8 Φεβ 2017

Μ’ άρωμα από αγιόκλημα και γιασεμιά

Είναι απ’ τις φορές που, όσο κι αν έχεις «ψάξει» έναν καλλιτέχνη, όσες πολλές εικόνες και ήχους κι αν έχεις ταυτίσει με το όνομά του, δυσκολεύεσαι πραγματικά να «θυμηθείς». Γιατί είναι πολύ πλούσια και μεγάλη η παρακαταθήκη που έχει αφήσει που όποια πλευρά της κι αν εντοπίσεις, πάντα θα σου διαφύγει μια άλλη. Αναφέρομαι φυσικά στον Λουκιανό Κηλαηδόνη.

Ο Λουκιανός υπήρξε μια πολύ ιδιαίτερη φυσιογνωμία και κατά κάποιο τρόπο ένα μουσικό είδος από μόνος του. Χωρίς καμία αμφιβολία θα τον χαρακτήριζα ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Δεν μιλάμε εξάλλου για έναν απλό τραγουδοποιό, ούτε για έναν απλό ερμηνευτή. Μιλάμε έναν άνθρωπο που σε κάθε τραγούδι του παραμόνευαν χιλιάδες εικόνες, συναισθήματα και νοήματα. Ένας ολόκληρος κόσμος μες στα έργα του, από τα πιο λιτά και απλοϊκά μέχρι τα πιο σύνθετα και τα πιο στρατευμένα. Ναι, δεν ήταν καθόλου λίγα τα στρατευμένα έργα που, είτε συνέθεσε, είτε ερμήνευσε. Σύμβολο αυτής του της πλευράς υπήρξε ο δίσκος «Μικροαστικά» σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη. «Μπλεξίματα δεν θέλαμε στην οικογένειά μας και πέρα δεν κοιτάζαμε απ’ τα συμφέροντά μας/ κι αν άκουγε τα λόγια μας, τα λόγια τα δικά μας/ μυαλό θα είχε ο γιόκας μας για τα συμφέροντά μας». Φυσικά, κι ο δίσκος «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» σε στίχους επίσης του τελευταίου. «Τα χέρια σου συνάδελφε, όταν τα νοικιάζεις/ κακό τον εργοδότη σου γι’ άνθρωπο να λογιάζεις». Κι άλλα τόσα μηνύματα κι άλλες τόσες ανησυχίες θα μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς σ’ αυτούς τους δίσκους-διαμάντια. «Ποιος ο λόγος να ξέρει ο άλλος τι πρεσβεύεις; Όταν έρθει η ώρα, ρίξε την ψήφο σου στην κάλπη».

Σύμβολο αυτής του της πλευράς υπήρξε επίσης και η ιδιαίτερη προσφορά του στη μουσική επένδυση της ταινίας «Θίασος», σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Αξέχαστη μας είναι η σκηνή της εν λόγω ταινίας στο κέντρο διασκέδασης την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1946, όπου μέσα από το χρώμα των ήχων -ως επί το πλείστον- του Λουκιανού ξετυλίγεται η σύγκρουση δύο κόσμων: του κόσμου του μίσους απ’ τη μία απεικονιζόμενου στα πρόσωπα των ταγματασφαλιτών και των δοσίλογων και του κόσμου της αγάπης απ’ την άλλη, απεικονιζόμενου στα πρόσωπα των κομμουνιστών. «Στρατηγέ μου Σκόμπι θα ‘ρθουν κι άλλοι κόμποι/ Κάνε χίλια κόλπα, μάζεψες τα όπλα/ Βασιλιά να φέρεις δε θα καταφέρεις/ Ο λαός δεν τρώει φασισμό από σόι/ Θα σηκώσει πάλι πάνω το κεφάλι/ απ’ την αγγλική πολιτική» στους ρυθμούς του οποίου χόρευαν οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, όταν στη γωνιά κάθονταν σκυμμένοι και μίζεροι οι ταγματασφαλίτες. «Γιούπι για για, γιούπι γιούπι για, δεν τον θέλουμε τον βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, γιούπι για για, γιούπι γιούπι για». Ασφαλώς, στο παραπάνω καθόλου δεν μπορούμε να προσπεράσουμε και τη σπουδαία συμβολή μιας άλλης όμορφης φυσιογνωμίας που μας άφησε πριν μερικά χρόνια, του Θεόδωρου Αγγελόπουλου.

Πολλά στιγμιότυπα, ερμηνείες και εικόνες θα μπορούσε να θυμηθεί κανείς μέσα από τα έργα που συνέθεσε ή/και ερμήνευσε ο Λουκιανός. Πολλές μοναδικές συνεργασίες με εξίσου αξέχαστους καλλιτέχνες. Στη σπουδαία πορεία του υπήρχε πάντα μια γεύση από παιδική ανεμελιά, μια γεύση από αντισυμβατικότητα. Κάθε πτυχή της μουσικής του είχε ένα ιδιαίτερο χρώμα και καθόλου δεν ήταν «μια απ’ τα ίδια», αισθητικά και στιχουργικά. Είχε κάτι να δώσει, ακόμη και με τον πιο απλό τρόπο, χωρίς πολλά λόγια και αναλύσεις και πάντα με μια βαθιά λαϊκότητα. «Γι’ αυτό σου λέω μη μου λες εμένα για όλα αυτά τα μεγαλεία, τα παλάτια, τα λεφτά/ Γι’ αυτό σου λέω εγώ είμαι μια χαρά να κλαις τον άλλονε λοιπόν τον φουκαρά». Κι αν οι επιρροές του Λουκιανού μπορεί να ήταν από ιταλικό φολκλόρ μέχρι αντάρτικο κι από μπλουζ μέχρι ρεμπέτικο, πάντα το στυλ του άφηνε μια ιδιαίτερη γεύση, με εμφανείς μεν τις επιρροές, εμφανή όμως και τη μοναδικότητά του. Ήταν αυτή η μοναδικότητα που τον έκανε ένα μουσικό είδος από μόνο του, το οποίο κατάφερνε να μιλήσει στην ψυχή σου και να σου πει πολλά.

Είτε τον φανταζόμαστε σαν έναν μοναχικό καουμπόι να απομακρύνεται, όπως ο Λούκι Λουκ στην τελευταία σελίδα του τεύχους, είτε ως την ψυχή του θρυλικού πάρτι στη Βουλιαγμένη να απομακρύνεται με μια βουτιά στη θάλασσα, τον αποχαιρετάμε με ένα χαμόγελο και τον ευχαριστούμε για όσα μας έδωσε.

Γεια σου όμορφε Λουκιανέ.

Κ.Α.



Δεν υπάρχουν σχόλια: