4 Μαρ 2017

Ολοκληρωτική χρεοκοπία της αστικής–ρεφορμιστικής γραμμής στο συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών

Ούτε δείγμα απεργίας, αλλά «εποικοδομητικά» πρακτικά συλλόγων διδασκόντων, επερωτήσεις στη Βουλή, υπομνήματα στους «αρμόδιους φορείς»…

Στο χώρο της εκπαίδευσης η κυβέρνηση ετοιμάζει μια καθολική επίθεση σε μαθητές μέσω του «νέου λυκείου» και σε εκπαιδευτικούς μέσω της αξιολόγησης. Στο μεταξύ, έχει επιδοθεί σε καταιγίδα αντιλαϊκών μέτρων «χαμηλής έντασης» με σαλαμωτό τρόπο: τις αλλαγές του ωραρίου στο δημοτικό και τη βροχή διατάξεων για αναθέσεις και για άλλα ζητήματα (στα τέλη της προηγούμενης σχολικής χρονιάς) ακολούθησαν οι πρόσφατες εγκύκλιοι για τη «μαθητεία», για το χαρακτηρισμό φοίτησης στη μέση της χρονιάς στα ΕΠΑΛ, για τη «θεματική βδομάδα» και για τις «δημιουργικές εργασίες».
Ουσιαστικά, το υπουργείο Παιδείας συνεχίζει να πλέκει τον ιστό της πολύμορφης επίθεσης απέναντι σε μαθητές και εκπαιδευτικούς, να επιταχύνει το ρυθμό εφαρμογής της αντιλαϊκής πολιτικής στην εκπαίδευση, στις κατευθύνσεις της ΕΕ και του ΟΟΣΑ.
Βασικοί στόχοι των παραπάνω κυβερνητικών μέτρων είναι:
  • Το άνοιγμα του δρόμου (εφαρμόζοντας τις κατευθύνσεις ΕΕ-ΟΟΣΑ) στις λεγόμενες «καλές πρακτικές» που συνδέονται άμεσα με την «αυτοαξιολόγηση» της σχολικής μονάδας.
  • Η κλιμάκωση της επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών,
  • η «αξιολογική περικύκλωση» του κλάδου.
  • Η εμπέδωση και αποδοχή της αδιοριστίας αλλά και του «υποκατώτατου μισθού» (μέσω της μαθητείας), και
  • Η μετάθεση των ευθυνών σε εκπαιδευτικούς και μαθητές και η όξυνση της ταξικότητας της εκπαίδευσης.
  • Η «εξατομικευμένη» εκπαίδευση που θα δικαιολογεί τις «μειωμένες προσδοκίες» και την «αποτυχία-ανικανότητα» για τους μαθητές των λαϊκών στρωμάτων και θα εμφανίζει σαν «φυσιολογική» μια εκπαίδευση των ταξικών φραγμών και της ταξικής επιλογής.
Τα παραπάνω μέτρα έχουν δημιουργήσει από αμηχανία έως εκνευρισμό στους εκπαιδευτικούς. Η σύγχυση όμως που προκαλούν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είναι τέτοια που η απόπειρα γύρου συνελεύσεων που έγινε τις προηγούμενες μέρες χαρακτηρίστηκε από παταγώδη αποτυχία. Ας πάρουμε όμως ένα πολύ αποκαλυπτικό δείγμα των «αντιδράσεων» της αστικής και ρεφορμιστικής ηγεσίας του κλάδου:

Η ΟΛΜΕ (υπό την καθοδήγηση των ΣΥΝΕΚ) χειροκροτεί με σεμνότητα:
«Δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς ότι η ανάπτυξη ουσιαστικών προγραμμάτων υγείας-πρόληψης στο δημόσιο σχολείο είναι μια μεγάλη αναγκαιότητα. Η θεματολογία που επιλέχθηκε επίσης είναι πολύ κοντά στις ανησυχίες και τις ανάγκες της εφηβικής και προεφηβικής ηλικίας…
Προγράμματα όμως που αφορούν ζητήματα όπως οι εξαρτήσεις και οι διαφυλικές σχέσεις είναι επιβεβλημένο να αναπτύσσονται αφού προηγηθεί επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, θεσμική σύνδεση του σχολείου με φορείς υγείας και πρόληψης και στελέχωσή του με ειδικό επιστημονικό προσωπικό» (απόφαση ΟΛΜΕ για τη θεματική βδομάδα).

«Η προχειρότητα όμως με την οποία φαίνεται να σχεδιάστηκε η εφαρμογή τους από το υπουργείο, η γραφειοκρατική διαδικασία και οι ασάφειες με τις οποίες ζητείται να υλοποιηθούν, η χρονική συγκυρία (μέση του σχολικού έτους) που επιλέχτηκε, όπως και το ότι δεν έχει προηγηθεί κανενός είδους επιμόρφωση των εκπαιδευτικών… οδηγούν στη βεβαιότητα ότι οι δημιουργικές αυτές εργασίες με τον τρόπο που επιχειρείται να επιβληθούν… θα διαταράξουν την ομαλή λειτουργία των Λυκείων» (απόφαση για τις δημιουργικές εργασίες).

«Είναι θετικό το γεγονός –με βάση πάντοτε τις θέσεις που είχε η ΟΛΜΕ– ότι υλοποιείται στο έτος αυτό η σύνδεση των αποφοίτων ΕΠΑΛ με την εργασία, η περαιτέρω ειδίκευσή τους, η άσκηση εποπτείας από τους εκπαιδευτικούς των ΕΠΑΛ στη μαθητεία, ο καθορισμός από το ΥΠΠΕΘ του περιεχομένου σπουδών και κατευθύνσεων κατάρτισης στο χώρο εργασίας, η συμμετοχή των εκπαιδευτικών ΕΠΑΛ στην πραγματοποίηση του προγράμματος και η αξιοποίηση του εξοπλισμού και των εργαστηρίων ΕΠΑΛ και ΕΚ, η εξασφάλιση αμοιβής, ασφαλιστικών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων υγείας στον μαθητευόμενο, η συμμετοχή του εκπαιδευτικού στα ΚΠΑ (κέντρα προώθησης απασχόλησης)…

Όμως παράλληλα παραμένουν ορισμένα ιδιαίτερα κρίσιμα και ανησυχητικά στοιχεία αφενός για την επιτυχή έκβαση του όλου εγχειρήματος και αφετέρου να εξασφαλισθεί η μη διολίσθηση της μαθητείας σε στενή κατάρτιση, σε σχολείο της αγοράς και σε χρησιμοποίηση των μαθητευομένων ως φτηνής και ευέλικτης εργασιακής δύναμης για την αντικατάσταση εργαζομένων και θέσεων εργασίας. Τονίζουμε την ανάγκη οι συνάδελφοι και οι σύλλογοι των ΕΠΑΛ να εντείνουν τις προσπάθειες και την επαγρύπνησή τους ώστε να αποκλειστούν αρνητικές πλευρές και πιθανές παρεκκλίσεις» (απόφαση ΟΛΜΕ για τη μαθητεία στα ΕΠΑΛ).

Η ΟΛΜΕ, λοιπόν, αυτοπροσδιορίζεται πολιτικοσυνδικαλιστικά ως επιτροπή εποικοδομητικής κριτικής και αποδοχής της αντιδραστικής κυβερνητικής πολιτικής. Όλα τα βλέπει καλά, αλλά με… κινδύνους παρεκκλίσεων. Θέλει να είναι ο «επιστάτης» που θα αποτρέπει τις «ακρότητες» στη μαθητεία που επιβάλλει η καπιταλιστική βαρβαρότητα.

Αν, όμως, έχουμε από τη μία την ανοιχτή αποδοχή των κυβερνητικών μέτρων (αυτό που λέγεται κυβερνητικός συνδικαλισμός), παρούσα είναι και η γραμμή η οποία μπορεί να μην αποτελεί ανοιχτή στήριξη αλλά παράγει σύγχυση και αυταπάτες.

Σε κάποιες ΕΛΜΕ, οι εκεί Παρεμβάσεις κάλεσαν τους Συλλόγους Διδασκόντων να υπογράψουν πρακτικά απειθαρχίας. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, έχουμε να επισημάνουμε δύο σημεία:
Το πρώτο είναι ότι η συνεχής μετακύλιση των συνδικαλιστικών και εργασιακών ζητημάτων του κλάδου από τις συλλογικές συνδικαλιστικές διαδικασίες (γενικές συνελεύσεις των σωματείων) στα κρατικά διοικητικά όργανα (στους Συλλόγους Διδασκόντων) από τη μία αναπαράγει και ενισχύει τη σύγχυση γύρω από τη φύση των οργάνων αυτών αλλά και του κράτους συνολικά και από την άλλη ανατροφοδοτεί τη διαλυτική κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Όπως είναι γνωστό, δεν αποκλείουμε την περίπτωση το κίνημα να χρησιμοποιήσει κατ’ εξαίρεση και ως δευτερεύουσα πλευρά και τέτοιες ενέργειες, αλλά μένουμε σταθεροί ότι βασική, κρίσιμη και πρωτεύουσα πλευρά δεν μπορεί παρά να είναι ο συλλογικός αγώνας, ΕΞΩ από τα θεσμικά κρατικά όργανα, με συνελεύσεις, απεργίες και διαδηλώσεις και στόχο την ΑΝΑΤΡΟΠΗ των αντιλαϊκών μέτρων. Χωρίς αυτή την πρωτεύουσα πλευρά, δεν μπορούν να υπάρχουν οι άλλες…

Το δεύτερο σημείο που θέλουμε να επισημάνουμε σχετίζεται με τη φύση των πρακτικών που καλούνται οι Σύλλογοι Διδασκόντων να υπογράψουν. Θαυμάστε, λοιπόν, μαργαριτάρια «απείθαρχης»… υποταγής:
«Πιστεύουμε ότι παρόμοιες δραστηριότητες οφείλουν να προγραμματίζονται από την έναρξη της σχολικής περιόδου ώστε εκπαιδευτικοί και μαθητές να σχεδιάζουν και να οργανώνουν ουσιαστικά (…) μας προβληματίζει το γεγονός ότι η υποχρεωτικότητα και η ανάθεση των θεμάτων περιορίζει την παιδαγωγική αυτονομία των σχολείων, των εκπαιδευτικών και των μαθητών (…)
Ως εκπαιδευτικοί, παρά την έλλειψη ουσιαστικής επιμόρφωσης και στήριξης του διδακτικού μας έργου, παρά την έλλειψη διοικητικής και οικονομικής βοήθειας από το υπουργείο, γνωρίζουμε την αξία τέτοιων δράσεων στη διδακτική διαδικασία (…)
(…) Ζητάμε από τη διεύθυνση εκπαίδευσης καθώς και από το υπουργείο να ακούσει τους προβληματισμούς μας και τις αντιρρήσεις μας ως προς το παραπάνω νομοθέτημα, που κρίνουμε ότι δεν μπορεί να υλοποιηθεί (…)».

Και αν οι παραπάνω φιοριτούρες έχουν το άλλοθι των στενών ορίων που θέτει η διοικητική φύση του Συλλόγου Διδασκόντων (γεγονός, πάντως, που καθόλου δεν αναιρεί το λαθεμένο του πράγματος), ακόμα πιο προβληματικό είναι ότι αντίστοιχα «επιχειρήματα» καταγράφηκαν και σε αποφάσεις ΕΛΜΕ.

Αξίζει, όμως, δυο παραπάνω λόγια η περίπτωση του ΠΑΜΕ. Η στάση του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών την τελευταία περίοδο μια γνωστή φράση φέρνει στο μυαλό: Οι μάσκες έπεσαν! Είναι αλήθεια ότι από την αντιαπεργιακή υστερία του Μάη και του Σεπτέμβρη του ’13 έχει να επιδείξει το ΠΑΜΕ τόσο ανοιχτά αντικινηματική και δεξιά πολιτική γραμμή. Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά.
Για τη θεματική βδομάδα, το ΠΑΜΕ πρότεινε στα σωματεία ένα κείμενο–περιβόλι, στο οποίο η αμηχανία έφτανε σε τέτοιο βαθμό που υπαινισσόταν ότι το υπουργείο επιβάλλει τη θεματική βδομάδα για να προωθήσει το διαχωρισμό μαλακών–σκληρών ναρκωτικών και τη ναρκωκουλτούρα! Εκεί υποστηρίζεται ταυτόχρονα ότι «Η αντιπαράθεση με τις στοχεύσεις του υπουργείου αφορά πρώτα και κύρια το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων και όχι απλά το αν θα γίνουν η όχι κάποιες δραστηριότητες με τη μια ή άλλη μορφή…». Για όποιον δεν κατάλαβε τη σιβυλλική φράση, και ενώ οι εκπαιδευτικοί είναι έξαλλοι με την κοροϊδία του υπουργείου αλλά και με όλη την αξιολογική προετοιμασία (αναλυτική καταγραφή στόχων, μεθόδων, δράσεων, εμπλοκή σχολικών συμβούλων), έρχεται ο «Ριζοσπάστης» της 29ης Γενάρη και ενημερώνει ότι η Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας διεκδικεί να συμπεριληφθεί στους φορείς που θα συνεισφέρουν στη θεματική βδομάδα στα γυμνάσια! Με μπόλικη υπευθυνότητα, η ΟΓΕ και ο «Ριζοσπάστης» διαβεβαιώνουν ότι «οι Σύλλογοι και οι Ομάδες της ΟΓΕ διαθέτουν ήδη πλούσια πείρα από τη διοργάνωση σχετικών εκδηλώσεων σε σχολικές τάξεις».

Ώστε αυτό ήταν λοιπόν! Όλη η φασαρία για το πάπλωμα – όλη η γκρίνια για να διεκδικηθεί από τις δυνάμεις του ΚΚΕ θεσμικός ρόλος στις αντιδραστικές μεθοδεύσεις της κυβέρνησης και του συστήματος. Πόσο διαφέρει η παραπάνω τοποθέτηση από τις τοποθετήσεις των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ ότι «η αντιπαράθεση στην αξιολόγηση αφορά τη μέθοδο και τα κριτήρια», λες και όλα αυτά που συνθέτουν την κυρίαρχη πολιτική έχουν διαφορετικές στοχεύσεις από αυτές που περιγράψαμε στην αρχή του σημειώματός μας;

Για τη μαθητεία στα ΕΠΑΛ, το ΠΑΜΕ εκπαιδευτικών, αφού κάνει κάποιες -ας πούμε- σωστές επισημάνσεις (έστω και με λαθεμένα υπερτονισμένη ουσιαστικά την πλευρά αποδοχής ότι έρχεται κάποιου τύπου καπιταλιστική ανάπτυξη), προχωράει σε… κυβερνητικό πρόγραμμα για το πώς θα πρέπει να είναι η… σωστή μαθητεία, όπου ασφαλώς δεν λείπουν τα μαργαριτάρια: «(η πρακτική άσκηση) (…) να αποτελεί διαδικασία βαθύτερης γνώσης της ειδικότητας και όχι να αξιοποιούνται οι πρακτικάριοι από τους εργοδότες σαν φθηνά εργατικά χέρια (…)» (δηλαδή, για τους μαθητευόμενούς «μας» να ισχύει ο… σοσιαλισμός και όχι ο καπιταλισμός!) και «Το κομμάτι του ελέγχου και της εποπτείας είναι ευθύνη της κυβέρνησης και των αρμόδιων υπουργείων αλλά και των αντίστοιχων εποπτικών μηχανισμών» (που είναι, ως αρμόδιοι, οπωσδήποτε… υπέρ του εργαζόμενου μαθητευόμενου). Α, μάλιστα! Διά νόμου (μιας κυβέρνησης, φανταζόμαστε, γιατί οι κυβερνήσεις ψηφίζουν νόμους) θα διασφαλιστεί ότι η πρακτική άσκηση θα αποτελεί διαδικασία βαθύτερης γνώσης, και αν κάτι πάει στραβά, θα επιληφθούν οι εποπτικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους να το φέρουν στα ίσια! Πλήρης τρικυμία σε ρεφορμιστικά κεφάλια

Μετά από όλα αυτά –και ενώ η εφαρμογή είναι προαιρετική για τους εκπαιδευτικούς των ΕΠΑΛ- το ΠΑΜΕ δεν τους καλεί καν να μη γίνουν συνένοχοι στην έμμεση θέσπιση του υποκατώτατου μισθού και να μη δηλώσουν ενδιαφέρον για δημιουργία τμημάτων μαθητείας. Αλλά, παρόλο που κρίνει αναντίστοιχα ανεβασμένη μια τέτοια πρόσκληση, διακηρύσσει στο τέλος της ανακοίνωσής του την αναγκαιότητα ο αγώνας «να στοχεύσει τον πραγματικό αντίπαλο, που είναι το κεφάλαιο και η εξουσία τους». Ένα «όχι» δεν μπορεί να πει το ΠΑΜΕ, αλλά στοχεύει στο κεφάλαιο και την εξουσία του…
Έτσι, λοιπόν, σε τέτοια αποθέωση υπευθυνότητας και κοινοβουλευτισμού, δεν μας έκανε καμία εντύπωση ότι στις συνελεύσεις το ΠΑΜΕ θεώρησε ότι οι 70.000 εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας δεν είναι αρκετοί για να παλευτεί μια 24ωρη απεργία του κλάδου και μόνη πρότασή του ήταν η συμμετοχή των εκπαιδευτικών στα συλλαλητήρια του ΠΑΜΕ και σε ενδεχόμενη γενική απεργία (λες και χρειάζεται απόφαση για αυτό). Ούτε και ότι σε κινητοποίηση επιτροπής Αναπληρωτών Ειδικοτήτων μοιραζόταν από μέλη του ΚΚΕ στους αναπληρωτές η επερώτηση του κόμματός τους στη Βουλή!

Συμπερασματικά, θα επισημάνουμε κάποια βασικά στοιχεία της άποψής μας και της εκτίμησής μας για την περίοδο:
  1. Η συνολική αντιδραστικοποίηση του πολιτικού σκηνικού αποκαλύπτει όχι μόνο το ρόλο των κυβερνητικών συνδικαλιστών αλλά και του ρεφορμισμού, ο οποίος πλέει σε πελάγη κοινοβουλευτισμού και τρέχει να καλύψει το κενό που αφήνει το ξεγύμνωμα του ΣΥΡΙΖΑ.
  2. Το συνδικαλιστικό κίνημα δεν ταλαιπωρείται μόνο από τον κυβερνητικό συνδικαλισμό αλλά και από όλο το ρεφορμιστικό φάσμα ταξικής συνεργασίας, υπεύθυνης προτασεολογίας στο σύστημα, επερωτήσεων στη Βουλή και του συνακόλουθου με όλα αυτά εικονικού κινήματος.
  3. Ο εκφυλισμός και η διάλυση που έχουν επιβάλει οι αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις είναι καταθλιπτικά και έχουν απομακρύνει οποιαδήποτε συζήτηση για τα πραγματικά ζητήματα.
    1. Αν, όμως, εμείς δεν διαθέτουμε το σύνολο των απαντήσεων (που δεν το διαθέτουμε), είμαστε σίγουροι ότι αυτό που ζούμε δεν είναι κίνημα. Είμαστε σίγουροι ότι να καλούμε τον αντίπαλο να σεβαστεί το δίκιο, να γίνονται συνελεύσεις νεκρές χωρίς πολιτική συζήτηση και χωρίς να αποφασίζουν αγώνες, να περιφέρονται σφραγίδες σωματείων σε αποφάσεις για τις οποίες οι εργαζόμενοι δεν ξέρουν τίποτας, να μπερδεύεται το σωματείο με το αστικό κράτος, να βάζουν τον κόσμο να χειροκροτεί τους σωτήρες που κάνουν επερωτήσεις στη Βουλή και καταθέτουν προτάσεις νόμου, να κατατίθενται προτάσεις για την εύρυθμη λειτουργία του αστικού κράτους, ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΚΙΝΗΜΑ. Ανεξάρτητα με τις ταμπέλες, είναι κηρύγματα υποταγής και εργαλεία διάλυσης συνειδήσεων.
    2. Όσο κι αν είναι δύσκολο, οι αγωνιστικές δυνάμεις που δρουν στον κλάδο έχουν την υποχρέωση να προσπαθήσουν εξαντλητικά να επαναφέρουν τη συζήτηση στα πραγματικά ερωτήματα: τι χαρακτηριστικά έχει η επίθεση του αντιπάλου, ποιοι είναι οι αντίπαλοι, τι είναι κίνημα, τι είναι συνελεύσεις, τι είναι πραγματικός αγώνας, πώς συγκροτείται και με τι στόχους. Και να προσπαθήσουν σε αυτό το δυσμενές πεδίο να δώσουν μαζί με τους εκπαιδευτικούς τις δικές τους απαντήσεις.
    3. Όσο μας αφορά, θεωρούμε ότι το πλαίσιο εποικοδομητικής παρέμβασης στην αντιδραστική πολιτική του συστήματος και της κυβέρνησης δεν είναι πλαίσιο αγώνα, αλλά υποταγής και αποδοχής της. Οι στόχοι του κινήματος πρέπει να είναι:
  • Ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής στην κοινωνία και την εκπαίδευση – ανατροπή όλων των μέτρων εφαρμογής της αντιδραστικής εργαλειοθήκης ΟΟΣΑ–ΕΕ.
  • Μαζικοί μόνιμοι διορισμοί – όχι στο πέταγμα των αναπληρωτών στον καιάδα της ανεργίας.
  • Ανατροπή του θεσμικού πλαισίου για τη μαθητεία – πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα σε όλους – όχι στις έμμεσες θεσπίσεις υποκατώτατου μισθού.
  • Ανατροπή του θεσμικού πλαισίου για τις «δημιουργικές εργασίες» και τη «θεματική εβδομάδα».
  • Καμία συγχώνευση τμήματος και σχολείου – κανένα κλείσιμο τομέα και ειδικότητας – ανατροπή της εγκυκλίου για χαρακτηρισμό φοίτησης στη μέση της χρονιάς.
  • Όχι στην προετοιμασία του εδάφους για αξιολόγηση–αυτοαξιολόγηση και στη διάσπαση του κλάδου.
  • Δουλειά μόνιμη και σταθερή με πλήρη δικαιώματα για όλους.
Παράλληλα με την προώθηση της παραπάνω κατεύθυνσης, η αντιπαράθεση στην παραλυτική λογική «πάει πια η εποχή των αγώνων» και στο «τι μπορούμε να κάνουμε οι καημένοι 70.000… μόνοι μας» πρέπει να είναι αποφασιστική. Το καθήκον για την προετοιμασία και οργάνωση απεργιακού αγώνα είναι κρίσιμο και διαχωρίζει τις δυνάμεις του αγώνα από τις δυνάμεις της υποταγής.
Η επίθεση είναι παρούσα στην ημερήσια διάταξη. Σύντομα θα πάρει και χαρακτηριστικά ποιοτικής κλιμάκωσης. Οι αστικές και ρεφορμιστικές ηγεσίες που ελέγχουν όχι μόνο τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών αλλά και των υπόλοιπων εργαζομένων ούτε θέλουν ούτε μπορούν να παίξουν ρόλο οργάνωσης των αγώνων. Είναι τέτοια η κρίση τους, που όλο και λιγότερα πράγματα μπορούν να παζαρέψουν για τον εαυτό τους με τα κέντρα εξουσίας του συστήματος. Το ζήτημα είναι ότι τις δικές τους αμαρτίες, τις συνέπειες των δικών τους έργων τις πληρώνουν όλοι εργαζόμενοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: