22 Μαρ 2017

«Πολλά σίδερα βάζουν στη νύχτα, για να μην ανταμώσουν τα χέρια μας»

Το 1948, η Χιλιανή κυβέρνηση με πρόεδρο τον Videla θέτει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ακολουθούν διώξεις Χιλιανών κομμουνιστών μεταξύ των οποίων και του ποιητή Neruda. Ο τελευταίος, φεύγει από τη χώρα με τη γυναίκα του και αναγκάζονται να κρυφτούν. Με βάση αυτά τα γεγονότα ξεκινά η νέα ταινία «Neruda» του Larraín, εμπνευσμένη -προφανώς- από τον Χιλιανό ποιητή. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που κυρίως ενέπνευσε τον Larraín, λέει ο ίδιος, είναι ο ευχαριστήριος λόγος του Neruda, όταν κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «Στο τέλος της ομιλίας του μιλά για την περίοδο που πραγματεύομαι στην ταινία μου. Και λέει, πως όταν πέρασε τα σύνορα και βρέθηκε με τους ανθρώπους που τον βοήθησαν δεν ήξερε ποιος ήταν. Προσωπικά το αντιμετωπίζω σαν ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Κλείνοντας τον λόγο του ο Neruda είπε ότι ακόμη δεν ήξερε αν το έζησε, αν το έγραψε ή αν το ονειρεύτηκε. Αυτός ήταν ο πυρήνας της ταινίας, το κλειδί της».

Μιλάμε, λοιπόν για μια ταινία, στην οποία κυριαρχεί το μυστήριο. Να επισημάνουμε εδώ, ότι -παραδόξως- βασικό ρόλο σε αυτή δεν παίζει ο Χιλιανός ποιητής. Αντίθετα, εκείνος που δικαίως κεντρίζει το ενδιαφέρον και την αγωνία του θεατή, είναι ο φασίστας αρχηγός της Χιλιανής αστυνομίας, Oscar Peluchonneau που προσπαθεί μάταια να συλλάβει τον πρώτο. «Κανένας δεν καταλήγει όπως ξεκίνησε στην ιστορία - ούτε ο κυνηγός ούτε η λεία» λέει ο Larraín. Για να συνεχίσει (κι εδώ θα σταθούμε) «Για εμάς η ταινία “Neruda” είναι μια ψεύτικη βιογραφία. Εφηύραμε έναν κόσμο, όπως ο Neruda είχε εφεύρει τον δικό του. Δημιουργήσαμε ένα "νερουδιακό" φιλμ, όχι ένα φιλμ για τον Neruda. Η ταινία είναι κάτι σαν ένα διήγημα που ο Neruda θα ήθελε να διαβάσει».

Φυσικά, στην ψεύτικη αυτή βιογραφία, ο Larraín μάλλον το παρακάνει με… το ψέμα. Όσο κι αν επικαλείται την “καλλιτεχνική αδεία”, καθόλου τυχαία δεν είναι η επιλογή του -αυτή την περίοδο- να προβάλλει τους κομμουνιστές και τους αριστερούς ως ελίτ που επιδίδεται σε όργια και καταχρήσεις. Ο δε Neruda είναι, βασικά, μέθυσος και γυναικάς, που μάλιστα κυκλοφορεί με ιδιαίτερη άνεση σε διάφορα μέρη, παρ’ ότι διωκόμενος, ενώ μπορεί να ξεφεύγει με πονηριά (!) απ’ την αστυνομία. Ένας εγωκεντρικός και ματαιόδοξος “κομμουνιστής”, που περνά στο στάδιο του εθισμού με το κυνηγητό-παιχνίδι με τον εχθρό, για να καταλήξει να τιμήσει τον νεκρό αστυνομικό για τον “εαυτό” που του χάρισε. Πουθενά σε όλη του την πορεία, δε συνομιλεί στα ίσα με τον λαό και βάσανά του. Σε ούτε μια σκηνή δεν δικαιώνει τον ποιητή του λαού.

Ανεξάρτητα απ’ το κατά πόσο τα παραπάνω αποτελούν ή όχι πολιτικές επιλογές του σκηνοθέτη, δεν παύουν να καταλήγουν τέτοιες. Αν ήθελε ο Larraín να δημιουργήσει μια αστυνομική αφήγηση με ίντριγκα και μυστήριο, θα μπορούσε κάλλιστα να το κάνει, χρησιμοποιώντας τα όποια φανταστικά υποκείμενα κι όχι κομμουνιστές και αριστερούς. Εφ’ όσον έχει επιλέξει να αναφερθεί σε συγκεκριμένες πλευρές της ιστορίας, οφείλει να είναι προσεκτικός με τα “ψέματά” του. Το γεγονός, ότι δεν μιλάμε για μια βιογραφική παράθεση γεγονότων, δεν δίνει άλλοθι στον Larraín να παίζει με πρόσωπα και έννοιες. Δεν υπάρχουν ουδέτερες επιλογές “για τις ανάγκες της ταινίας” σε τέτοιες περιπτώσεις. Έχει, φυσικά, κάθε δικαίωμα να στήσει κάτι “δικό του”, όχι όμως να παραχαράζει έτσι την ιστορία. Αν αφαιρέσει, βέβαια κανείς το -“αναγκαστικό”- πολιτικό στίγμα της ταινίας του, η σύλληψη του Larraín είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και αισθητικά προσεγμένη. Αυτό, όμως, από μόνο του δεν λέει και τίποτα, ούτε βέβαια μας “λείπει”…

*Ο τίτλος είναι απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Στον Πάμπλο Νερούντα (Καθυστερημένη απάντηση σ’ επιστολή του ανεπίδοτη)»

Κ.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια: