21 Μαΐ 2017

Νυρεμβέργη, 1945-46, τα όρια του αστικού αντιφασισμού

Ένα ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Μαργαρίτη χρήσιμο για τη κατανόηση όχι μόνο για ιστορικούς λόγους του φασισμού και για το τι εκπροσωπεί αλλά και για τον τρόπο αντιμετώπισής του και σήμερα. Άλλωστε η ιστορία είναι ουσιαστικά χρήσιμη όταν τα συμπεράσματα από αυτή μπορούν να γίνουν πραγματικά εργαλεία της πάλης των λαών, των εργατών και των κομμουνιστών στο παρόντα και μέλλοντα χρόνο.

Μεταφέροντας τα συμπεράσματα για τη δίκη της Νυρεμβέργης στη μικροκλίμακα της δίκης της Χρυσής Αυγής μπορούμε να κατανοήσουμε τους σκοπούς και τα όρια του συστήματος σε σχέση με αυτή αλλά αν θέλετε και την αξία που έχουν τέτοιες δίκες για το εργατικό - λαϊκό κίνημα. Για τα όρια του αντιφασισμού του ελληνικού αστικού συστήματος αλλά και για τα όρια του αντιφασισμού δυνάμεων της αριστεράς που έχουν επενδύσει την εξάλειψη του φασισμού σε αυτές τις δίκες και σε ένα άλλο ρόλο του αστικού κράτους δημιουργώντας τελικά όχι μόνο αυταπάτες αλλά εμποδίζοντας με τον τρόπο τους τη πραγματική πάλη κατά του φασισμού, της πραγματικής ρίζας που τον γέννησε και τον γεννά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη στη Κατιούσα (α & β):

Α' μέρος:


Στις 9 Μαΐου του 1945 τελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος στην Ευρώπη και μαζί του εάν θέλετε η τριακονταετής διαμάχη μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τη διανομή μιας οικουμένης στο σύνολο της οποίας πλέον είχε επιβληθεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής.

Πρωταγωνιστές σε αυτή τη νίκη ήταν και πάλι οι Λαοί της Ευρώπης και, στην πρώτη γραμμή του αγώνα η πατρίδα των εργατών, η Σοβιετική Ένωση. Ο Κόκκινος Στρατός και στο πλάι του το μαζικό κίνημα Αντίστασης που ξεπήδησε από τους εργαζόμενους σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, αναμετρήθηκαν με το Τρίτο Ράιχ αλλά και και τη ναζιστική Νέα Ευρώπη. Αυτές οι λαϊκές δυνάμεις έδωσαν τη δύναμη, τον ενθουσιασμό, τη θέληση, το πείσμα για να συντριβεί ο ναζισμός.

Οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια: Περισσότερα από είκοσι εκατομμύρια θύματα έδωσε η Σοβιετική Ένωση σε αυτόν τον τιτάνιο αγώνα. Περισσότερα από έντεκα εκατομμύρια πολίτες της ηπείρου θανατώθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας και θανάτου, ως Εβραίοι (μολυσμένοι πίστευαν οι Ναζί με την ασθένεια του μπολσεβικισμού), ως Ρομά, ως αντάρτες, ως αντιστασιακοί, ως σοβιετικοί αιχμάλωτοι, ως ανίκανοι για εργασία ή απλά ως «φυλετικά κατώτεροι». Τα «αντίποινα» των κατακτητών, οι αναρίθμητες εκτελέσεις «για παραδειγματισμό», οι πυρπολήσεις χωριών μαζί με τους κατοίκους τους, τα «πογκρόμ» των ομάδων εκκαθάρισης (Einzatzgruppen) πρόσθεσαν ακόμα τρία ως πέντε εκατομμύρια στον λογαριασμό. Εκατόν πενήντα χιλιάδες εκτελέστηκαν στην τρομερή χαράδρα του Μπάμπι Γυάρ στο Κίεβο της Ουκρανίας, εξήντα χιλιάδες εκτελέστηκαν στην Οδησσό – αυτή τη φορά από Ρουμάνους φασίστες.

Και μαζί με αυτά, κοντά σε αυτά, τα δικά μας Καλάβρυτα, το Δίστομο, ο Χορτιάτης, η Βιάννος, το Κοντομαρί, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, μια λιτανεία τόπων μαρτυρίου και θυσίας, τόπων αγώνα. Οι Ιταλοί, οι Βούλγαροι οι Γερμανοί φασίστες και ναζί μάτωσαν κάθε γωνιά της πατρίδας μας σε συνεργασία πάντοτε, μην το ξεχνάμε αυτό, με το κατοχικό κράτος και τον ελληνικό φασισμό, τα Τάγματα Ασφαλείας, τη Χωροφυλακή, την Ειδική Ασφάλεια, τους δωσίλογους που τόσο θαυμάζει οι σημερινή δεξιά και αναβαθμίζουν σε κάθε ευκαιρία οι αναθεωρητές της ιστορίας.

Ας έρθουμε όμως στους πρώτους μετά το τέλος του πολέμου μήνες. Τότε που οι τρεις δυνάμεις(1) που συγκροτούσαν το συμμαχικό αντι-φασιστικό στρατόπεδο κλήθηκαν να δώσουν απάντηση στο ζήτημα της εξάλειψης του ναζισμού και κολασμού των ηγετών του. Η απάντηση ήταν οι Δίκες της Νυρεμβέργης. Οι δίκες διεξήχθησαν στο πλαίσιο του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου από τις 20 Νοεμβρίου 1945 ως την 1η Οκτωβρίου 1946 στην βαυαρική πόλη της Νυρεμβέργης εκεί όπου λίγα χρόνια νωρίτερα το ναζιστικό κόμμα οργάνωνε τα συνέδρια του και τις συνακόλουθες μυστικιστικές τελετουργίες, όπου έκαιγε βιβλία και όπου διαμόρφωνε τους φυλετικούς του νόμους.

Οι δίκες καταδίκασαν τον επιθετικό πόλεμο, την συνωμοσία κατά της ειρήνης, και τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου. Ταυτόχρονα όμως κατέδειξαν ότι δεν ήταν κοινή η πρόθεση για εκμηδένιση του ναζισμού και τελικό ξερίζωμά του από την ιστορία της ανθρωπότητας.

-.-.-

Στην πραγματικότητα οι γνώσεις μας για την Δίκη της Νυρεμβέργης έχουν έντονα επηρεαστεί από το κυρίαρχο Αμερικανο-βρετανικό αφήγημα γι’ αυτήν(2). Σύμφωνα με αυτό επρόκειτο για τον θρίαμβο της ελευθερίας και του δικαίου πάνω στην εγκληματική φύση των ναζί και ολοκλήρωσε με τον καλύτερο τρόπο τον πόλεμο ενάντια στη ναζιστική Γερμανία: ήταν ο τελικός διακανονισμός των λογαριασμών που είχε ανοίξει η φιλελεύθερη ανθρωπότητα με τον χιτλερισμό. Κάτω από αυτή τη σκοπιά η δίκη αποτελούσε συνάμα και μάθημα ή και προειδοποίηση σε όλους όσους επιβουλεύονταν τις ανθρώπινες ελευθερίες, τους κανόνες του διεθνούς δικαίου και τις φιλελεύθερες αξίες. Με βάση την αφήγηση αυτή, η δίκη προδίκαζε την τύχη όλων εκείνων που ο «ελεύθερος κόσμος» θα χαρακτήριζε ως εχθρούς των αξιών του.

Το απτό παράδειγμα του τι σήμαινε αυτό το είδαμε στο ειδικό δικαστήριο για τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία όπου πολλές φορές, εντός ή εκτός του δικαστηρίου, έγινε υπόμνηση της Δίκης της Νυρεμβέργης. Οι δίκες κατά των εγκληματιών πολέμου της Γιουγκοσλαβίας –συνήθως μέλη της ηγεσίας της Σερβίας και αξιωματούχοι των σερβικών θυλάκων- θεωρήθηκαν από πολλούς συνέχεια των νομικών αξιών που κατοχυρώθηκαν στην Νυρεμβέργη.

Αργότερα καθώς μεσολάβησαν οι «Δίδυμοι Πύργοι», οι συνακόλουθες επιθέσεις-εισβολές σε Αφγανιστάν, Ιράκ, η «αραβική άνοιξη» και η γενίκευση του πολέμου στην Μέση Ανατολή, τα ζητήματα απλοποιήθηκαν. Οι δυτικές δυνάμεις έκριναν ότι η όποια δίκη θα ήταν περιττή πολυτέλεια για τις προαποφασισμένες φρικιαστικές εκτελέσεις του Σαντάμ Χουσείν, του Ανουάρ Καντάφι, του Μπιν Λάντεν ή άλλων ανάλογων «εχθρών της ελευθερίας» – της δυτικής καπιταλιστικής εκδοχής της εξυπακούεται. Η επιλεκτική δολοφονία –έξω από κάθε δικαστική διαδικασία- ηγετικών στελεχών των «τρομοκρατικών» οργανώσεων –όπως η τρομοκρατία ορίζεται στις ΗΠΑ- είναι πλέον καθεστώς καθώς μάλιστα τη «διευκολύνουν» τα νέα τεχνικά μέσα.

Στο δυτικό λοιπόν περί Νυρεμβέργης αφήγημα η παρουσία της Σοβιετικής Ένωσης στη δίκη σχεδόν αποσιωπάται ή στην περίπτωση που αναφέρεται θεωρείται «αναγκαίο κακό» που όμως δεν εμπόδισε σε τίποτε τον προαναφερόμενο θρίαμβο της φιλελεύθερης αντίληψης3. Ο Αμερικανός Γενικός Εισαγγελέας στη δίκη, ο Robert Jackson ηρωοποιήθηκε εξαιτίας και της επιτευχθείσης από αυτόν «απομόνωσης» της σοβιετικής αντιπροσωπείας σε όλα τα σημαντικά σημεία της δίκης. Το αφήγημα αυτό είναι δημιούργημα των μετά τη δίκη καιρών, εμπλουτισμένο με πλήθος νέα «στοιχεία» στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η σχέση του με την ιστορική αλήθεια είναι κυριολεκτικά σχετική.

Στην πραγματικότητα οι βασικοί παρονομαστές των όσων έγιναν στη Νυρεμβέργη απουσιάζουν από το παραπάνω αφήγημα. Το πρώτο ζήτημα είναι εκείνο της ενιαίας στάσης των συμμάχων απέναντι στην μορφή, τη διαδικασία, τους στόχους της δίκης. Η απόσταση που χώριζε τη Σοβιετική Ένωση από τις τρεις καπιταλιστικές δυνάμεις αποδείχθηκε τεράστια τόσο στην προπαρασκευή, όσο και στη διάρκεια της δίκης. Το «επίσημο αφήγημα» ψεύδεται τόσο ως προς την ενότητα αυτή (η οποία παρουσιάζεται ως υποταγή της Σοβιετικής Ένωσης σε μια διαδικασία που «αριστοτεχνικά» -επιμένει όλη τη δυτική βιβλιογραφία σε αυτό- διεύθυνε ο Αμερικανός Γενικός Εισαγγελέας της δίκης Robert Jackson), ως και προς τη θέση και το ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτήν.

Στην πραγματικότητα η Σοβιετική Ένωση πρωταγωνίστησε στην ιδέα της δικαστικής δίωξης των ηγετών του ναζιστικού κινήματος και του ναζιστικού γερμανικού κράτους μεταπολεμικά, μη εξαιρώντας ούτε τα στηρίγματά τους στον οικονομικό ή στον ιδεολογικό τομέα. Η θέση της Σοβιετικής Ένωσης αποτυπώθηκε στο βιβλίο του σοβιετικού νομικού Τραϊνίν που κυκλοφόρησε στη Μόσχα το 1944 με τίτλο «Η εγκληματική ευθύνη των χιτλερικών». Το βιβλίο θεμελίωνε τη δικαστική δίωξη της ηγεσίας του ναζισμού τόσο για τα πολύμορφα εγκλήματα που διέπραξε στην διάρκεια του πολέμου, όσο και για τον σχεδιασμό και την εξαπόλυση του τελευταίου.

Η σοβιετική θέση ερχόταν σε αντίθεση και σε σύγκρουση με όσα συζητούσαν στην δυτική πλευρά της συμμαχίας εκείνο τον καιρό. Να αναφερθούμε για παράδειγμα στο περίφημο σχέδιο Μοργκεντάου –υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ στην διάρκεια του πολέμου- που επεξεργάστηκε και δημοσιοποίησε το υπουργείο οικονομικών σε συνεργασία με το Σταίητ Ντηπάρτμεντ και τις διπλωματικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτό θα γίνονταν συνοπτικές και έξω από δίκη εκτελέσεις των κεφαλών του ναζιστικού κόμματος και κράτους σε μια χώρα που θα τοποθετούνταν για το σκοπό αυτό «εκτός νόμου» -τη Γερμανία. Η τελευταία δε θα μετατρεπόταν σε αγροτική κοινωνία μετά τη μεθοδική καταστροφή ή κατάσχεση όλων των πολεμικών βιομηχανικών της υποδομών και συγκροτημάτων αλλά και όσων αντίστοιχων θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν στην ανοικοδόμηση και επαναλειτουργία των πρώτων(4).

Το σχέδιο αυτό απέβλεπε δευτερευόντως στην μόνιμη εξάλειψη ενός ανταγωνιστικού προς την αμερικανική βιομηχανία και τον αμερικανικό καπιταλισμό κράτους(5) αλλά κυρίως απέβλεπε στην αποτροπή δημιουργίας κανόνων διεθνούς δικαίου οι οποίοι θα περιόριζαν τη δράση των δυνάμεων που εξήλθαν ισχυρές από τον πόλεμο, των ΗΠΑ δηλαδή.

Σε αντίθετη κατεύθυνση το σοβιετικό σχέδιο απέβλεπε ακριβώς στην πρόληψη ενός άναρχου μεταπολεμικού κόσμου όπου θα βασίλευε το δίκιο του πλέον ισχυρού. Η δημιουργία ενός πλέγματος διεθνούς δικαίου όπου θα καταδικαζόταν κατηγορηματικά ο επιθετικός, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και τα εγκλήματα που εκπορεύονταν από αυτόν, θα ήταν μια εγγύηση (όση αξία θα μπορούσαν να έχουν οι εγγυήσεις σε ένα καπιταλιστικό κόσμο που ορίζεται από τους ξέφρενους ανταγωνισμούς) για την εξαντλημένη από τον πόλεμο Σοβιετική Ένωση.

Η σοβιετική πρόταση ήταν πολύ συγκεκριμένη και ουσιαστική σε τρόπο ώστε πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να την απορρίψουν οι δυτικοί σύμμαχοι. Το σχέδιο Μόργκεντάου πέρασε λοιπόν στην ιστορία και αποφασίστηκε η παραπομπή σε δίκη των πρωταίτιων του ναζισμού, του πολέμου και των εγκλημάτων. Σε καμία περίπτωση αυτό δεν σήμαινε ότι οι δυτικές δυνάμεις υιοθέτησαν τις σοβιετικές θέσεις και προσδοκίες.

-.-.-

Η σοβιετική πρόταση, η ιδέα για την σύγκληση διεθνούς δικαστηρίου επικράτησε –με τον τρόπο που είδαμε νωρίτερα. Δεν επικράτησε απλά και μόνο επειδή κρίθηκε λογική πρόταση. Πολιτικές ανάγκες επέβαλαν την υιοθέτησή της. Καθώς ο ναζισμός ως πολιτικό σχέδιο και πρακτική είχε γοητεύσει πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου σημαντικό μέρος των αστικών ελίτ -οικονομικών, πνευματικών, πολιτικών- της Ευρώπης κρίθηκε ότι χρειαζόταν ένα είδος αυστηρής νομολογίας που θα λειτουργούσε ως νομικό και θεσμικό φράγμα ενάντια στα τυχόν κληροδοτήματα αυτής της εποχής. Η διαπίστωση αυτή συνηγορούσε στην σοβιετική πρόταση για ειδικό δικαστήριο.

Η ανάγκη για ανασυγκρότηση των αστικών πολιτικών δυνάμεων που είχαν ανεπανόρθωτα εκτεθεί με τη στάση τους στην διάρκεια του πολέμου και στο πλαίσιο της Νέας Ευρώπης ήταν ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί. Η ανάδειξη αξιόπιστων αστικών πολιτικών σχημάτων ήταν ουσιαστική προϋπόθεση στην κατεύθυνση της ανάσχεσης του κομμουνισμού.

Η δίκη εκτός από νομολογία θα χρησίμευε και ως τομή με το κακό παρελθόν της Γερμανίας αλλά και της ναζιστικής Νέας Ευρώπης. Θα αποτελούσε το πρόπλασμα για τις «εθνικές» διαδικασίες αποναζιστικοποίησης – κάθαρσης δηλαδή του αστικού κόσμου από το άγος της συμπόρευσης ή της παράδοσης στους ναζί.

Δύο ζητήματα έπρεπε να επιλυθούν πριν συγκληθεί το διεθνές δικαστήριο. Το πρώτο αφορούσε τη διπλωματική –ας την πούμε έτσι- παράδοση που δημιουργήθηκε την επαύριο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Στη συγκυρία του 1919 είχε κριθεί νόμιμη και επιβεβλημένη η δικαστική δίωξη ενάντια στην πολιτική ηγεσία του κράτους που εξαπέλυσε τον πόλεμο. Η κίνηση δεν είχε σχέση με τυχόν φιλειρηνικές αρχές και αξίες αλλά εξυπηρετούσε μια συγκεκριμένη ανάγκη. Το υπέρμετρο κόστος του πολέμου – για νικητές και ηττημένους- επέβαλε την μετακύλισή του στους ηττημένους. Η έννοια των νόμιμων πολεμικών επανορθώσεων ή αποζημιώσεων εκτοξεύθηκε με τον τρόπο αυτό μέχρι του σημείου να επιτρέπει την μεταπολεμική λεηλασία του ηττημένου κράτους.

Το πρόβλημα γινόταν πιο έντονο από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των πολεμικών δαπανών της Βρετανίας και της Γαλλίας είχε εξυπηρετηθεί από εξωτερικό δανεισμό, αμερικανικό για την ακρίβεια. Η πίεση για την εξόφληση των δανείων της πολεμικής περιόδου παρουσιάστηκε πιεστική στο τέλος του πολέμου. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες των νικητών πολλαπλασιάζονταν από την ανάγκη αποκατάστασης βιώσιμων σχέσεων με αποικίες ή κτήσεις που είχαν υποβληθεί σε θυσίες υπέρ της μητρόπολης στη διάρκεια του πολέμου, την αναδιοργάνωση της οικονομίας και την εξασφάλιση κάποιων παροχών για τους στρατεύσιμους που επέστρεφαν στην δύσκολη ειρηνική ζωή. Η επανάσταση ήταν εκείνο τον καιρό χειροπιαστή εκδοχή των επερχόμενων και ουδείς επιθυμούσε να διακινδυνεύσει σχετικές εξελίξεις.

Για να στηριχθεί μια τόσο απόλυτη απαίτηση χρειάστηκε η ηθική-νομική προεργασία. Η έννοια της ενοχής ως προς την πρόκληση του πολέμου έγινε βασικό στοιχείο της διπλωματίας και η Γερμανία καταδικάστηκε ως πρώτος υπαίτιος γι αυτόν. Εξυπακούεται ότι στη διπλωματία δεν χωρούσαν λεπτομερείς αναλύσεις περί ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και καπιταλιστικών συμφερόντων και έτσι, τα πραγματικά αίτια του πολέμου κρύβονταν κάτω από το χαλί της «γενικής ενοχής» μιας ολόκληρης χώρας.

Στα 1945, οι οικονομικές υποχρεώσεις που είχαν επιβληθεί στην Γερμανία στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο –σημαντικά μειωμένες μέσα από μια σειρά επιπρόσθετων συμφωνιών- ήταν ακόμη ενεργές και απαιτητές, ο κόσμος όμως δεν ήταν πλέον ίδιος με εκείνον του 1919. Η ουσιαστική αλλαγή οφειλόταν στην παρουσία της Σοβιετικής Ένωσης. Η τελευταία είχε επωμιστεί το κύριο βάρος του αγώνα ενάντια στη ναζιστική Γερμανία και είχε πληρώσει σε αυτόν το αγώνα βαρύτατο τίμημα τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε υλικά αγαθά και υποδομές.

Για τις καπιταλιστικές δυνάμεις του συμμαχικού στρατοπέδου ήταν αδιανόητη η επανάληψη του σκηνικού του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου στον Δεύτερο. Σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να επωφεληθεί η Σοβιετική Ένωση από την ήττα της Γερμανίας και να πάρει τα όσα δίκαια απαιτούσε: όχι «τιμωρητικές» οικονομικές επιβαρύνσεις αλλά κλασσικές επανορθώσεις για τα όσα ο εισβολέας προκάλεσε στην χώρα.

Η φαινομενικά ριζοσπαστική αντι-μιλιταριστική και αντι-ναζιστική πρόταση του υπουργού οικονομικών των ΗΠΑ Χένρυ Μόργκεντάου, για πλήρη αποβιομηχάνιση της Γερμανίας και μετατροπή της σε ένα ουδέτερο αγροτικό χώρο, στόχευε στην πρόληψη της επικίνδυνης για τον καπιταλιστικό κόσμο εξέλιξης: της οφειλόμενης δηλαδή πληρωμής γερμανικών επανορθώσεων στην ΕΣΣΔ η οποία και θα περιλάμβανε και μεταφορά τεχνογνωσίας και μονάδων παραγωγής σε αυτήν6.

Το ζήτημα της ενοχής της ναζιστικής γερμανικής κυβέρνησης της Γερμανίας συνδεόταν διαμέσου αυτών των διπλωματικών, οικονομικών και πολιτικών υπολογισμών με προσεκτικούς σχεδιασμούς των καπιταλιστικών και αποικιοκρατικών δυνάμεων για τον τρόπο με τον οποίο θα μηδενιζόταν η ενίσχυση της Σοβιετικής Ένωσης μέσα από την ήττα της Γερμανίας. Η επανάληψη του σκηνικού των «πολεμικών επανορθώσεων» σε όφελος των κομμουνιστών ήταν κάτι το αδιανόητο για τους δυτικούς. Φυσικά «για να μην πάρουν οι κομμουνιστές», δεν πήρε ούτε η Ελλάδα, αυτό όμως είναι ένα άλλο ζήτημα….

B' μέρος


Υπήρχε όμως ένα δεύτερο επίπεδο που ξέφευγε από το διπλωματικό πεδίο. Το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας που για σύντομο έστω χρονικό διάστημα κυριάρχησε στην Ευρώπη, εφάρμοσε πρακτικές οργανωμένου και συνειδητού εγκλήματος σε κλίμακα που ποτέ πριν δεν είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα. Τα εγκλήματα εκπορεύονταν από ανάλογους σχεδιασμούς που προέκυψαν μέσα από μια απόλυτα ρασιοναλιστική πολιτική αντίληψη.

Στα 1945 δεν ήταν ακόμα γνωστό το μέγεθος των ναζιστικών εγκλημάτων, όχι γιατί έλειπαν οι αποδείξεις γι αυτά, αλλά γιατί, πολύ απλά, δεν είχε γίνει ξεκάθαρο στο Λονδίνο και προπαντός στην Ουάσιγκτων το τι επρόκειτο να γίνει με τη Γερμανία, πάντοτε σε συνδυασμό με την ενοχλητική και απειλητική για το καπιταλιστικό σύστημα παρουσία της θριαμβεύουσας Σοβιετικής Ένωσης.

Από τα εγκλήματα, τι ήταν γνωστό;

Η εφαρμογή από τους ιθύνοντες του ναζισμού της «δημογραφικής μηχανικής». Μπορεί ακόμα να μην είχαν αποκαλυφθεί, ταξινομηθεί και αξιοποιηθεί τα σχετικά αρχεία –στο βαθμό που τα γνωρίζουμε σήμερα- αλλά οι πράξεις των ναζί πρόσφεραν πλήθος σχετικών στοιχείων.

(α) Η προγραμματισμένη εξόντωση των πολωνικών ελίτ από τους ναζί κατακτητές (πνευματικών, οικονομικών, πολιτικών) με στόχο τον αποκεφαλισμό και τελικά την εξαφάνιση του πολωνικού κράτους ήταν κάτι εξαιρετικά γνωστό και χειροπιαστό. Το ίδιο γνωστή ήταν και η μαζική εξόντωση 5 ως 6.000.000 Πολωνών όχι μόνο Εβραίων(1) στο γενικό πλαίσιο της ίδιας πολιτικής.

Στο πολωνικό ζήτημα η διεκδίκηση από την πλευρά των δυτικών της επιστροφής της πολιτικής εξουσίας στους εκπροσώπους της αστικής τάξης και της αντίδρασης –όπως εκφραζόταν από την πολωνική κυβέρνηση που είχε συγκροτηθεί στο Λονδίνο- άμβλυνε την οξύτητα του αιτήματος για τιμωρία των ενόχων. Το εφεύρημα του δάσους του Κατύν «μοίρασε» αν μπορούμε να το πούμε έτσι το βάρος των διαπραχθέντων κατά του λαού της Πολωνίας εγκλημάτων. Οι εκπρόσωποι της πολωνικής άρχουσας τάξης και οι δυτικοί σύμμαχοι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την απόδειξη της εγκληματικής συνευθύνης της Σοβιετικής Ένωσης παρά για την τιμωρία των ναζί δημίων του πολωνικού λαού.

(β) Η βάση του σχεδίου εισβολής στη Σοβιετική Ένωση –παράρτημα του σχεδίου Μπαρμπαρόσα- προγραμματισμένη εξόντωση 30.000.000 τουλάχιστον κατοίκων της Σοβιετικής Ένωσης –της Ουκρανίας και Λευκορωσίας κυρίων- με στόχο, όπως αναγραφόταν στα ναζιστικά σχέδια «αποκατάσταση των επισιτιστικών ισορροπιών «της Ευρώπης», δεν αποτέλεσε επίσης ειδικό θέμα παρά το γεγονός ότι τα διαθέσιμα στοιχεία για την μεθόδευση και εφαρμογή του σχεδίου περίσσευαν (Κίεβο, Μπάμπι-Γιάρ, Οδησσός και αμέτρητες άλλες σφαγές)(2). Η τυχόν ειδική αναφορά στα εγκλήματα των ναζί που διαπράχτηκαν στην Σοβιετική Ένωση ενίσχυε τα περί επανορθώσεων αιτήματα της τελευταίας. Αυτό δεν ευχαριστούσε ιδιαίτερα τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς.

(γ) Το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα και οι εικόνες από τα ναζιστικά στρατόπεδα του θανάτου έτυχαν καλύτερης τύχης. Από ετούτο το ναζιστικό έγκλημα δεν προέκυπταν συνέπειες ευνοϊκές για τη Σοβιετική Ένωση. Για το λόγο αυτό αποτέλεσε το κύριο κορμό της δίκης. Οι οργανωμένες βιομηχανίες θανάτωσης ανθρώπων εξάλλου ήταν ένα ακραίο, υπεράνω όποιας κανονικότητας έγκλημα το μέγεθος του οποίου θα μπορούσε να καλύψει άλλες πιο επίμαχες στο περιεχόμενό τους εγκληματικές πρακτικές – στο περιθώριο του πολέμου. Θα εξηγήσουμε αργότερα τι εννοούμε εδώ.

-.-.-

Για τις καπιταλιστικές δυνάμεις της αντιφασιστικής συμμαχίας η δίκη της Νυρεμβέργης όφειλε να καταδικάσει χωρίς να θίξει. Να καταδικάσει δηλαδή πρόσωπα –στη βάση μιας ατομικής, προσωπικής ευθύνης- και όχι συστήματα, θεωρίες, θεσμούς, ιδεολογίες, πολιτικές. Με κάθε τρόπο έπρεπε να προστατευθεί ο καπιταλισμός και οι αξίες του.

Για το λόγο αυτό η δίκη –και εννοούμε την πιο σημαντική από όσες ακολούθησαν, αυτή των 24 ηγετικών στελεχών του ναζισμού- δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις βαθύτερες αιτίες των εγκλημάτων. Για να μείνουμε στο εβραϊκό Ολοκαύτωμα, δεν εξηγήθηκε η θέση του στην πολιτική οικονομία –ας το ορίσουμε έτσι- του καπιταλισμού. Οι προπολεμικές διώξεις των εβραίων στην Γερμανία, λόγου χάρη, δεν συσχετίστηκαν με την ανάγκη για καταστροφή επιχειρήσεων, μεσοστρωμάτων και μικροαστικών θυλάκων σε τρόπο ώστε να υποβοηθηθεί η συγκέντρωση κεφαλαίου και να δημιουργηθεί η «επιχειρηματική βάση» του ίδιου του ναζιστικού κόμματος. Για παράδειγμα η καταστροφή του σε εβραϊκά χέρια λιανεμπορίου συνεισέφερε τα μέγιστα στην ίδρυση των πρώτων αλυσίδων πολυκαταστημάτων μονοπωλιακού χαρακτήρα στην Γερμανία (τα πιο γνωστά είναι τα Κάρλσταντ που ακόμα και σήμερα δεσπόζουν στο χώρο των πολυκαταστημάτων της Γερμανίας)(3).

Η φυλετική ιεράρχηση και ταξινόμηση των ανθρώπων, -με πρώτο θύμα επίσης τους εβραϊκούς πληθυσμούς με τους Νόμους της Νυρεμβέργης του 1935, πρόπλασμα για την υποβάθμιση σε επίπεδο υπανθρώπων των Πολωνών ή αργότερα των λαών της Σοβιετικής Ένωσης- θίχθηκε στις δίκες, χωρίς καμία σύνδεση με το επίπεδο της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας. Καταδικάστηκε, δηλαδή, ο διαμορφωτής της ιδεολογίας και της αντίληψης, ο Ρόζεμπεργκ, ως ο ρατσισμός να επρόκειτο για προσωπικό του έργο, ξεκομμένο από την ιστορική συγκυρία και τα συμφέροντα που η θεωρία εξυπηρετούσε. Η σύνδεση όμως της ανάγκης για ρασιοναλιστική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και των ρατσιστικών θεωριών ήταν κοινό μυστικό από τον καιρό ακόμα του ύστερου ευρωπαϊκού αποικισμού.

Η άρνηση του ρωμαϊκού δικαίου από το ναζισμό –από τις πρώτες του διακηρύξεις το 1919 ήδη- δεν θεωρήθηκε στη δικαστική διαδικασία της Νυρεμβέργης αυτοτελές έγκλημα αν και άνοιγε το δρόμο σε κάθε είδους και μορφής εγκληματική πολιτική. Ο στόχος ήταν ευδιάκριτος: η εργασία. Ο εξοβελισμός εκτός πλέγματος νομικής προστασίας τεράστιων ποσοστών του ευρωπαϊκού πληθυσμού, εξασφάλιζε στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό το απόλυτο συγκριτικό πλεονέκτημα –έτσι θεωρούσαν οι ναζί- στην αρένα των καπιταλιστικών ανταγωνισμών. Την εκμηδένιση δηλαδή του κόστους της εργασίας. Αυτό εξάλλου ήταν και το «δώρο» που έκανε στον χτυπημένο από την κρίση γερμανικό αλλά και ευρωπαϊκό καπιταλισμό ο ναζισμός και με αυτό εξηγείται η απέραντη γοητεία που άσκησε η πολιτική του πρόταση σε όλες τις οικονομικές ελίτ της Ευρώπης ή και της Αμερικής (ναζί και ρατσιστής δεν ήταν μόνο ο Ρενό στη Γαλλία, ήταν και ο Φορντ στις ΗΠΑ και πολλοί άλλοι).

Τα στρατόπεδα του θανάτου είχαν εξάλλου ένα βασικό χαρακτηριστικό. Σε πρώτο επίπεδο ήταν «κέντρα διαλογής». Από τους εκεί μεταφερόμενους επιλέγονταν αυτοί που ήταν χρήσιμοι για εργασία –κάτω από όρους απόλυτης εκμετάλλευσης- και εκείνοι των οποίων η ζωή «είχε μεγαλύτερο κόστος από την αξία που μπορούσε να έχει μια ζωή»! Οι δεύτεροι στέλνονταν πάραυτα στα φορτηγά-ψυγεία με την εσωτερική απόληξη της εξάτμισης και του μονοξειδίου του άνθρακα (εφεύρεση του μηχανικού Πόρσε –ο οποίος δεν τιμωρήθηκε γι αυτήν) ή στους περίφημους θαλάμους των ντους –δηλαδή των αερίων, όπου τη θανάτωση αναλάμβανε η εφεύρεση του συγκροτήματος της Ι-Φάρμπεν (κονσόρτσιουμ επιχειρήσεων όπως η AGFA, BASF, BAYER, κλπ.), το ZYKLON–B. Οι υπόλοιποι στέλνονταν σε εργασίες –καταναγκαστικού τύπου- μέχρι να εξαντληθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε η «ζωή τους να μην είναι πλέον αποδοτική» για το κεφάλαιο. Ερχόταν τότε η σειρά τους για τους θαλάμους.

Το γεγονός ότι τα μεγάλα στρατόπεδα θανάτωσης και καταναγκαστικής εργασίας σχετίζονταν και συνδέονταν άμεσα με μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους, δεν τέθηκε στη δίκη παρά τις προσπάθειες των Σοβιετικών. Το Νταχάου, για παράδειγμα, που συνδεόταν με την βαυαρική εταιρία μηχανών, τη γνωστή, BMW, το Άουσβιτς, γύρω από το οποίο αρθρώνονταν τα βιομηχανικά συγκροτήματα όλων των γνωστών ή άγνωστων γιγάντων της γερμανικής χημικής βιομηχανίας (μας έχει μείνει από όσες νέες δημιουργήθηκαν εκεί η Continental, των ελαστικών).

-.-.-

Το πρόβλημα με τις δίκες της Νυρεμβέργης ήταν ότι πίσω από τον ναζισμό και τις πρακτικές του βρισκόταν ο γερμανικός πρώτιστα και ο ευρωπαϊκός κατόπιν καπιταλισμός. Ήταν αδύνατο στις συνθήκες του άμεσα μεταπολεμικού πολιτικού τοπίου της Ευρώπης να δικαστεί –να θιχτεί έστω- ο τελευταίος. Έτσι λοιπόν η μεν Σοβιετική Ένωση επιδίωξε στη δίκη αυτή έναν περιορισμένο στόχο –την ανάδειξη διεθνούς δικαίου με τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε-, οι δε καπιταλιστικές συμμαχικές δυνάμεις επιδίωξαν ένα είδος ιστορικής κάθαρσης για το σύστημα που αντιπροσώπευαν, το έκδοση διαζυγίου δηλαδή ανάμεσα στον ναζισμό και τον καπιταλισμό.

Για το λόγο αυτό η επιχειρηματολογία των κατηγόρων πήρε ενίοτε παράξενες μορφές στη διάρκεια της δίκης. Ο δείκτης ευφυίας των κατηγορουμένων έγινε δικαστικό επιχείρημα. Σε όλη τη διάρκεια της δίκης η επιχείρηση αναγωγής των ναζιστικών εγκλημάτων σε προσωπικά χαρακτηριστικά ήταν προφανής. Η ψυχολογική τους κατάσταση βρέθηκε στο επίκεντρο των δικαστικών συνεδριάσεων και εκτενείς σχετικές ψυχιατρικές μελέτες κατατέθηκαν από το FBI, την OSS, μετέπειτα CIA, και άλλες ανάλογες υπηρεσίες. Η ιδέα ότι ένας –ως προς τον Χίτλερ- ή περισσότεροι τρελοί, αιματοκύλισαν τον κόσμο, παγιώθηκε «δια της επαναλήψεως» μέσα στις δίκες πριν διαχυθεί στην «κοινή γνώμη», έξω από αυτή. Ο καπιταλισμός, η πίσω όψη του ναζισμού και του ρατσισμού, έμεινε στο απυρόβλητο.

Ακόμα και στις λεπτομέρειες η σύγκρουση ανάμεσα σε αντιλήψεις, κόσμους και στρατόπεδα έγινε εμφανής. Οι καταδίκες ήταν αμείλικτες για τα «αναλώσιμα» πρόσωπα, τους κατηγορούμενους δηλαδή που δεν συνδέονταν με το πλέγμα των συμφερόντων των μονοπωλιακών καπιταλιστικών ομίλων. Αντίθετα όσοι –συμβολικά ή πραγματικά- κινούνταν στην σφαίρα του μεγάλου κεφαλαίου αντιμετωπίστηκαν με χαρακτηριστική ευμένεια από το δικαστήριο.

Ο Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ (ιστορικός –από 1902- επικεφαλής ομίλου βιομηχανιών Κρουπ, βασικός υποστηρικτής και χρηματοδότης του ναζιστικού κόμματος και διώκτης εβραίων) – δεν προσήχθη στη δίκη «για λόγους πνευματικής υγείας».

Γιάλμαρ Σάχτ (γ. 1877), (Πρόεδρος της Ένωσης Γερμανικών Τραπεζών, επικεφαλής της Ράϊχμπανκ ως το 1939, υπουργός οικονομικών του Ράϊχ 1934-1937) – κρίθηκε ότι υπερασπίστηκε τα συμφέροντα των γερμανών τραπεζιτών και κεφαλαιούχων απέναντι στην προσπάθεια του ναζιστικού κόμματος να δημιουργήσει δικό του καπιταλιστικό συγκρότημα – αθωώθηκε (αξιοποιήθηκε ως το θάνατό του το 1970 ως σύμβουλος πλήθος εταιρειών).

Φρανς φον Πάπεν (1879-1969), (αριστοκράτης από οικογένεια γαιοκτημόνων, διπλωμάτης, ακροδεξιός πολιτικός, έγινε Καγκελάριος το 1932, νομιμοποίησε και ενθάρρυνε την παρακρατική δράση των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου (SA), εμπνευστής πλήθος κατασταλτικών μέτρων, ανταγωνιστής του Χίτλερ στο δρόμο προς την μονοπώληση της εξουσίας, εισηγητής στον Πρόεδρο Χίντεμπουργκ της ανάθεσης της εξουσίας –Καγκελλαρίας- στον Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1933. Αθωώθηκε (ήταν τόσο σκανδαλώδης η αθώωσή του που αργότερα δικάστηκε και πάλι από γερμανικό δικαστήριο και καταδικάστηκε σε λίγα χρόνια φυλάκισης, ποινή της οποίας μικρό μέρος εξέτισε).

Ο Βάλτερ Φανκ, επικεφαλής της Ράϊχσμπανκ –διαμέσου της οποίας διεξαφόταν η λεηλασία των κατεχόμενων χωρών – ακόμα και εκείνων που θεωρούνταν «ισότιμες» στο πλαίσιο της Νέας Ευρώπης. Αθωώθηκε.

Ο Άλμπερτ Σπέερ τελικά, ο «προσωπικός αρχιτέκτονας και επιστήθιος φίλος του Χίτλερ», υπεύθυνος για την πολεμική παραγωγή από το 1943 και ως εκ τούτου αρμόδιος για τον συντονισμό της καταναγκαστικής εργασίας –ίσως 11.000.000 ατόμων- και όσα εκπορεύονταν από αυτή του τη θέση, δήλωσε «ένοχος» και καταδικάστηκε μόνο σε είκοσι χρόνια φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε το 1966, έγραψε βιβλία (Μέσα στο Τρίτο Ράϊχ) που για πολλά χρόνια έγιναν «μπεστ σελλερ» και πέθανε «τιμημένος» από το σύστημα και γαλήνια το 1981).

-.-.-

Από πολιτική και νομική άποψη οι δίκες της Νυρεμβέργης –και ιδιαίτερα η πρώτη και πιο σημαντική από αυτές- έδειξαν τα όρια του αστικού «αντιφασισμού» -το βαθμό δηλαδή μέχρι τον οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο ναζισμός και οι πρακτικές του μέσα σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί το σύστημα που τον δημιούργησε, ο καπιταλισμός. Όλες οι αιτίες που προκάλεσαν το ναζιστικό φαινόμενο έμειναν κρυμμένες επιμελώς στο σκοτάδι. Στη θέση τους μια μυθολογία περί «κάθαρσης» επέτρεψε στις δυτικές καπιταλιστικές δυνάμεις να αποξενωθούν από τη βαριά κληρονομιά της τερατογένεσης που και οι ίδιες δημιούργησαν.

Οι δίκες της Νυρεμβέργης δεν δημιούργησαν μια νέα ποιότητα «δικαίου του πολέμου». Καταδίκασαν τον επιθετικό πόλεμο και τη συνωμοσία κατά της ειρήνης. Η αοριστία στον προσδιορισμό των εννοιών τις κατέστησε ανενεργές και τελικά διαχειρίσιμες. Ούτε ως προς τα εγκλήματα πολέμου υπήρξε κάποιου είδους νέα αποφασιστική νομολογία. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό άλλωστε. Πολλά από τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στον Β΄παγκόσμιο πόλεμο παρέμειναν ως πολιτικά εργαλεία στην πολεμική εφεδρεία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Οι λεγόμενοι «στρατηγικοί βομβαρδισμοί» είναι καλό παράδειγμα για τα παραπάνω. Η «στρατηγική» τους αιτιολόγηση ήταν η αόριστη πρόθεση να καμφθεί η «θέληση και η διάθεση του αντίπαλου να συνεχίσει τον πόλεμο» –παράφραση του Κλαούζεβιτς. Στην πραγματικότητα οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί στρέφονταν ενάντια στις εργατικές συνοικίες των πόλεων και στους τόπους κατοικίας, όχι ενάντια στους ιθύνοντες που αποφάσιζαν για τη συνέχιση ή μη του πολέμου, ούτε ενάντια στο βιός τους, στις περιουσίες τους, τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η παραγωγική δυνατότητα του αντιπάλου περιοριζόταν με θανατηφόρες επιθέσεις ενάντια στην εργατική τάξη. Για τον καπιταλιστικό κόσμο τα πλεονεκτήματα αυτής της εγκληματικής πρακτικής στην οποία επένδυσαν πολλά και η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ, ήταν ευδιάκριτα.

Τα πλήγματα ενάντια στην εργατική τάξη απομάκρυναν τον κίνδυνο της επανάστασης μέσα στον πόλεμο –αυτό που είχε συμβεί στο τέλος του προηγούμενου παγκόσμιου πολέμου. Ταυτόχρονα το επενδυμένο κεφάλαιο –αυτό τουλάχιστον που ενδιέφερε τον καπιταλισμό στην μεταπολεμική του προοπτική- παρέμενε άθικτο. Η εύρεση νέων εργατών είναι πολύ πιο φθηνή υπόθεση από το κτίσιμο νέων βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Για ετούτο και οι «στρατηγικοί βομβαρδισμοί» εναντίον αμάχων έγιναν στοιχείο του πολέμου, θανάτωσαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους (χαρακτηριστική η άνευ λόγου και αιτίας ισοπέδωση της γεμάτης πρόσφυγες πόλης της Λειψίας), κατέστρεψαν έργα πολιτισμού και κοινωνικές υποδομές σε τεράστια κλίμακα. Οι εγκληματικές αυτές πρακτικές ολοκληρώθηκαν με τις τρομοκρατικές πυρηνικές επιθέσεις στην Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.

Η Σοβιετική Ένωση δεν επιδόθηκε σε στρατηγικούς βομβαρδισμούς, σε τυφλούς βομβαρδισμούς αμάχων. Δεν έκανε στοιχείο της πολιτικής της την εξόντωση της εργατικής τάξης του αντιπάλου. Είναι περιττό να εξηγήσουμε τη διαφορά της από τους άλλους σε όλα, όπως και σε ετούτο. Τις δίκες της Νυρεμβέργης τις προκάλεσε η επιμονή της τόσο στη διαμόρφωση δικαίου όσο και στην αποφυγή νέων πολέμων πάνω στα ερείπια του προηγούμενου. Είναι φυσικό το ότι πολλές από τις προθέσεις της στρεβλώθηκαν ή κατέληξαν στο αντίθετό τους μέσα στις δίκες αυτές. Οπωσδήποτε όμως κάτι λίγο έμεινε από τη διαδικασία αυτή. Ο μεταπολεμικός κόσμος δεν έγινε η απόλυτη ζούγκλα μέσα στην οποία οι ιμπεριαλιστές θα μπορούσαν να αιματοκυλίσουν λαούς. Ως εκεί.

Η ήττα, η εξαφάνιση, η καταδίκη του ναζισμού προϋποθέτει την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει στην Νυρεμβέργη.

Σημειώσεις πρώτου μέρους:
1. Η Σοβιετική Ένωση, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία.

2. Hirsch Francine, “The Soviets at Nuremberg: International Law, Propaganda and the Making of the Postwar Order”, in The American Historical Review, vol. 113, n. 3 (Jun., 2008), pp. 701-730, 701. Επίσης, Sadat Leila Nadya, “The Nuremberg Paradox”, in The American Journal of International Law, vol. 58, n. 1 (Winter 2010), pp. 151-204, 152.

3. Hirsch, 706.

4. Η σχετική συζήτηση –στο επίπεδο των διασκέψεων κορυφής των συμμάχων- έφθασε μάλιστα μέχρι τις βιομηχανίες μεταλλικών επίπλων. Κρίθηκαν και αυτές επικίνδυνες για τυχόν επανεξοπλισμό της Γερμανίας.

5. Ο στόχος αυτός υλοποιήθηκε μερικά στις δίκες που διεξήχθησαν στην Νυρεμβέργη στα 1946-1947 με ευθύνη αποκλειστικά της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης. Μέσα σε αυτές πραγματοποιήθηκε η ανακατανομή των μεριδίων ισχυρών ομίλων στην γερμανική βιομηχανία σε όφελος των αμερικανικών συμφερόντων –κρατικών και ιδιωτικών.

6. Το σχέδιο, στο όνομα της ανάγκης για εξουδετέρωση τυχόν μελλοντικού στρατιωτικού δυναμικού της Γερμανίας πρόκρινε την καταστροφή των μη μεταφερόμενων εγκαταστάσεων σε τρόπο ώστε να περιοριστεί το όποιο όφελος θα μπορούσε να έχει η Σοβιετική Ένωση. Από την άλλη απέρριπτε τις «πολεμικές επανορθώσεις» καθώς αυτές θα αντικαθίσταντο από εδαφικές παραχωρήσεις.

Σημειώσεις δεύτερου μέρους:
1. Σε 2.900.000 υπολογίζονται οι Πολωνοί Εβραίοι που θανατώθηκαν από τους Ναζί.

2. Υπολογίζεται ότι οι απώλειες των «αμάχων» στην Σοβιετική Ουκρανία έφθασαν τα 3 ως 5.000.000. Σχετικοί υπολογισμοί της σημερινής Ουκρανίας τους ανεβάζουν μάλιστα ως τα 10.000.000!

3. Από τις σχετικές μελέτες ξεχωρίζουν, Tooze Adam (2006), The Wages of Destruction. The Making and Breaking of Nazi Economy, Bettelheim Charles (1971), L’ economie allemande sous le nazisme, Götz Aly (2005): Hitlers Volksstaat. Raub, Rassenkrieg und nationaler Sozialismus. Fischer, Frankfurt am Main, Martin Dean (2008), Robbing the Jews – The Confiscation of Jewish Property in the Holocaust, 1935 – 1945, Cambridge University Press.





Δεν υπάρχουν σχόλια: