση αυτή αποτελεί κλιμάκωση, κεντρικοποίηση της εφαρμογής του «πολλαπλού».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι καθηγητές που χρόνια υλοποιούν την επίθεση, πιάσανε το «παρασύνθημα», και είπανε στους φοιτητές: Μην ανησυχείτε παιδιά για την ύλη, θα σας την δώσουμε με pdf. Θα σας διανείμουμε φωτοτυπίες που δεν θα σας επιβαρύνουν πολύ. Κανένα πρόβλημα δεν θα υπάρξει. Φτάνει να συνηθίσετε να πληρώνετε, έστω και λίγο στην αρχή. Αν όμως οργανωθείτε και βγείτε στο δρόμο να διεκδικήσετε το δίκιο σας, τότε εμείς οι καθηγητές σας ξέρουμε τον ταξικό μας ρόλο. Θα εξεγερθούμε! Για την γνώση και την μόρφωση! Για την εύρυθμη λειτουργία του πανεπιστημίου! Εμείς που σας αρπάζουμε το βιβλίο από το χέρι, θα σας κατηγορήσουμε ότι μείνατε αδιάβαστοι.

Πολλαπλό σύγγραμμα και ρεφορμιστικές θεωρίες διαφυγής

Αν εμείς βλέπουμε το ζήτημα του πολλαπλού ως κινηματική αιχμή απέναντι στην πολιτική του συστήματος, είναι λογικό οι ρεφορμιστικές δυνάμεις να προσπαθούν να «εκλογικέψουν» το πολλαπλό σύγγραμμα. «Μια άλλη εκπαίδευση, ένας άλλος νόμος, ένα άλλο πολλαπλό». Δωρεάν, πολλαπλό, που να συνδέει την θεωρία με την πράξη. Και προπαντός να ενσωματώνει «όλη την γνώση», γιατί πώς θα φτιάξουμε την εκπαίδευση των αναγκών μας αν δεν είμαστε ολοκληρωμένοι επιστήμονες; Επιστρατεύονται έτσι μια σειρά αιτήματα που σκοπό αρχικά έχουν να αποκρύψουν το τι και γιατί εφαρμόζεται. Είναι τελικά όλα αυτά που βιώνουν οι φοιτητές όχι αποτελέσματα της έντασης των ταξικών φραγμών, αλλά ζητήματα υποχρηματοδότησης, επιχειρηματικοποίησης, υποβάθμισης της γνώσης. Ας τα πάρουμε με την σειρά.

Δεν υπάρχει υποχρηματοδότηση στην εκπαίδευση; Είναι αλήθεια ότι οι προϋπολογισμοί του κράτος για την εκπαίδευση έχουν μειωθεί σημαντικά και αυτό αντανακλάται σε μια σειρά ζητημάτων, όπως είναι η υποδομή, η μη πρόσληψη προσωπικού κτλ. Εύλογα όμως μπορούμε να αναρωτηθούμε: αν αυξηθεί η χρηματοδότηση «για την παιδεία», ποιος εγγυάται ότι τα λεφτά αυτά θα γίνουν λέσχες, εστίες, αίθουσες; Ότι θα διανεμηθούν στην μέριμνα και όχι π.χ. στις δυνάμεις καταστολής μέσα στο πανεπιστήμιο ή στους μηχανισμούς αξιολόγησης, όπως ήδη γίνεται; Το φοιτητικό κίνημα! Ο φοιτητικός έλεγχος! Θα απαντήσουν οι συναγωνιστές μας, απαιτώντας μάλιστα να «έχουν λόγο» οι φοιτητές στα όργανα συνδιοίκησης. Και αν λοιπόν το φοιτητικό κίνημα έχει την δυνατότητα να ελέγχει την ροή της διανομής, να διαχειριστεί τα κονδύλια, να συνδιοικήσει το πανεπιστήμιο, γιατί να μην απαιτήσει απ’ ευθείας το χτίσιμο μιας νέας εστίας, την ανέγερση μιας αίθουσας, την δωρεάν μετακίνηση; Φυσικά γιατί τότε θα πάμε από το επίπεδο της προτασεολογίας στο επίπεδο της διεκδίκησης. Και το αίτημα της αύξησης της χρηματοδότησης εφευρέθηκε ακριβώς για να διαφύγουν οι δυνάμεις που το βάζουν από αυτή την υποχρέωση.

Δεν μπαίνουν οι επιχειρήσεις στο πανεπιστήμιο; Οι συναγωνιστές μας με αυτή την ερώτηση απλώς ανακαλύπτουν την Αμερική. Οι «επιχειρήσεις», η αστική τάξη γενικότερα, δεν μπαίνουν απλώς στο πανεπιστήμιο. Τους ανήκει το πανεπιστήμιο. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί έναν μηχανισμό κατανομής του επιστημονικού προσωπικού στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Οι περισσότεροι απόφοιτοι, βγαίνουν σε ένα περιβάλλουν άγριας ταξικής εκμετάλλευσης και εργασιακού μεσαίωνα, για να επανδρώσουν θέσεις εργασίας χωρίς συλλογικά δικαιώματα, χωρίς συλλογική συνείδηση, χωρίς οργάνωση. Πολλοί από αυτούς προορίζονται για την δεξαμενή των ανέργων. Και κάποιοι να γίνουν μέλη τις ελίτ που θα έχει συνείδηση ελίτ και θα διαχωρίζεται από την εργαζόμενη «πλέμπα». Αν στο παρασκήνιο της διαδικασίας αυτής κάποιο εκδοτικοί οίκοι, κάποιοι έμποροι κερδοσκοπήσουν, είναι κι αυτό ένα θέμα που θα του δώσουμε την αξία που του αρμόζει: μικρή και δευτερεύουσα. Με άλλα λόγια: δεν αφορά το φοιτητικό κίνημα ο χαρακτήρας του φορέα της διανομής του συγγράμματος (δημόσιος ή μη), δεν είναι αυτό που κρίνεται. Το αφορά η επανακατοχύρωση του δικαιώματος στην συνείδηση του κόσμου.

Δεν υποβαθμίζεται η γνώση; Δεν πρέπει να παρέχεται ολοκληρωμένα; Πρώτα και κύρια, οφείλουμε να κάνουμε έναν διαχωρισμό. Είναι άλλο το ζήτημα της διεκδίκησης του δικαιώματος στην γνώση, με την εκτίμηση για τον χαρακτήρα της γνώσης. Το εργατικό κίνημα παλεύει για καλύτερο μισθό, όμως και ο νέος μισθός που προκύπτει εμπεριέχει την ταξική εκμετάλλευση και την κλοπή της υπεραξίας –έτσι και με την γνώση. Το ότι παλεύουμε για το δικαίωμα στις σπουδές, δεν αλλάζει το γεγονός ότι η επιστήμη ανήκει στο κεφάλαιο και το υπηρετεί, και μια ματιά στους προϋπολογισμούς για την έρευνα των οπλικών συστημάτων αρκεί για όποιον θέλει να καταλάβει. Το ίδιο και το ίντερνετ, που για κάποιους αποτελεί ένας νέος ναός της γνώσης, «η τυπογραφία του 21ου αιώνα»: γεννήθηκε από ένα στρατιωτικό πρόγραμμα, και πολλές φορές αναβαθμίζει την δυνατότητα του συστήματος για καταστολή, παρακολούθηση, προπαγάνδα. Αν το πολλαπλό σύγγραμμα προωθεί κάτι είναι: η εντατικοποίηση, η απόγνωση, η αύξηση της ύλης, τα εξοντωτικά ωράρια διαβάσματος, οι εξεταστικές σφαγεία και τα μαζικά κοψίματα, η αποβλάκωση, η πειθάρχηση, η καταστολή. Πίσω από την απαίτηση για τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα της γνώσης δεν κρύβεται τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την αυταπάτη ότι η εκπαίδευση στον καπιταλισμό μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία του λαού, να αλλάξει χαρακτήρα.

«Δεν το εννοούμε έτσι», απαντάνε μ’ ένα στόμα-μια φωνή οι συναγωνιστές μας. Μιλάμε για «ένα άλλο πολλαπλό σύγγραμμα», που θα συνδέει την θεωρία με την πράξη, που θα σφαιρικοποιεί την γνώση, και φυσικά θα είναι «δωρεάν και πολλαπλό». Εδώ θα σηκώσουμε το γάντι και θα το πετάξουμε πίσω! Αν θέλουμε να μιλήσουμε επιστημονικά, από την σκοπιά της πολιτικής επιστήμης και του διαλεκτικού υλισμού δεν μπορούμε να αποκόπτουμε την γνώση από το πεδίο το οποίο τίθεται σε εφαρμογή. Αυτό το πεδίο δεν είναι άλλο από την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο. Μια επιστημονική ανακάλυψη στον τομέα της υγείας, δεν έχει «πανανθρώπινο χαρακτήρα». Θα γίνει πράξη μόνο αν το επιτρέπει η κερδοφορία των φαρμακευτικών ή άλλων μονοπωλίων, ή αν το λαϊκό κίνημα παλέψει για δωρεάν περίθαλψη. Δεν υπάρχει κανένα άλλο πεδίο εφαρμογής, εκτός αν φαντασιώνονται οι συναγωνιστές μας κάποιον κοινωνικό έλεγχο (γιατί όχι και κυβερνητικό;) δίπλα στον φοιτητικό έλεγχο –δυστυχώς αυτό ακριβώς φαντασιώνονται.

Όμοια και με το πολλαπλό σύγγραμμα. Το πολλαπλό σύγγραμμα δεν έχει καμία σχέση με την γενική  εξέλιξη της επιστήμης αλλά είναι μια νομοθετική ρύθμιση με συγκεκριμένη στόχευση. Το πολλαπλό σύγγραμμα φτιάχτηκε ακριβώς για να μην είναι δωρεάν και ποτέ δεν θα είναι δωρεάν. Είτε θα ανατραπεί ως ρύθμιση μαζί με την υπόλοιπη πολιτική που υπηρετεί, είτε θα εφαρμοστεί όπως προορίζεται να εφαρμοστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι σε σχολές όπου το πολλαπλό εφαρμόζεται οι φοιτητές άμεσα καταλαβαίνουν ότι τους πλήττει και συχνά δεν το υποστηρίζουν ως ρύθμιση. Όσο για την επιστημονική πληροφορία, την γνώση και την μόρφωση γενικά, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι η πολιτική αυτή είναι που κατέστρεψε το δίκτυο των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να μην έχουν πηγές, να μην έχουν επιστημονικά εγχειρίδια, να μην έχουν που να ανατρέξουν για τις εργασίες τους. Είναι λοιπόν άλλο ζήτημα να μπορούν οι φοιτητές να έχουν πρόσβαση στην μία ή στην άλλη πηγή, σε κάποιο εγχειρίδιο ή δοκίμιο (όπως πάντα συμβαίνει στο πανεπιστήμιο), και άλλο να διασπάται η ύλη σε πολλά επιστημονικά συγγράμματα τα οποία καλύπτουν το ίδιο επιστημονικό πεδίο.

Δεν μένει όμως μόνο εκεί η συζήτηση. Μπροστά στην πολιτική τους παραίτηση, υπάρχουν δυνάμεις που ακριβώς επειδή δεν μπορούν να κρύβονται, επειδή η εφαρμογή του νόμου πιέζει και το δικό τους δυναμικό, καταφεύγουν στην επιχειρηματολογία του αντιπάλου και την υιοθετούν. «Όχι στον αυταρχικό περιορισμό του ενός συγγράμματος», είναι ένα αίτημα που έχει αρχίσει να υιοθετείται από κάποια σχήματα της ΕΑΑΚ. Εδώ θα πούμε τα πράγματα με το όνομα τους: το αίτημα αυτό είναι δεξιό στην φιλοσοφία και κάνει ζημιά στο κίνημα. Πρώτα από όλα γιατί στηρίζει στο ιδεολογικό πεδίο το νόμο-πλαίσιο, καθώς και εκείνος ψηφίστηκε τάχα για να καταργήσει τον «περιορισμό» αυτό. Και επιπρόσθετα, επειδή ένα τμήμα του κινήματος ενσωματώνει στον λόγο του αυτό που ονομάζουν κάποιοι «νεοφιλελευθερισμό»: την υποτιθέμενη ελευθερία της επιλογής, που βλέπουμε πως εφαρμόζεται με την ιδιωτική εκπαίδευση, την ιδιωτική υγεία-ασφάλιση, τις ατομικές συλλογικές συμβάσεις. Με αυτή την επιχειρηματολογία, οι δυνάμεις αυτές οδηγούν το κίνημα σε αφοπλισμό και ενσωμάτωση, το καθιστούν ανίκανο να αντιπαλέψει έναν νόμο, που στο κάτω-κάτω μια διόρθωση χρειάζεται, για να γίνει προοδευτικός, αφού κατήργησε το επάρατο ένα σύγγραμμα. Τότε γιατί παλέψαμε εξ’ αρχής εναντίων του και δεν πήγαμε να τον διορθώσουμε;

Η Διεκδίκηση είναι συμπληρωματική κατεύθυνση της Αντίστασης: το «ΈΝΑ και ΔΩΡΕΑΝ»

Αν έχουμε προσδιορίσει σωστά το πεδίο της αντιπαράθεσης, οφείλουμε να οικοδομήσουμε μια τακτική που θα στέκεται ακριβώς στον αντίποδα αυτών των σχεδιασμών. Πρέπει να παλέψουμε ενάντια στην απονομιμοποίηση του δικαιώματος στο σύγγραμμα, άρα για την από την αρχή οικοδόμηση της συνείδησης του δικαιώματος στο σύγγραμμα. Και «εν αρχή» δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να μιλήσουμε για το δικαίωμα στις Σπουδές, για το δικαίωμα στην Δουλειά. Μόνο σε συνάρτηση με την αίσθηση ενός φοιτητή ότι όλα αυτά που του στερούν είναι αντικείμενο πάλης, μπορεί να ορθωθούν εστίες Αντίστασης και Πάλης.

Αυτό που συναντάει η παρέμβαση μας, πέρα από την αποπροσανατολιστική δράση του ρεφορμισμού, ή μάλλον σε συνδυασμό με αυτή, είναι οι συσχετισμοί που έχουν διαμορφώσει τα χρόνια εφαρμογής του «πολλαπλού» στην συνείδηση του κόσμου. Τα λαϊκά και φοιτητικά δικαιώματα δεν ήτανε κατοχυρωμένα «από πάντα», ούτε ως ιστορική ακολουθία. Ήτανε κατακτήσεις που προέκυψαν με αγώνες και θυσίες, που πολλές φορές δεν είχανε άμεσο αντίκρισμα. Συνδέονται με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και την άνοδο του κομμουνιστικού κινήματος, που ανάγκασε το σύστημα σε υποχώρηση και στην διαμόρφωση του λεγόμενου κοινωνικού κράτους. Τώρα που το σύστημα επιτίθεται ολομέτωπα στους λαούς και στην εργατική τάξη, καμία κατάκτηση δεν είναι «δεδομένη»: το οκτάωρο, η περίθαλψη, η ασφάλιση, το σύγγραμμα. Οι κατακτήσεις θα περιφρουρηθούν μόνο με την εκ νέου πολιτική συγκρότηση των μαζών.

Όταν οι φοιτητές από την πρώτη μέρα εγγραφής συνηθίζουν να λειτουργούν με βάση αυτή το νομοθεσία που συναντούν, δεν μπορούν κάνουν μια αυτόματη σύνδεση του δικαιώματος που είχε ενσωματωθεί στην προηγούμενη νομοθεσία και στο νέο τρόπο διανομής. Μπορούν γρήγορα να καταλάβουν ότι το «πολλαπλό» εκεί όπου εφαρμόζεται τους δημιουργεί πρόβλημα, δεν μπορούν όμως με διηγήσεις και περιγραφές αυτόματα να αντιληφθούν σε τι ακριβώς διέφερε ο «παλιός νόμος». Για να πάμε το ζήτημα μακρύτερα, εμείς δεν υποστηρίζουμε καν τον «παλιό νόμο» - οι Αγωνιστικές Κινήσεις ήτανε το 1982 ίσως η μόνη δύναμη που τον αντιπάλεψε! Υποστηρίζουμε τις κατακτήσεις που το σύστημα αναγκάστηκε να συμπεριλάβει σε αυτόν, κάτω από την πίεση του κινήματος.

Χρειάζεται λοιπόν ένα νέο, ειδικό πεδίο συνδικαλιστικού λόγου, μια συμπλήρωση της πολιτικής γραμμής της Αντίστασης στις τωρινές συνθήκες, χρειάζεται ένα αίτημα Διεκδίκησης, που θα πολιτικοποιεί την ανάγκη των φοιτητών να πάρουν το σύγγραμμα τους, που θα τους συνενώνει ως σώμα Αντίστασης-Διεκδίκησης, απέναντι στο νόμο-πλαίσιο και την ρύθμιση του για το σύγγραμμα. Το αίτημα για «Ένα και Δωρεάν Σύγγραμμα που θα καλύπτει το σύνολο της ύλης σε όλα τα μαθήματα», αναδείχθηκε από τις ημέρες αυτές ως σημαντικό όπλο συνδικαλιστικής αντιπαράθεσης, ενάντια στην προτασεολογία, στην κοστολόγηση των αιτημάτων, στην αφομοίωση.

Για τον χαρακτήρα του αιτήματος μπορούμε ήδη να διαμορφώσουμε συμπεράσματα. Είναι αδύνατον να αποκοπεί η Διεκδίκηση από την Αντίσταση. Είναι αδύνατον οι φοιτητές να οργανωθούν άμεσα για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών τους προκειμένου να συνεχίζουν να σπουδάζουν, και να μην «συναντήσουν» το νόμο-πλαίσιο και τις ρυθμίσεις του. Δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα το υπενθυμίσουμε αν βγουν στο δρόμο. Είναι το ίδιο το σύστημα, που θα κρίνει την διεκδίκηση τους παράνομη, και θα τους εξηγήσει ότι «ο νόμος που ισχύει προβλέπει άλλα». Μάλιστα θα φροντίσει να τους εξηγήσει μαζί με το «πολλαπλό» και τι σημαίνουν οι διατάξεις για το Άσυλο, τα πειθαρχικά και τα χαμένα εξάμηνα.

Επιπρόσθετα: το αίτημα για το «Ένα και Δωρεάν» συνδέεται με την εφαρμογή του νόμου και την ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος σε σώμα πάλης για την ανατροπή του. Όπως π.χ. το σπάσιμο ενός πτυχίου σε δύο κύκλους σε μία σχολή συνδέεται με το ζήτημα του «ενιαίου πτυχίου», έτσι και με το σύγγραμμα. Οποιαδήποτε κινητοποίηση για την ακύρωση των επιπτώσεων του νόμου συγκροτείται, αποτελεί «πρώτη ύλη» για την συνολική του ανατροπή. Γι’ αυτό τον λόγο το «Ένα και Δωρεάν» είναι αίτημα που μπορεί να συσπειρώσει δυνάμεις στην κατεύθυνση της ανατροπής του «πολλαπλού». Ή για να το πούμε πιο άπλα, δεν γίνεται κάποιος να αντιτίθεται στο νόμο και να μην υιοθετεί τον στόχο πάλης για «Ένα και Δωρεάν», χωρίς να στηρίζει άθελα ή έμμεσα το «πολλαπλό». Αυτό όμως είναι θέση προς απόδειξη σε ένα βάθος χρόνου.

Τι σημαίνει αυτό για την συνδικαλιστική μας τακτική; Κάθε κινητοποίηση πρέπει οπωσδήποτε να υιοθετεί το αίτημα μας; Κάθε προσπάθεια κοινής δράσης πρέπει να θεωρεί προαπαιτούμενο το αίτημα αυτό; Σε καμία περίπτωση. Η πάλη των φοιτητών για την γενική δωρεάν διανομή του συγγράμματος είναι σε θετική κατεύθυνση, παρόλο που ακόμα και αν επιτευχθεί ο στόχος αυτός, και πάλι θα υπάρξουν σχολές που θα εφαρμόσουν την διανομή του πολλαπλού. Είναι ζήτημα συνδικαλιστικής αντιπαράθεσης στις σχολές αυτές να συνδεθεί η πάλη για γενική δωρεάν διανομή με τις συγκεκριμένες αιχμές στην σχολή. Η πάλη των φοιτητών σε μια σχολή να μην πληρώσουν ένα συγκεκριμένο βιβλίο είναι σωστή, παρόλο που εάν υιοθετηθεί σε πλαίσια του «δωρεάν πολλαπλού» ο αγώνας τραβιέται πίσω στο επίπεδο της «καλύτερης εφαρμογής του νόμου». Παρόλα αυτά, αυτός ο αγώνας εμπεριέχει το σπέρμα της ανατροπής της ρύθμισης ακόμα και εάν κυριαρχήσουν απόψεις με λαθεμένο προσανατολισμό. Εάν, τέλος, οι φοιτητές μιας σχολής απαιτήσουν είτε επανεξέταση ενός μαθήματος που δόθηκε με θέματα από βιβλίο που πληρώθηκε, ή ακόμα καλύτερα απαιτήσουν την κάλυψη όλης της ύλης δωρεάν από την έδρα, τότε κατευθύνονται ακριβώς ενάντια στην ουσία του «πολλαπλού». Τότε ο αγώνας αυτός μπορεί να ενισχυθεί με το αίτημα για «Ένα και Δωρεάν», ακριβώς γιατί ήτανε το «πολλαπλό» διέσπασε την ύλη.

Για να γενικεύσουμε, δεν πρέπει να βλέπουμε ένα αίτημα ξεκομμένο από το πολιτικό επίπεδο του κινήματος ή ενός συλλόγου. Πρέπει οι μάζες να αντιλαμβάνονται τα αιτήματα στην πορεία του αγώνα και να τα υιοθετούν ή να τα απορρίπτουν σε σχέση με την εξέλιξη του αγώνα. Το επίπεδο κοινής δράσης και αυτοτελούς παρέμβασης μας πρέπει να κρίνεται με βάση την συγκεκριμένη ανάλυση, όπως συμβαίνει με κάθε αίτημα. Όμως σε επίπεδο αυτόνομου πολιτικού λόγου, στην δική τους αυτοτελή τοποθέτηση, είναι απαραίτητο οι Αγωνιστικές Κινήσεις να προωθήσουν το αίτημα τους.

Τέλος, δεν μπορεί να αποκοπεί το αίτημα αυτό από τα υπόλοιπα ανάλογα αιτήματα διεκδίκησης: δημόσια δωρεάν εκπαίδευση για όλο το λαό, δωρεάν σίτιση-στέγαση-μεταφορές, ενιαίο πτυχίο μόνη προϋπόθεση για δουλειά, ελεύθερη δήλωση μαθημάτων χωρίς αλυσίδες-προαπαιτούμενα-διαγραφές, ελεύθερη πολιτική-συνδικαλιστική-πολιτιστική έκφραση στις σχολές, μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους. Τα αιτήματα αυτά στοχεύουν στο να ενισχύσουν πολιτικά τις εστίες Αντίστασης που θα προκύπτουν και να τις οδηγήσουν εκεί που πρέπει, σε ένα κίνημα για την ανατροπή του νόμου και της πολιτικής που υπηρετεί.

Συμπέρασμα: τα ερωτήματα επιμένουν

Τα ερωτήματα παραμένουν τα ίδια όσα χρόνια και αν περάσουν. Είναι το σύγγραμμα ζήτημα διανομής, ζήτημα οικονομικό, είτε επιχειρηματικοποίησης; Ή εντάσσεται σε μια συνολική πολιτική που ονομάζουμε «εκπαίδευση των λίγων και εκλεκτών»; Η μη διανομή του αποτελεί ταξικό φραγμό ή ζήτημα χρηματοδότησης; Το «πολλαπλό» σύγγραμμα είναι μια διάταξη σε θετική κατεύθυνση που πρέπει να διορθωθεί ή κομμάτι ενός αντιλαϊκού νόμου που πρέπει να ανατραπεί στο σύνολο του; Αιτήματα Διεκδίκησης ή αιτήματα διαφυγής; Κίνημα Αντίστασης και Πάλης ή υποταγή. Τα ερωτήματα αυτά θα επανέρχονται ξανά και ξανά για συναπαντηθούν, όπως πάντα συνέβαινε και πάντα θα συμβαίνει. Κανείς δεν μπορεί να το εμποδίσει αυτό, γιατί όσο δυσμενείς και να είναι οι συσχετισμοί, η ταξική πάλη δεν μπορεί καταργηθεί από κανέναν.

ΚΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια: