4 Φεβ 2017

Το Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ) για τις εξελίξεις στο Κυπριακό


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ Κ.Ο. ΤΟΥ ΚΚΕ(μ-λ)

15 Γενάρη 2017

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

1. Δώδεκα χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από τον κυπριακό λαό, βρισκόμαστε ξανά μπροστά σε μια καλά συντονισμένη επιχείρηση επιβολής σχεδίων νομιμοποίησης- διαιώνισης και επέκτασης της διχοτόμησης του νησιού, μέσω της επιβολής μιας Διζωνικής –Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ)με δύο συνιστώσα κράτη, «λύση» που θα πολλαπλασιάσει συνάμα τα προβλήματα και τους κινδύνους για τον κυπριακό λαό (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους).

Αυτή η αντιδραστική «λύση» κανοναρχείται από τους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ με την υποστήριξη της Αγγλίας και με το «βλέμμα» στην διαχρονικά στρατηγική θέση της Μεγαλονήσου αλλά και τις σύγχρονες ανάγκες εξυπηρέτησης και προώθησης των συμφερόντων στην περιοχή με σκοπό τον έλεγχό της και κρίσιμο επίδικο την απώθηση της Ρωσίας. Σε μια περιοχή που ήδη φλέγεται και σπαράσσεται από τους ανταγωνισμούς αυτών των ιμπεριαλιστών που έχουν συσσωρεύσει σ’ αυτήν κάθε είδους πολεμικό δολοφονικό σιδερικό. Σε μια περιοχή που πρώτοι οι ιμπεριαλιστές έθεσαν σε αμφισβήτηση τα υπάρχοντα σύνορα και Συνθήκες όπως αυτή της Λοζάνης, δημιουργώντας έτσι το αναγκαίο υπόβαθρο για την ανάδειξη μιας σειράς αντιθέσεων και νέων εντάσεων. Σε μια περιοχή που οι περιφερειακές δυνάμεις, τα αντιδραστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και οι εξαρτημένες άρχουσες τάξεις της περιοχής, ρίχνουν και άλλο λάδι στη φωτιά με την διαρκή αιώρησή τους ανάμεσα στις φιλοδοξίες τους, τον τυχοδιωκτισμό τους αλλά και την υποτέλειά τους στον ιμπεριαλισμό,

Οι εξαρτημένες άρχουσες τάξεις της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου, κινούνται μέσα σ’ ένα αντιφατικό πλαίσιο που από τη μια εμπεριέχει την ανάγκη τους να δείχνουν την χρησιμότητα και την προσαρμοστικότητα τους στις ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις που στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει προώθηση αυτών των αντιδραστικών διχοτομικών σχεδίων, και από την άλλη την ανάγκη τους να υπερασπίσουν και να προωθήσουν το «έχει» τους σε ζητήματα που άπτονται χώρου κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, γεγονός που παράγει μιας σειρά κρίσιμες αντιθέσεις σε επίμαχα ζητήματα του κυπριακού και όλα αυτά χωρίς να παραγνωρίζουμε και τις διαφορετικές προσδοκίες/αυταπάτες τους για το μέλλον.

Το πιο σοβαρό και επικίνδυνο είναι πως όλα αυτά εξελίσσονται μάλιστα σε συνθήκες υποχώρησης του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος και αύξησης των αυταπατών στον λαϊκό παράγοντα για το τι μπορούν να προσφέρουν αυτά τα αντιδραστικά σχέδια. Αφήνοντας τον κυπριακό λαό αλλά και τους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας απροετοίμαστους στο ενδεχόμενο επιπλοκών, οξύνσεων και κινδύνων που θα προκύψουν από την ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στην περιοχή και τα χαρακτηριστικά των αστικών τάξεων. Κίνδυνοι μέσα στους οποίους περιλαμβάνεται και ο κίνδυνος του πολέμου.


2. Το κυπριακό ζήτημα, δημιουργήθηκε ιστορικά από την εγκληματική Βρετανική αυτοκρατορία και ευρύτερα αποτελεί «κληρονομιά» του αιματοβαμμένου αποικιοκρατικού συστήματος. Την υποχώρηση της αντιαποικιακής πάλης των χρόνων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «κάλυψαν» αστικές εθνικιστικές δυνάμεις ενώ η εγγλέζικη πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» συνέβαλλε σημαντικά ώστε η πάλη του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία να οδηγηθεί στη συνθηκολόγηση. Η κουτσή και σε δεκανίκια στηριζόμενη τυπική «ανεξαρτησία» που «παραχωρήθηκε» στον λαό της Κύπρου με τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, αποτέλεσε την «μήτρα» όλων των επόμενων εγκλημάτων που συντελέστηκαν σε βάρος του Κυπριακού λαού. Με αυτές τις συμφωνίες ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός διατηρούσε τις βάσεις του στο νησί, ενώ η άρχουσες τάξεις σε Ελλάδα και Τουρκία μαζί φυσικά με την Αγγλία αναδεικνύονταν ως «εγγυήτριες δυνάμεις» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη Ζυρίχη μαζί με τη φανερή συμφωνία που συνυπέγραψαν οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας, Καραμανλής και Μεντερές αντίστοιχα, υπέγραψαν και μια μυστική συμφωνία που προέβλεπε την στήριξη από τη μεριά τους της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και τη δημιουργία στρατιωτικής βάσης του ΝΑΤΟ στο νησί καθώς και την παρέμβασή τους στην ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας «για να τεθούν εκτός νόμου το κομμουνιστικό κόμμα και η κομμουνιστική δράσις…». Η μυστική αυτή συμφωνία αποτελεί ένα ισχυρότατο δείγμα για το ότι προόριζαν την Κύπρο σαν το αβύθιστο αεροπλανοφόρο αυτή της παγκόσμιας στρατιωτικής συμμορίας των ιμπεριαλιστών. Εκείνη ακριβώς την περίοδο η Κύπρος εντάσσεται με το πιο απόλυτο τρόπο στα αμερικάνικα επεκτατικά σχέδια ενώ και οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές και σοσιαλιμπεριαλιστές προσπαθούν να αποκτήσουν ερείσματα στο νησί.

Η προσπάθεια πραξικοπήματος από την ελληνική χούντα και σε βάρος της εκλεγμένης κυπριακής κυβέρνησης του Μακάριου, ήταν η αφορμή για την αμερικανοστήριχτη εισβολή της τούρκικης χούντας στο νησί το 1974 και την κατοχή εδώ και 43 χρόνια του βόρειου τμήματος του νησιού. Η εισβολή του 74 αποτέλεσε συνάμα και σημαντική ήττα της ελληνικής αστικής τάξης. Αρνητικό σημείο υπήρξε η ανακήρυξη του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα τμήματα του νησιού το 1983 με την στήριξη της Τουρκίας.

Σταθμός σ’ αυτήν την αντιδραστική πορεία υπήρξε το, απορριφθέν από τον κυπριακό λαό, ιμπεριαλιστικό- αντιδραστικό σχέδιο Ανάν στις 24/4/2004. Το οποίο οι ΗΠΑ το προώθησαν με όσα μέσα και δυνάμεις διέθεταν, από το 2002 και έπειτα, εκτός των άλλων στα πλαίσια του διαγκωνισμού με τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στο νησί και πιο συγκεκριμένα για να προλάβουν τυχόν αρνητικά δεδομένα που θα δημιουργούσε για τις δικές τους βλέψεις η διαφαινόμενη ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, που τελικά συνέβη τον Μάη του 2004, αμέσως μετά το απορριπτικό δημοψήφισμα.

Στη συνέχεια προστέθηκαν μια σειρά γεγονότα σταθμοί που σηματοδοτούσαν την ακόμα μεγαλύτερη πρόσδεση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην «Δύση». Με σημαντικότερα από αυτά την ένταξή της στην ευρωζώνη το Ιανουάριο του 2008 και το κούρεμα των κυπριακών καταθέσεων τον Μάρτη του 2013 που οδήγησε στον πιο ασφυκτικό έλεγχο της κυπριακής οικονομίας και του πολιτικού προσωπικού από την ΕΕ και ταυτόχρονα τον δραστικό περιορισμός της ρώσικη οικονομικής διείσδυσης και πολιτικής επιρροής στην μεγαλόνησο. Επίσης σημαντικό στοιχείο αποτέλεσε και αποτελεί η συνεχιζόμενη αναβάθμιση της αμερικανικής επιρροής στο νησί, δια μέσω της προώθησης της τριμερούς συμμαχίας Ελλάδας- Κύπρου-Ισραήλ αρχικά και έπειτα και Ελλάδας –Κύπρου – Αιγύπτου με αφορμή αλλά και μια από τις αιτίες να αφορά την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στον θαλάσσιο χώρο πέριξ της Κύπρου.

3. Τον Φεβρουάριο του 2014 και αφού προετοιμάζονταν από τους Αμερικανούς στο παρασκήνιο για έναν τουλάχιστον χρόνο (με συνεχείς όπως ομολογήθηκε αργότερα συναντήσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων τους με τον Αναστασιάδη), έχουμε την προώθηση ενός νέου αντιδραστικού σχεδίου, χειρότερο σε πολλές πλευρές τους από το σχέδιο Ανάν. Επίσημη έναρξη αυτής της αντιδραστικής επιχείρησης αποτέλεσε λοιπόν το «Κοινό Ανακοινωθέν» των Αναστασιάδη-Ερόγλου τον Φεβρουάριο του 2014, το οποίο όχι μόνο δεν ξέφευγε από το πνεύμα του σχεδίου Ανάν, αλλά έκανε ακόμα πιο σαφή την ιμπεριαλιστική κηδεμονία της Κύπρου. Έτσι το Κοινό Ανακοινωθέν ρητά αναφέρεται στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία δύο συνιστωσών κρατών ως τη «λύση» στο κυπριακό ζήτημα, συνιστώσα κράτη που «θα ασκούν πλήρως και αμετακλήτως όλες τις εξουσίες τους χωρίς παρέμβαση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση» ενώ τόσο «οι ομοσπονδιακοί νόμοι δεν θα παρεμβαίνουν στις νομοθεσίες των συνιστωσών κρατών» όσο και «στο πεδίο αρμοδιοτήτων των συνιστωσών πολιτειών και οι νομοθεσίες τους δεν θα παρεμβαίνουν σε ομοσπονδιακούς νόμους εντός των αρμοδιοτήτων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης». Ουσιαστικά θα πρόκειται για δύο ξεχωριστά κράτη με το ομοσπονδιακό σύστημα να είναι σε μεγάλο βαθμό διακοσμητικό στοιχείο της όλης πολιτειακής συγκρότησης.

Η εκλογή του κεντροαριστερού Ακιντζί στις 26 Απριλίου του 2015 σε βάρος του Ερόγλου στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και οι διακηρύξεις του ότι θα δράσει ως εκφραστής των συμφερόντων των Τουρκοκύπριων και όχι της Τουρκίας, δημιούργησε μια σειρά αυταπάτες τόσο στον κυπριακό λαό όσο –και περισσότερο- στην ελληνοκυπριακή ηγεσία. Έτσι η εκλογή του Ακιντζί έδωσε μια επιπλέον ώθηση στις συνομιλίες των δύο πλευρών που είχαν μπει για ένα προηγούμενο διάστημα σε μια φάση στασιμότητας.

Καθοριστική ωστόσο για την επιτάχυνση των συνομιλιών των δύο πλευρών από τον Σεπτέμβριο του 2016 και δώθε, υπήρξαν οι αυξανόμενες ανάγκες των ΗΠΑ στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, με επίκεντρο τη Συρία και με σοβαρή γι’ αυτές εξέλιξη την άμεση εμπλοκή της Ρωσίας, που δημιουργούσε ολοένα και περισσότερα αρνητικά δεδομένα γι’ αυτές και τους σχεδιασμούς τους στην περιοχή.

Έτσι στο ελβετικό θέρετρο Mont Pelerin (Μον Πελερέν), πάντα υπό υψηλή αμερικάνικη κηδεμονία, οι δύο πλευρές δέχονταν ασφυκτικές πιέσεις για να καταλήξουν στα λεγόμενα κεφάλαια της διαπραγμάτευσης. Οι ΗΠΑ είχαν άλλωστε από την συνάντηση Τσίπρα-Αναστασιάδη με τον Μπάιντεν, τονίσει ότι επιδιώκουν να υπάρξει λύση πριν από την αναχώρηση Ομπάμα από τον Λευκό Οίκο, δηλαδή εντός –εάν είναι δυνατόν- του 2016 ή το πολύ μέχρι τον Φεβρουάριο του 2017, ώστε αμέσως μετά, δηλαδή την φετινή άνοιξη ή το καλοκαίρι, να γίνουν τα δημοψηφίσματα για την έγκριση της συμφωνίας. Είναι τόση η «θέρμη» των ΗΠΑ που έφτασε ένα εικοσιτετράωρο για να βαφτιστεί το «ναυάγιο» του πρώτου γύρου των συνομιλιών σε «μη κατάληξη» και Αναστασιάδης και Ακιντζί να επανεκκινήσουν την διαδικασία ανακοινώνοντας ταυτόχρονα το χρονοδιάγραμμα των επόμενων βημάτων της («οδικός χάρτης»).

Αυτός ο «οδικός χάρτης» περιλάμβανε τη νέα διμερή συνάντησή τους κατά το τριήμερο 9-11 Ιανουαρίου καθώς και τη ακολουθούμενη αμέσως μετά, δηλαδή στις 12 Ιανουαρίου, διεθνή) διάσκεψη στη Γενεύη. Όσον αφορά την διμερή συνάντηση να σημειώσουμε πως από τα θέματα που συζήτησαν τα πιο σημαντικά αφορούσαν την διακυβέρνηση της ΔΔΟ και το εδαφικό. Στο μεν πρώτο αν και η ε/κ και ελληνική πλευρά συνέχισε να μην κάνει δεκτή την εκ περιτροπής προεδρία, είναι φανερό πως η όλη «σύλληψη» την οποία αποδέχεται, αναπαράγει τη διχοτόμηση και κάνει την Τουρκία επιδιαιτητή σε όλο το νησί. Στο εδαφικό μέσω και της κατάθεσης χαρτών φαίνεται πως η Τουρκία κάνει κάποιες μικρές ποσοτικές υποχωρήσεις επιμένοντας στο ποιοτικό στοιχείο των εδαφών που θα παραχωρηθούν από την ίδια. Συμπερασματικά αν από τη μια ασκήθηκαν ισχυρές πιέσεις σ’ όλες τις πλευρές επιβεβαιώθηκε αυτό που είχε διαφανεί από την αρχή: ότι δηλαδή η διμερή συνάντηση ήταν το «φύλλο συκής» για να κρύψει την ειλημμένη απόφαση να πραγματοποιηθεί έτσι ή αλλιώς η πενταμερής συνάντηση στις 12 Ιανουαρίου. Έτσι παρά το γεγονός πως δεν συμφώνησαν ούτε στο εδαφικό ούτε στη διακυβέρνηση της ΔΔΟ προχώρησαν στην πενταμερή.

Ακόμα πιο έντονες πιέσεις άσκησε ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας όσον αφορά την διεθνή διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου για την οποία θα πρέπει να σημειώσουμε τα εξής:

- Οι ΗΠΑ παρακολούθησαν από κοντά τη διαδικασία και άσκησαν εντονότατες πιέσεις ώστε αν είναι δυνατόν να υπάρξει συμφωνία έστω και κατ’ αρχήν(δεσμεύοντας έτσι και την νέα διοίκηση του Λευκού Οίκου), και πάντως σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμά της να είναι τέτοιο που να αφήνει το περιθώριο συνέχισης των διαπραγματεύσεων, όπως και έγινε. Η ΕΕ και δια μέσω αυτής οι Γερμανοί και Γάλλοι ιμπεριαλιστές πίεσαν για να αποκτήσουν ρόλο στο θέμα της ασφάλειας, ανοίγοντας ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης με την τούρκικη αστική τάξη. Η Αγγλία έκανε σαφές πως δεν θα δεχτεί καμιά αλλαγή στο ζήτημα των βάσεων. Ενώ και η Ρωσία είχε την δυνατότητα παρατήρησης και εκτίμησης των εξελίξεων μέσω της συμμετοχής της σαν μέλος του ΣΑ του ΟΗΕ.

- Είναι η πρώτη φορά που η ε/κ πλευρά αποδέχεται τη συζήτηση για την καθεστώς των εγγυήσεων και της ασφάλειας πριν συμφωνηθούν τα υπόλοιπα θέματα. Κατά δεύτερον, η ε/κ πλευρά αποδέχτηκε την χρόνια απαίτηση της τ/κ και τουρκικής πλευράς ώστε η διάσκεψη είναι πενταμερής με την ΕΕ και τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας σε ρόλο παρατηρητή, κάτι που συνιστά μερική υποχώρηση της. Επίσης o Αναστασιάδης παρά το γεγονός πως είχε δηλώσει-για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις- πως στη διάσκεψη θα παραβρεθεί και ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας παρουσιάστηκε μόνο ως «εξοχότητα», δηλαδή ως εκπρόσωπος της ε/κ κοινότητας. Η κάθετη θέση της τουρκικής πλευράς όσον αφορά την παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων κατέδειξε τις σοβαρές αντιθέσεις και τα ζητήματα κυριαρχίας που «ακουμπά» η επιχειρούμενη «λύση» του κυπριακού ζητήματος.

4. ΟΙ ΗΠΑ έχουν σημαντικούς λόγους στο να θέλουν το προχώρημα αυτής της διαδικασίας. Όπως προαναφέραμε για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό συμπλέκονται πια στενά η διαχρονική γεωστρατηγική σημασία της Μεγαλονήσου με τις σύγχρονες ανάγκες, συμφέροντα και σχεδιασμούς του.

Η Κύπρος αποτελεί σημαντικός κρίκος στη γεωστρατηγική αντιπαράθεση που εκτείνεται σε όλο το τόξο που ξεκινά από τις Βαλτικές και την Πολωνία, περνά από την διαιρεμένη Ουκρανία, διατρέχει τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων και περνώντας από το Αιγαίο διασχίζει την φλεγόμενη Μέση Ανατολή φτάνοντας μέχρι το Αφγανιστάν.

Η Κύπρος μπορεί να γίνει ολοκληρωτικά το «αβύθιστο αεροπλανοφόρο», μπορεί να αποτελέσει δηλαδή ένα στρατηγικό ορμητήριο για τις επεμβάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική αλλά και για την αντιμετώπιση-περιορισμό της ρωσικής παρουσίας στην περιοχή. Διότι η Ρωσία έχει αναβαθμίσει την παρουσία της στη Συρία και στην περιοχή και ειδικά μετά και την πτώση του Χαλεπιού προχωρά σε μια σειρά κινήσεις που θίγουν ευθέως την αμερικάνικη επιρροή σ’ αυτήν.

Η Κύπρος αποτελεί στρατηγικό σημείο επιτήρησης και ελέγχου ενός μεγάλου μέρους της Ανατολικής Μεσογείου, των ναυτικών δρόμων και ιδιαίτερα αυτού από και προς τη Διώρυγα του Σουέζ, από την οποία διακινείται ήδη το 1/3 των παγκόσμιων εμπορευμάτων και η οποία αναβαθμίστηκε πρόσφατα (Αύγουστος 2015) με την πρόσθεση ενός δεύτερου καναλιού που εκτιμάται ότι θα υπερδιπλασιάσει τον όγκο των φορτίων που θα περνάνε από αυτή μειώνοντας ταυτόχρονα σημαντικά και τον χρόνο διέλευσης.

Στην οικονομικοπολιτική (και όχι μόνο) διάσταση έχει προστεθεί τα τελευταία χρόνια η προοπτική να λειτουργήσει η Κύπρος τόσο σαν ενεργειακή πλατφόρμα όσο και σαν διαμετακομιστικός σταθμός υδρογονανθράκων. Ήδη όσον αφορά τα κοιτάσματα της Κύπρου και στα διάφορα «οικόπεδα» όπως λέγονται, έχουν ήδη –με πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ- πάρει θέση μεγάλα δυτικά μονοπώλια του κλάδου. Ωστόσο είναι περισσότερο σημαντική η λειτουργία της Κύπρου ως κέντρο διαμετακόμισης των υδρογονανθράκων της περιοχής. Μιας περιοχής που στα πλούσια σε κοιτάσματα των χωρών της Μέσης Ανατολής (Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Ιράκ, Συρία) έχουν προστεθεί τα πλούσια κοιτάσματα της Κασπίας Θάλασσας αλλά και αυτά της λεκάνης της Λεβαντίνης.

Εκτός από την προφανή μεγάλη οικονομική σημασία των προηγουμένων, οι ενεργειακές πηγές, οι σταθμοί αλλά και οι δρόμοι μεταφοράς τους, αποτελούν ένα από τα ισχυρά πολιτικά χαρτιά στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ είναι δημόσια δηλωμένη η πρόθεσή τους να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως τμήμα του στρατηγικού στόχου της ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Ρωσία και αδήλωτος αλλά εύκολα συναγόμενος στόχος η κατάχτηση από τις ίδιες τις ΗΠΑ ενός καθοριστικού ελέγχου της ευρωπαϊκής ενεργειακής τροφοδοσίας. Παράλληλα μιας και όλη η διαδικασία συμπλέκεται στενά με τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ), που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση ανάμεσα στις αστικές τάξεις της περιοχής, δίνεται στις ΗΠΑ ένα επιπλέον εργαλείο παρεμβάσεων-πιέσεων-εκβιασμών των αστικών τάξεων προς όφελος της επικυριαρχίας τους.

Ταυτόχρονα η Κύπρος έχει σε γεωπολιτικό επίπεδο, αποτελέσει μια πρώτης της τάξης συγκολλητική ουσία των διάφορων τριμερών/τετραμερών συνεργασιών-συμμαχιών που στήνουν οι ΗΠΑ στην περιοχή ανάμεσα σε Ελλάδα- Ισραήλ- Αίγυπτο, που όχι μόνο πιέζουν την Τουρκία προς ευθυγράμμιση στις αμερικανικές επιδιώξεις, αλλά και δημιουργούν για τις ΗΠΑ αυξημένες δυνατότητες επηρεασμού των εξελίξεων στην περιοχή.

Αν συνυπολογίσουμε στα προηγούμενα και το Αιγαίο όπου το ΝΑΤΟ, με πρόσκληση της δήθεν αριστερής κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και με πρόσχημα τους πρόσφυγες, κατοχυρώνει μέρα τη μέρα την μόνιμη και διαρκή παρουσία του, τότε μπορούμε να έχουμε την «μεγάλη εικόνα»:

Την μετατροπή της Ανατολικής Μεσογείου αν όχι σε χώρο αποκλειστικής (Νατοϊκή «λίμνη») τουλάχιστον σε χώρο ενισχυμένης κυριαρχίας των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Πράγμα που θα δυσχεράνει κατακόρυφα την διέλευση αλλά και την παρουσία του ρώσικου (ή και οποιουδήποτε εχθρικού στο ΝΑΤΟ) στόλου, ο οποίος θα βρίσκεται επιπλέον και σε διαρκή επιτήρηση. Με απώτερο σκοπό τον πλήρη εξοβελισμό του από την Ανατολική Μεσόγειο, πράγμα που θα ενισχύσει την επιδιωκόμενη από τις ΗΠΑ ασφυκτική περικύκλωση της Ρωσίας.

5. Η Αγγλία συνεπικουρεί τις ΗΠΑ στην όλη διαδικασία, ενώ έχει με κάθε τρόπο τονίσει σε όλες τις πλευρές (Ελλάδα, Τουρκία, ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή πλευρά αλλά εμμέσως και προς τις ΗΠΑ) πως δεν θα αποδεχτεί καμία αμφισβήτηση του καθεστώτος των βάσεων που διαθέτει στο νησί και κατ’ επέκταση του ρόλου της. Έχοντας μάλιστα μπροστά της και τα αχαρτογράφητα νερά της διαδικασίας του Brexit, η επιρροή της στην Κύπρο την βοηθάει τριπλά: τις δίνει κάποιους πόντους στην ετεροβαρή συνεννόηση με τις ΗΠΑ, αντίστοιχα την βοηθά στην διαπραγμάτευση με την ΕΕ και φυσικά αποτελεί ένα σοβαρό ατού στην προώθηση των δικών της ιδιαίτερων συμφερόντων στην Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, έστω και στα πλαίσια που οριοθετεί ο μεγάλος υπερατλαντικός σύμμαχος.

Η Γερμανία και η Γαλλία δια μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και αυτοδύναμα έχουν η κάθε μία σοβαρούς λόγους να βρίσκονται μέσα στην όλη διαδικασία. Κατ’ αρχήν έχει ανέβει η επιρροή των δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών στην Κύπρο, με σταθμούς κλειδιά αυτής της πορείας την ένταξη σε ΕΕ (2004) και ευρώ (2008) και το κούρεμα των καταθέσεων (2013). Οπότε δεν θέλουν να είναι απόντες από μια διαδικασία που γνωρίζουν πως από τις ΗΠΑ επιδιώκεται ο μέγιστος δυνατός έλεγχος του νησιού κάτι που αντικειμενικά θα συμβεί και σε βάρος της δικής τους επιρροής και δυνατότητας ελέγχου. Διεκδικούν κατ’ ελάχιστο να είναι μέσα στους διακανονισμούς της «επόμενης μέρας» και φυσικά ενώ μπορούν να ανεχθούν –θέλοντας και μη- την στρατιωτική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ (και της Αγγλίας) δεν θα δεχτούν αδιαμαρτύρητα να απολέσουν τον οικονομικοπολιτικό ρόλο που έχουν καταχτήσει στην Κύπρο. Οι επισκέψεις Ολάντ και Σταϊνμάγερ σε Λευκωσία και Αθήνα, τόσο οι πρόσφατες όσο και αυτές του τελευταίου τρίχρονου, όπως και η ασυνήθιστα γρήγορη, για τα αντανακλαστικά που μας έχει συνηθίσει να επιδεικνύει, κίνηση της ΕΕ να δηλώσει πρόθυμη να συμμετάσχει στη διεθνή συνάντηση στις 12 Ιανουαρίου, μαρτυρούν, την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν αλλά και τις ανησυχίες που τους γεννιούνται για τις εξελίξεις στο Κυπριακό και τον δικό τους ρόλο και θέση.

Ο «κληρονόμος» της αστικοποιημένης Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσία, είδε το ρόλο και τους στενούς δεσμούς που είχε δημιουργήσει με την οικονομική και πολιτική ελληνοκυπριακή ελίτ, να περιορίζονται συνεχώς και κλιμακωτά με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ΕΕ και το ευρώ. Η οικονομική και πολιτική της επιρροή βέβαια, δέχτηκε το καίριο χτύπημα με το κούρεμα των καταθέσεων το 2013. Ωστόσο διαθέτει, έστω και περιορισμένα πια, κανάλια οικονομικής και πολιτικής επιρροής και δήλωσε το παρών της στις διαπραγματεύσεις έστω και με τη φόρμουλα του ΟΗΕ (ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας). Επί της ουσίας θα ήθελε να κάνει ότι περνάει από το χέρι της, ώστε να μην υπάρξει μια «λύση» που να την αποκλείει εντελώς από τις μελλοντικές εξελίξεις στην Κύπρο. Διότι γνωρίζει καλά και από πρώτο χέρι πως αυτό που επιχειρείται από τις ΗΠΑ αφορά σ’ ένα σημαντικό βαθμό τον εξοβελισμό της από την περιοχή. Ενώ η ίδια, όπως δείχνει, η στάση της στη Συρία, αλλά και κινήσεις όπως η εξαγορά, από τη Ρόσνεφτ, του 30% του τεμαχίου Σιορούκ στο οποίο βρίσκεται το μεγάλο αιγυπτιακό κοίτασμα Ζορ, θέλει όχι μόνο να διατηρήσει αλλά να ενισχύσει την παρουσία της στην περιοχή, να επεκτείνει τις στρατιωτικές της βάσεις, να βρει και άλλες χώρες στηρίγματα της ιμπεριαλιστικής της παρουσίας στην κρίσιμη αυτή γωνιά του πλανήτη.

6. Μακριά από προσεγγίσεις που υπερτονίζουν τις δυνατότητές της παραβλέποντας το σοβαρό μωσαϊκό των αντιθέσεων που την χαρακτηρίζουν ή που αντίθετα την θεωρούν λίγο έως πολύ υπό κατάρρευση, αυτό που μπορούμε να επισημάνουμε είναι πως τούρκικη άρχουσα τάξη έχει εισέλθει σε μια σοβαρή περίοδο ανακατατάξεων και αναπροσανατολισμών τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην εξωτερική της πολιτική με κύριο την επαναδιαμόρφωση των σχέσεων της με τους ιμπεριαλιστές. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο και παρά τη ρευστότητα που αυτό δημιουργεί, για την Τουρκία, η Κύπρος διατηρεί μια σημαντική γεωστρατηγική θέση. Αυτό που κατ’ αρχήν επιδιώκει η τουρκική ηγεσία, και σ’ αυτό θεωρούμε ότι δεν πρωτοτυπεί ο Ερντογάν, είναι η νομιμοποίηση- κατοχύρωση των αποτελεσμάτων της εισβολής του 1974. Δεν νομίζουμε ότι παρά τις κατά καιρούς σκέψεις που έχουν γίνει, ότι θα συνέφερε στην τούρκικη άρχουσα τάξη μια λύση προσάρτησης του κατεχόμενου από την ίδια βόρειου κομματιού του νησιού, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το δρόμο για την προώθηση αντιθετικών ή και απειλητικών για την ίδια καταστάσεων στο υπόλοιπο τμήμα του. Μια τέτοια επιλογή με τους σημερινούς όρους, θα ήταν μάλλον μια επιλογή ανάγκης και όταν θα έχει εξαντληθεί κάθε άλλη δυνατότητα.

Η τούρκικη αστική τάξη, επιδιώκει στο βάθος να μετατραπεί σε «προστάτιδα δύναμη» όλου του νησιού, αυξάνοντας την πολιτική και στρατιωτική της επιρροή σ΄ αυτό. Στη βάση αυτή μπορεί να «θυσιάσει» τμήμα του εδάφους που έχει καταλάβει με την εισβολή του 1974. Διότι επιπλέον γνωρίζοντας τα σχέδια των ΗΠΑ αλλά και συνολικά της «Δύσης» για μια ολική αναβάθμιση της Κύπρου στρατηγικά-ενεργειακά και ενταγμένης ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με προοπτική να μπει στο ΝΑΤΟ, η κατάχτηση από μεριάς της ενός τέτοιου ρόλου και θέσης στο νησί, θα την αναβάθμιζε αντίστοιχα και θα την έκανε απαραίτητο συμβαλλόμενο μέρος σε οποιαδήποτε διεργασία-διακανονισμό στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αστική τάξη της Τουρκίας πέτυχε όπως η συνάντηση στις 12 Ιανουαρίου να είναι πενταμερής, (ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή πλευρά, και οι τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» Τουρκία, Ελλάδα και Αγγλία) έστω και με προσθήκες παρατηρητών. Το ήθελε αυτό ώστε να προβάλλει το κυπριακό σαν ζήτημα συνεννόησης των πλευρών αυτών και όχι σαν διεθνές ζήτημα κατοχής. Συνακόλουθα διότι έτσι ενισχύει την θέση της για διαιώνιση του καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων αλλά και των στρατευμάτων κατοχής που διατηρεί στο νησί. Στο τελευταίο μάλλον το περισσότερο που θα μπορούσε να αποδεχτεί –στο μέλλον– θα ήταν η παραμονή τους για ένα σημαντικό διάστημα μέσα στο οποίο τα ανταλλάγματα πολιτικής-οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος που θα τις δίνονται όσον αφορά την διακυβέρνηση της Κύπρου να «ισοφαρίζουν» την τροποποίηση του καθεστώτος αυτού.

7. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων έχουν υποβαθμίσει σημαντικά την οικονομική υπόσταση της ελληνικής αστικής τάξης, την έχουν κάνει ακόμη πιο ευάλωτη στις ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις και εκβιασμούς και επιρρεπή σε μια σειρά τυχοδιωκτισμούς αλλά και ενδοτισμούς. Προβάλλει την γεωστρατηγική της θέση, αλλά και την «σταθερότητά» της σε αντίθεση με την αστάθεια –όπως αναφέρει- της γειτονικής Τουρκίας, για να παζαρέψει το σταμάτημα της «κατρακύλας» της, σε βάρος πάντα των εργαζόμενων στη Ελλάδα. Η ελληνική αστική τάξη, και μαζί της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πατώντας στα χνάρια των προηγούμενων κυβερνήσεων, από τη μια έχει βαλθεί να αποδείξει την «χρησιμότητά» της στον αμερικάνικο παράγοντα και από την άλλη σαν σύνολο ή τμηματικά έχει κάθε λόγο να ανησυχεί από τις εξελίξεις στο κυπριακό.

Έτσι, όχι χωρίς ταλαντεύσεις και ερωτηματικά, αλλά πάντως με περισσή υποτέλεια προς τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η άρχουσα τάξη της χώρας μας, θεωρεί πως η ευθυγράμμιση στο κυπριακό ζήτημα με τις ΗΠΑ θα τις δώσει αν όχι βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα οφέλη, καθιστώντας την ίδια σε «αξιόπιστο εταίρο του υπερατλαντικού αφεντικού. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση άλλωστε έχουν προηγηθεί τόσο η συμμετοχή μαζί με την Κυπριακή Δημοκρατία, στις made in USA τριμερείς με το τρομοκράτη κράτος του Ισραήλ και την χούντα της Αιγύπτου, η «συζήτηση» για νέα αμερικανονατοϊκή βάση κάπου στο Αιγαίο (Κάρπαθος) που θα προστεθεί στη στρατηγική βάση της Σούδας, αλλά και το διάπλατο άνοιγμα του Αιγαίου στα ΝΑΤΟϊκά πλοία. Έτσι θεωρεί πως η υποστήριξη από την πλευρά της, της ΔΔΟ με μια συμφωνία σταδιακής αποχώρησης των τούρκικων στρατευμάτων (εφόσον το δεχτεί η Άγκυρα), αν συνδυαστεί με μια ακόμα μεγαλύτερη πρόσδεση της Κύπρου στα ευρωατλαντικά δεσμά (ένταξη στο ΝΑΤΟ) θα ήταν μια «λύση» διασφάλισης των ελάχιστων. Βέβαια επειδή το πρόβλημα της Κύπρου παραμένει για την ελληνική αστική τάξη όπως και για την τουρκική πρόβλημα κυριαρχίας, στο εσωτερικό της υπάρχουν σοβαροί ενδοιασμοί και ενστάσεις για το αν θα «καλύπτονταν» στοιχειωδώς τα συμφέροντα της από μια τέτοια εξέλιξη.

8. Η επιχειρούμενη «λύση-διευθέτηση» του Κυπριακού ζητήματος , με τους σημερινούς όρους και συνθήκες θα λέγαμε ότι μοιάζει με επιχείρηση τετραγωνισμού του κύκλου. Και η ελληνική και η τούρκικη αστική τάξη θέλουν –και όσο μπορούν το επιδιώκουν- «δικιά τους» ολόκληρη την Κύπρο. Ή αλλιώς καμιά από τις δύο δεν είναι πρόθυμη να αναγνωρίσει δικαιώματα ρόλου στο νησί στην άλλη. Στη βάση αυτή και από γενική άποψη προτιμούν να μένει το ζήτημα ανοιχτό, ελπίζοντας σε μια επόμενη φάση να έχουν τους όρους πλήρους εκτόπισης από την Κύπρο της ανταγωνίστριας τάξης. Ωστόσο και δεδομένα έχουν δημιουργηθεί όλες τις προηγούμενες δεκαετίες και στη συγκυρία είναι και οι δύο ευάλωτες στις πιέσεις- απαιτήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που άνοιξαν εκ νέου και πιεστικά το ζήτημα. Από αυτή την άποψη-και ουσιαστικά συρόμενες από την ιμπεριαλιστική πρωτοβουλία που άνοιξε το ζήτημα- αναζητούν πως θα προσαρμόσουν τον ευρύτερο στόχο τους στο σημερινό πλαίσιο που δημιουργούν οι ιμπεριαλιστές, έτσι ώστε να παραμένει ζωντανή η επιδίωξη της κάθε μιας για τον πλήρη εκτοπισμό της άλλης από την Κύπρο. Σε αυτή τη βάση φαίνεται να έχει διαμορφωθεί σήμερα ως κυρίαρχη τάση και στη μια και στην άλλη αστική τάξη η αποδοχή της ΔΔΟ. Αλλά ωστόσο οι ειδικότεροι όροι με τους οποίους θα συγκροτηθεί ένα τέτοιο μόρφωμα αποτελούν ένα πεδίο πραγματικής αντιπαράθεσης και φέρνουν στην επιφάνεια την αντίφαση που διατρέχει και τη μια και την άλλη αστική τάξη: Από τη μια να θέλει να είναι αυτή ο αποκλειστικός ντόπιος εργολάβος της Κύπρου μέσω του οποίου θα πραγματώνεται η χρήση του νησιού ως αβύθιστο αεροπλανοφόρο από τους αμερικανονατοϊκούς ιμπεριαλιστές. Από την άλλη να επιδείξει η κάθε μία αστική τάξη τη μέγιστη δυνατή χρησιμότητα και προσαρμοστικότητα στις άμεσες και επείγουσες ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις που όμως περιλαμβάνουν την «ικανοποίηση» και τη συμμετοχή και των δύο αστικών τάξεων.

9. Έχοντας δεδομένη την αντίφαση που περιγράψαμε, και πριν επισημάνουμε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία που έχουν διαμορφωθεί στις δύο πλευρές του νησιού σήμερα, θα θέλαμε να σημειώσουμε δύο πράγματα. Πρώτο ότι οι αντιθέσεις της ελληνικής και της τουρκικής αστικής τάξης όχι μόνο «μεταφέρονται» στις δύο ελίτ του νησιού «απ’ έξω» αλλά και αναπαράγονται από τις δικές τους επιδιώξεις και αντιθέσεις. Δεύτερο χωρίς να παραγνωρίζουμε τις «εσωτερικές» ας πούμε αντιθέσεις της κάθε πλευράς (μεταξύ ελληνικής και ε/κ αστικής τάξης και μεταξύ τουρκικής και τ/κ αστικής τάξης) αυτές δεν μπορούν να επισκιάσουν τις αντιθέσεις ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης και φυσικά να βγουν έξω από το πλαίσιο που ορίζει ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας.

Στα κατεχόμενα, η σοβαρή αντίθεση των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στις πολιτικές λιτότητας της προηγούμενης κυβέρνησης Ερόγλου που επιβλήθηκαν από την τουρκική ηγεσία (περιορισμός κατά 30% του προϋπολογισμού του τούρκικου ψευδοκράτους), συνδυάστηκε με δυσαρέσκειες τμημάτων της τουρκοκυπριακής ελίτ για εισβολή τούρκικων κεφαλαίων και τον εκτοπισμό τους από θέσεις κλειδιά στην οικονομία του βόρειου κατεχόμενου τμήματος. Επίσης αυξήθηκαν οι δυσαρέσκειες των Τουρκοκυπρίων για τη μείωση του ποσοστού τους και άρα και του «ειδικού τους βάρους» στον πληθυσμό από τον συνεχή εποικισμό. «Τέλος», ειδικά αφότου έγινε πιο εύκολη η επικοινωνία των δύο τμημάτων του νησιού, και ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός διαπίστωσε την μεγάλη διαφορά βιοτικού επιπέδου μεταξύ των ίδιων και των Ελληνοκυπρίων, αυξήθηκαν οι προσδοκίες του για «μια καλύτερη ζωή», προοπτική που είχε απαραίτητο όρο την επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων η οποία εκτός των άλλων θα τους έβγαζε από την απομόνωση που τους είχε καταδικάσει ο σφικτός εναγκαλισμός με την Άγκυρα. Στον ίδιο καμβά οι πολιτικές του AKP που μεγάλωναν τις αποστάσεις από την ΕΕ και έθεταν σε αμφισβήτηση την κοσμικότητα του κράτους, ενίσχυαν τις τάσεις αυτές. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω συνέτειναν στην εκλογή του Ακιντζί το 2015, που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τους γνήσιους πόθους τμημάτων των Τουρκοκυπρίων για επανένωση ώστε να προωθήσει πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντα της τουρκοκυπριακής ελίτ, χωρίς ωστόσο να μπορεί να βγει έξω από το πλαίσιο που διαμορφώνει η πολιτική της Τουρκίας.

Στην ελληνοκυπριακή ελίτ ή τέλος πάντων στην κυρίαρχη σήμερα τάση της, σπουδαίο ρόλο παίζουν οι φιλοδοξίες της να αποτελέσει ενεργειακή πλατφόρμα αλλά και κόμβο για την «Δύση» συνολικά και ειδικότερα για τις ΗΠΑ. Αυτό δεν σημαίνει πως στα επονομαζόμενα ζητήματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων μπορεί εύκολα να κάνει παραχωρήσεις και πάντως όχι χωρίς σοβαρούς και εσωτερικούς τριγμούς και αναταράξεις. Θεωρεί, όπως άλλωστε της το έχουν κάνει σαφές οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, πως οι προσδοκίες της αυτές και μια συνακόλουθη μετατροπή της σε εμπορικό κόμβο και πεδίο διεθνών επενδύσεων, περνάει μέσα από τη «διευθέτηση» του κυπριακού. Ταυτόχρονα δέχεται ισχυρές πιέσεις από τις ΗΠΑ, για τους λόγους που προαναφέραμε στο σημείο 4, ώστε να κάνει μια σειρά υποχωρήσεις, περισσότερες ακόμα και από αυτές που ένα τμήμα της τουλάχιστον, είχε αποδεχτεί στο σχέδιο Ανάν.

Το μέτωπο των ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του, εκφράζει αυτά τα τμήματα της ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης, που επενδύουν στην ΔΔΟ σαν «λύση» που θα αναβαθμίσει της δυνατότητες της, διευθετώντας ένα «παρωχημένο» πρόβλημα. Ειδικότερα το τμήμα της ελληνοκυπριακής ελίτ που εκφράζεται από τον και την εκφράζει ο Αναστασιάδης, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες που εκφράζονται τόσο στο εσωτερικό της ελίτ όσο και στην Ελλάδα από τμήματα ή παράγοντες της εκεί άρχουσας τάξης, ισχυρίζεται επιπλέον πως αυτή η προοπτική της ΔΔΟ εάν συνδυαστεί με την έως και ένταξη στο ΝΑΤΟ, διασφαλίζει την ανεξαρτησία του νησιού!! Θεωρώντας επίσης, ανιστόρητα, την προσέγγιση με τον δολοφονικό μηχανισμό του ΝΑΤΟ ως αντίβαρο σε μια ενδεχόμενη υποχώρησή του στις διαπραγματεύσεις που θα περιλαμβάνει την παραμονή για κάποιο σημαντικό διάστημα των τούρκικων στρατευμάτων στο νησί.

10. Όλες αυτές οι κάθε άλλο παρά ευχάριστες για τον κυπριακό λαό, αλλά τελικά και για όλους τους λαούς, εξελίξεις πραγματοποιούνται σε μια φάση που το αρνητικό φόντο που πριν περιγράψαμε, συμπληρώνεται με την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το λαϊκό κίνημα στις τρεις χώρες, την ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στην περιοχή, πράγμα που κάνει πιο εύκολη την προώθηση των αντιδραστικών διχοτομικών σχεδίων των ιμπεριαλιστών και την δημιουργία σοβαρών εντάσεων και κινδύνων για τους λαούς της Κύπρου, της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Ειδικότερα και όσον αφορά τη χώρα μας, η παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, ο οποίος ως ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ είχε στηρίξει το σχέδιο Ανάν, η υποτακτική στους ιμπεριαλιστές και παρά τις κορώνες που πιθανά θα ριχτούν στάση των υπόλοιπων κομμάτων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων), δυσχεραίνει την λαϊκή αφύπνιση. Ενώ η φασιστική/ναζιστική ΧΑ όπως και διάφορες συγκροτήσεις της ακροδεξιάς ήδη προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τις εξελίξεις για να χύσουν το δηλητήριο του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας μεταμφιεζόμενοι σε πατριώτες. Η πρόσφατη αλλαγή θέσης του ΚΚΕ (μετά από μια τρίχρονη διαδικασία) από την φανατική υποστήριξη της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας στην καταδίκη αυτής της θέσης ως διχοτομικής κλπ, θα μπορούσε να είναι μια θετική εξέλιξη, εάν δεν αποτελούσε φανερά μια κίνηση, που επιχειρεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από το γεγονός πως για δεκαετίες υποστήριζε θέσεις που σήμερα υλοποιούνται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, και με στόχο να μην χρεωθεί και το ίδιο τα αποτελέσματα αυτών των σχεδίων.

11. Το σχέδιο που προωθείται πέρα από τις τυχόν λεπτομέρειες που θα περιλαμβάνει, νομιμοποιεί την διχοτόμηση του νησιού δημιουργώντας ένα κράτος «φάντασμα» που θα περιλαμβάνει δύο «συνιστώντα κράτη» που θα εκφράζουν τις αλληλοσυγκρουόμενες «εργολαβίες» Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο και στην περιοχή και οι οποίες βέβαια θα τελούν υπό την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Δηλαδή ένα σχέδιο που φτιάχνει ένα κράτος «έκτρωμα» σε ομηρία των ιμπεριαλιστών.

Ένα σχέδιο που δίνει στην Τουρκία ρόλο επιδιαιτητή σε όλο το νησί. Ένα σχέδιο που δεν κατοχυρώνει καμιά ανεξάρτητη οντότητα καθώς νομιμοποιεί παραπέρα και διαιωνίζει την δυνατότητα των εγγυητριών δυνάμεων να επεμβαίνουν στο νησί.

Ένα σχέδιο που καθώς θα υλοποιείται θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερες διαιρέσεις, θα μεγαλώσει την αλληλοκαχυποψία των δύο κοινοτήτων, και θα αυξήσει τις πιθανότητες νέων εντάσεων ακόμα και πολεμικών.

Ένα σχέδιο που δίνει τη δυνατότητα στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές να μετατρέψουν το νησί σε αβύθιστο αεροπλανοφόρο για την κλιμάκωση των φιλοπόλεμων σχεδίων τους στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.

Ένα σχέδιο που αυξάνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μιας και προωθεί τον εξοβελισμό της Ρωσίας από την περιοχή και συνάμα βάζει σφήνα στην επιρροή της ΕΕ στη Κύπρο.

Ένα σχέδιο που παρά τα «μπλοκαρίσματά» του ήδη δημιουργεί αρνητικά δεδομένα για την υπόθεση της Κύπρου και του λαού της, δεδομένα πάνω στα οποία οικοδομούνται τα επόμενα αντιδραστικά βήματα.

Απέναντι σε όλα αυτά, ο κυπριακός λαός (Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι), μαζί με τους λαούς της Ελλάδα και της Τουρκίας, πρέπει να πει ένα ΟΧΙ στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και των υποταγμένων αστικών τάξεων. Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η ανάπτυξη αντιπολεμικού- αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στις δύο κοινότητες του νησιού, στην χώρα μας και στην Τουρκία, που θα βάλει στο στόχαστρο την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, το ιμπεριαλιστικό «διαίρει και βασίλευε» και θα αναπτύξει την από κοινού πάλη του, με στόχο:

- Μια Κύπρο Ενιαία και Ανεξάρτητη, έξω από κάθε ιμπεριαλιστικό συνασπισμό και πατρωνία

- Για να φύγουν όλοι οι στρατοί από την Κύπρο

Ένα κίνημα που θα βροντοφωνάξει αλλά προπαντός θα παλέψει στην πράξη το σύνθημα:

- ΕΛΛΑΔΑ, ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ – ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ!

15 Γενάρη 2017

http://www.kkeml.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: