9 Ιαν 2017

"Το τόξο της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και η διάταξη των δυνάμεων στον κόσμο"


Το Σάββατο 17/12, στο χώρο νεολαίας και πολιτισμού ΣΦΕΝΤΟΝΑ στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση στο πλαίσιο των "Κύκλων Πολιτικής Θεωρίας" με θέμα: "Το τόξο της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και η διάταξη των δυνάμεων στον κόσμο" με εισηγητή τον Λάκη Βόντση, μέλος του ΚΚΕ (μ-λ).
Δημοσιεύουμε ολόκληρη την εισήγηση και την φωτογραφική παρουσίαση που τη συνόδευε.


"Το τόξο της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης και η διάταξη των δυνάμεων στον κόσμο"

Α. Εισαγωγή
Η σημερινή διάταξη δυνάμεων – σε γενικές γραμμές – αποτελεί «προϊόν» της έκβασης του
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια η κατάρρευση της ΣΕ και του Ανατολικού Συνασπισμού άνοιξε την διαδικασία ανατροπής αυτού του στάτους, με όλες τις συνέπειες και τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό για τους λαούς και την ανθρωπότητα γενικότερα. Αναμφίβολα αποτελεί τη σημαντικότερη εξέλιξη,μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο βαθμό που, αυτό καθαυτό το γεγονός, θέτει το ζήτημα της αναδιάταξης δυνάμεων και ανακατανομής ρόλων ανάμεσα στις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Κρίσιμο ζήτημα που βρίσκεται στην αρχή του, και λίγο παραπέρα…...
Οι ανατροπές που συντελέστηκαν, ο χαρακτήρας καθώς και ο τρόπος, εκτός του ότι άνοιξε την όρεξη κάθε ιμπεριαλιστή για αναβάθμισή του, συνδέονται άρρηκτα με τις αντιθέσεις που υπάρχουν και την δυναμική που αυτές μπορούν να αναπτύξουν,(σε κάθε φάση της όξυνσή τους) αλλά και με τις αντιφάσεις, τις αντινομίες του ίδιου του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Βασικό όσο και κρίσιμο στοιχείο των διεθνών εξελίξεων στα τελευταία χρόνια αποτελεί η ολοκληρωτική ανατροπή των ταξικών συσχετισμών σε παγκόσμια κλίμακα και στο εσωτερικό κάθε χώρας υπέρ της αστικών τάξεων, με αποτέλεσμα να κλιμακωθεί σε πρωτοφανείς διαστάσεις η επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο και γενικότερα στους λαούς. (αλλά αυτό είναι ένα άλλο ολόκληρο κεφάλαιο)
Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε είναι πως οι «συντελεστές ισχύος»[1] που διαθέτει ο κάθε ιμπεριαλιστής ξεχωριστά, δεν επαρκεί από μόνος του για τη προώθηση των ιδιαίτερων στόχων και επιδιώξεων. Ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ (που έχουν μεγάλη ευχέρεια πρωτοβουλιών), η «αδυναμία» αυτή τη καθιστά ως τη πλέον επικίνδυνη ιμπεριαλιστική δύναμη. Ωστόσο η διεύρυνση της βάσης στήριξης της και κατά συνέπεια η «αθροιστική ισχύς» μέσα από κάποια σύμπραξη που μπορεί να αλλάξει δραστικά τους υπάρχοντες συσχετισμούς, θέτει το ζήτημα των συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα, πράγμα που όπως έχει αποδειχθεί, τόσο ιστορικά όσο και στη σημερινή συγκυρία, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση[2].
Ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ, που ως ηγέτιδα δύναμη του Δυτικού Μπλοκ το πρόβλημα είναι πιο έντονο, μια που ο βασικός στρατηγικός στόχος είναι η παγκόσμια κυριαρχία. Όπως φάνηκε αρχικά ( και μέχρι σήμερα) επιδίωξή τους ήταν και είναι να το λύσουν στη βάση των μεταπολεμικών όρων. Ωστόσο οι «εταίροι» της Δύσης δεν αποδέχονται πλέον αυτούς τους όρους (και δικαίως, αφού έχουν ξεπεραστεί από τα ίδια πράγματα). Μπορεί να μην μπορούν να αμφισβητήσουν άμεσα τη πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, επιδιώκουν ωστόσο ανακατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων. (Κάτι τέτοιο ωστόσο κρύβει άλλες ανατροπές δυνητικά)

Β. Αντιπαράθεση ΗΠΑ (Δύσης) – Ρωσίας και το ζήτημα της στρατηγικής ισχύος (πυρηνικά)

Η αντιπαράθεση Δύσης(ΗΠΑ) – Ρωσίας συνεχίζει να αποτελεί πρακτικά και δυνητικά την κορυφαία αναμέτρηση στο πλανήτη.
Από το 1991, οι ΗΠΑ έμειναν να απολαμβάνουν την πρωτοκαθεδρία ισχύος στις διεθνείς υποθέσεις, ως ηγέτιδα δύναμη της Δύσης. Το διεθνές περιβάλλον που διαμορφώνεται μετά τη πτώση του Τείχους του Βερολίνου, έδειχνε να είναι ένα περιβάλλον που δεν περιείχε πηγή θανάσιμης απειλής για τις ΗΠΑ, και σαν θέληση και σαν δυνατότητα. Και δεν αναφερόμαστε στους δυτικούς συμμάχους αλλά και σε Κίνα και Ρωσία. Ιδιαίτερα η Ρωσία που τη περίοδο εκείνη είχε να απαντήσει στα ζωτικότατα προβλήματα εσωτερικής συγκρότησης και πολιτικής ηγεσίας, και φυσικά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που προέκυπταν, και αφορούσαν όχι μόνο τις χώρες του διαλυμένου ανατολικού συνασπισμού, και τις σοβιετικές Δημοκρατίες αλλά και αυτή καθαυτή τη ρώσικη ομοσπονδία.
Ωστόσο η κατάρρευση του Ανατολικού συνασπισμού και της ΣΕ, και οι αυτοκαταστροφικές τάσεις της Ρωσίας εκείνης της περιόδου, παρά το ότι πρόσφεραν πολλά πλεονεκτήματα στους ιμπεριαλιστές της Δύσης και στις ΗΠΑ, δεν επέφεραν τελικά την ολοκληρωτική εξουδετέρωση της. Βέβαια οι ΗΠΑ βλέποντας την «ιστορική ευκαιρία» να κυριαρχήσουν στο κόσμο, έκαναν ότι μπορούσαν για να ενισχύσουν αυτές τις τάσεις, που όμως δεν έφεραν το αποτέλεσμα που προσδοκούσαν. Αποδείχθηκε μια νίκη που έφερα τα χαρακτηριστικά του πολέμου που αποτελούσε την έκβασή του: μια «Ψυχρή νίκη»
Η Ρωσία εξακολουθεί να είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που μπορεί να πλήξει τις ΗΠΑ στο έδαφός τους, και συνακόλουθα η μόνη χώρα που δεν θα μπορούσε να εκβιαστεί στο επίπεδο αυτό από τις ΗΠΑ. Βέβαια υπήρξαν (και μάλλον εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα) σκέψεις και σχεδιασμοί (;) στην αμερικανική ιμπεριαλιστική τάξη για ένα αιφνιδιαστικό συντριπτικό πυρηνικό πλήγμα [3]. Ωστόσο από ότι φαίνεται επικρατούν πιο ρεαλιστικές επιλογές. Αυτές περιστρέφονται γύρω από μια κεντρική (και καθόλου καινούργια)ιδέα: την περικύκλωση μέχρι ασφυξίας της Ρωσίας, την αποδυνάμωσή της και τελικά την εξουδετέρωση του πυρηνικού της οπλοστασίου[4]. Όπως θα δούμε συνεχίζει να είναι ο βασικός άξονας (pivot) της γενικότερης στρατηγικής των αμερικάνων ιμπεριαλιστών, απέναντι στη Ρωσία. Βασικό εργαλείο για αυτό ήταν και είναι η επέκταση και ισχυροποίηση της τεράστιας πολεμικής μηχανής που διαθέτουν: το ΝΑΤΟ. Η επέκταση προς ανατολάς, και η προσέγγιση των ρωσικών συνόρων ξεκίνησε και προχώρησε σχετικά εύκολα και συνεχίζεται, όχι πλέον τόσο εύκολα….

Γ. Έλεγχος ευρασίας [5] και το «τόξο περικύκλωσης» της Ρωσίας
Παλαιότερες και σημερινές γεωπολιτικές προσεγγίσεις

Για πολλούς έγκυρους αναλυτές (ρώσους και Δυτικούς) ξετυλίγεται η δεύτερη φάση της γεωπολιτικής περικύκλωσης της Ρωσίας, με απώτερο στόχο την απώθησή της όσο πιο κοντά γίνεται προς τη Μόσχα, ακόμα και προς τα Ουράλια, και τον αποκλεισμό της πρόσβασής της σε κλειστές ή ανοικτές θάλασσες! Από τη βαλτική μέχρι τον Ειρηνικό!
Η βάση της θεωρίας αυτής πάει πολύ πίσω, στην Αγγλοσαξονική γεωπολιτική θεώρηση, που τη κληρονομούν οι ΗΠΑ και την εξελίσσουν. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση [6] η Ρωσία αποτελεί το κεντρικό ηπειρωτικό χώρο της υφηλίου (την heartland) που είναι αποκομμένη από τις θάλασσες και περικυκλωμένη από την (rimland) (βλ. εικόνα επάνω). Η rimland αποτελείται από την Αμερική! τις υπόλοιπες χώρες της δύσης και τις χώρες επιρροής τους που βρίσκονται στις ακτές του Ινδικού και Ειρηνικού ωκεανού και εμποδίζουν την πρόσβαση της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες. Περικυκλώνοντάς την λοιπόν και εγκλωβίζοντάς την εντός της Μαύρης Θάλασσας της Ανατολικής Ευρώπης και της Βόρειας Ασίας, και αφήνοντας την απομονωμένη στα γεωγραφικά της όρια, χωρίς διέξοδο προς τον Νότο, τον Βορρά ή και τη Δύση εκτιμούν ότι αυτό θα οδηγήσει, μαζί με παράλληλο οικονομικό και πολιτικό εμπάργκο εναντίον της, στον θάνατό της λόγω υπέρμετρης πίεσης και ασφυξίας!
Αυτόν τον αποκλεισμό προσπαθεί σήμερα να διαρρήξει η Μόσχα προσεγγίζοντας, (γιατί πλήρη ανάκτηση φαντάζει αδύνατη με τα τωρινά δεδομένα), τα όρια ελέγχου που είχε η ΣΕ κατά τη διάρκεια του «ψυχρού πολέμου» στην ευρασιατική «ενδοχώρα» (δηλαδή την ανατολική Ευρώπη, την Ουκρανία καθώς και Βαλτική).
Η διάλυση του συμφώνου Βαρσοβίας επαναθέτει για τις ΗΠΑ, και με μεγαλύτερη δυναμική, το ζήτημα της παρουσίας τους στην Ευρώπη. Βέβαια, θεωρητικά μετά τη διάλυση του αντίπαλου συμφώνου λήγει για τις ΗΠΑ η «ιστορική εντολή» της παρουσίας τους στην Ευρώπη. «Εντολή» που είχαν πάρει από το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και η οποία ανανεωνόταν συνεχώς στη βάση της αντιπαράθεσης των δύο στρατοπέδων. Στρατόπεδα που αναφέρονταν είτε σε διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα (μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50) είτε σε αντίπαλες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (στη συνέχεια ως και την κατάρρευση). Τώρα όμως, με βάση τα νέα δεδομένα, είχαν μια άλλη «ιστορική εντολή» και ευκαιρία: να θέσουν το στόχο της παγκόσμιας κυριαρχίας. Έτσι, η επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικά αποτελεί τη λογική συνέχεια της έκβασης του «ψυχρού πολέμου» με τον ίδιο διπλό στόχο. Φανερά στόχευε και στοχεύει τη Ρωσία. Επικαλυμμένα στην ανανέωση και ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας και της στρατιωτικής ηγεμονίας-επικυριαρχίας στην Ευρώπη. Μέσω αυτής της «οδού» πιέζουν τις βασικές ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και την ΕΕ στην κατεύθυνση της συμμόρφωσης-ευθυγράμμισης με τις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές.
Από μια γενική θεώρηση εξελίξεων μπορούμε να πούμε πως οι σχεδιασμοί των αμερικάνων ιμπεριαλιστών και του NATO, για την «ευρωπαϊκή απώθηση» της Ρωσίας έχει προχωρήσει σχεδόν απρόσκοπτα . Μια απλή επισκόπηση από την Σκανδιναβία και την Βαλτική, την ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια μέχρι το Αιγαίο[7] και την Ανατολική Μεσόγειο, το καταδεικνύει.
Πέρα από την εδαφική επέκταση του ΝΑΤΟ, που συνεχίζεται,[8] τα πιο κρισιμότερα όσο και επικίνδυνα(από κάθε άποψη) σημεία σε αυτή την εξέλιξη αποτελούν το πραξικόπημα στην Ουκρανία και το ξεκίνημα της εγκατάστασης πυραυλικού συστήματος, σε Ρουμανία και Πολωνία. Βασική και ουσιώδης συνέπεια που διαφοροποιεί το προηγούμενο στάτους και ωθεί σε δραματικά όρια την επικινδυνότητα των εξελίξεων, αποτελεί η συγκέντρωση πολύ μεγάλου όγκου στρατιωτικών δυνάμεων και στρατηγικής ισχύος στα σύνορα με την Ρωσία
Αν οι κινήσεις αυτές ήσαν, μόνο, σε επίπεδο σχεδιασμών, οι απειλές θα μπορούσαν να αγνοηθούν ακόμα και από τους Ρώσους. Αλλά, εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε καθόλου με κάτι τέτοιο. Εδώ, έχουμε να κάνουμε, με την έμπρακτη εφαρμογή του αντιπυραυλικού προγράμματος του ΝΑΤΟ, για την εγκατάσταση πυραυλικών συστημάτων, τα οποία είναι βασισμένα στη τελευταία τεχνολογία και τα οποία ανοιχτά πλέον στοχεύουν τη καρδιά της Ρωσίας από απόσταση αναπνοής. Μπορεί, για παράδειγμα, το πυραυλικό σύστημα της βάσης του Ντεσεβέλου (Ρουμανία) και της Πολωνίας να προβλέπεται ότι θα ενταχθούν επίσημα, στο αντιπυραυλικό πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, στα επόμενα 2 χρόνια αλλά αυτό δεν αλλάζει και πολύ τη ουσία του πράγματος. Το γεγονός της επιθετικής κίνησης είναι που μετράει αυτή τη στιγμή και όχι οι επισημότητες. Άλλωστε το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην επιχειρησιακή ολοκλήρωση του εγχειρήματος, μπορεί να χαρακτηριστεί άμεσο. Εδώ μπορούμε να πούμε πως ο μόνος λόγος που θα μπορούσε να εξηγήσει αυτή την ακραία επιθετική κίνηση είναι η ένταξή της σε αυτό που αποτελεί και το πυρήνα του βασικού δόγματος των ΗΠΑ: το αιφνιδιαστικό και αποφασιστικό πυρηνικό κτύπημα (first nuclear strike) εναντίον της Ρωσίας.
Η Ευρώπη ήταν και παραμένει το βασικό πεδίο αναμέτρησης. Μόνο που η «Γηραιά Ήπειρος» έχει και κάποια μειονεκτήματα για τις ΗΠΑ. Περιέχει και τους άλλοτε ισχυρούς ιμπεριαλιστές ( αυτούς που διαμόρφωσαν τους χάρτες που υπάρχουν ακόμα και σήμερα), και οι οποίοι, παρά τη μεταπολεμική τους υποβάθμιση, εξακολουθούν στο επίπεδο των φιλοδοξιών τους να είναι το ίδιο επιθετικοί και κυνικά επικίνδυνοι. Γενικότερα μιλώντας θα λέγαμε ότι οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές μοιάζουν να ξυπνούν από ένα λήθαργο και να ενεργοποιούνται τάσεις και αντανακλαστικά που σε μια προηγούμενη φάση έμοιαζαν παραλυμένα, κα ασφυκτικά πιεσμένα από τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη : τις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια η επιθετικότητα των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία που σε μια πρώτη φάση επιδιώκει τη μέγιστη συσπείρωση των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών (η λεία είναι μεγάλη και για όλους), έχει σε σχετικό βαθμό δεδομένη αυτή τη συσπείρωση, πράγμα που δεν φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Αλλά, ως γνωστόν, οι συσπειρώσεις και οι αντισυσπειρώσεις είναι στρυφνά προτσές, και δεν ακολουθούν αναγκαστικά τους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις αυτών που τα παράγουν. Η Ουκρανία, και αυτά που καταγράφονται τα δύο τελευταία χρόνια, περιέχει αρκετά από αυτά τα στοιχεία που δεν είναι εύκολο να αναλυθούν σε όλο το εύρος τους σήμερα και ενόσω τα πραγματικά και ουσιαστικά στοιχεία αυτής της επέμβασης είναι ακόμη σε εξέλιξη. Ενώ η Ουκρανία παραμένει πολιτικά «στον αέρα» λόγω και της εύθραυστης κυβέρνησης του Κιέβου, κάνει την εμφάνισή του ένα άλλο μπλοκ χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και ενδεχομένως με περισσότερα συνεκτικά στοιχεία από αυτά που φάνηκαν, (αναφορικά με τους πρόσφυγες,). Ως γνωστόν η λεγόμενη «Ομάδα του Βίσεγκραντ» (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία), ενόχλησε τόσο τους άλλους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές όσο ήταν αρκετό για να γίνει αντιληπτό ότι πρόκειται για δάκτυλο των ΗΠΑ.
Κάτι ανάλογο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στο άλλο μεγάλο μέτωπο της ιμπεριαλιστικής αναμέτρησης στη Συρία. Η ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής από τη τροπή που φαίνεται να παίρνουν οι εξελίξεις το τελευταίο διάστημα εκεί, τη καθιστούν πλέον ως την πιο κρίσιμη γεωπολιτικά περιοχή. Για πολλούς αναλυτές των διεθνών εξελίξεων η Συρία, εκ των πραγμάτων έχει καταστεί ο σύγχρονος Άξονας της γεωπολιτικής ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης. Είναι – πέρα από την τη «γη της ευκαιρίας» για τη Ρωσία – και η αρένα όπου δοκιμάζονται και θα δοκιμαστούν ακόμη πιο έντονα οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις που ενυπάρχουν στη δυτική συμμαχία.
Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως τα κέντρα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αλλά και το πολιτικό προσωπικό της Ουάσιγκτον, κατανοεί σε όλο το εύρος και το βάθος το διακύβευμα της «διασταύρωσης» της ευρωπαϊκής κρίσης, της Ουκρανικής και της Συριακής.
Και πράγμα που είναι σοβαρότερο, το πόσο προετοιμασμένο είναι το αμερικανικό κατεστημένο είναι να διαχειριστεί τον μετα- συγκρουσιακό ρόλο της Ρωσίας. Αναμφίβολα τα γεγονότα εκεί βρίσκονται σε κρίσιμη φάση και οι δραματικές επιπτώσεις καλύπτουν πολύ ευρύτερη περιοχή. συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας όπως ήδη άρχισε να γίνεται αντιληπτό από πολλές και διάφορες μεριές
Μπορεί η Ρωσία να έχει δικά της στρατηγικά συμφέροντα στη Συρία από τη περίοδο της ΣΕ. Ωστόσο σήμερα, για τη μετασοβιετική Ρωσία, αυτή καθαυτή η σύγκρουση εκεί εξυπηρετεί και ένα ευρύτερο στόχο. Εξυπηρετεί τη ζωτική ανάγκη της να επιβραδύνει την επέκταση των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην πρώην σοβιετική περιφέρεια γενικότερα και ειδικότερα στη ρωσική περιφέρεια.
Πάντως κάποιοι δυτικοί γεωπολιτικοί αναλυτές επιμένουν να θεωρούν ότι τα βασικά ευάλωτα σημεία της Ρωσίας εξακολουθούν να είναι συγκεντρωμένα στον Βόρειο Καύκασο, και στη ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Ασίας, τα οποία σήμερα φαίνεται να είναι ελεγχόμενα από τη Ρωσία. Αναφέρονται συγκεκριμένα στη περίπτωση της Τσετσενίας όπου ο Πούτιν «έκτισε» το τερματισμό του πολέμου πάνω σε ενεργό ηφαίστειο, που σαν τέτοιο χαρακτηρίζεται ο «υπερεθνικιστής» και «φιλόδοξος» Kadyrov. Το «εργαλείο» αυτό που ο Πούτιν δεν είναι με τίποτε πρόθυμος να θυσιάσει σήμερα, μπορεί να αποδειχθεί προβληματικό, αν ο Kadyrov αξιοποιήσει για «δικό του» όφελος την αστάθεια στο Νταγκεστάν για να επεκτείνει τον έλεγχο και την επιρροή του. Υποθέσεις; Σίγουρα, υπάρχει κάτι τέτοιο ως εκδοχή, πάντα όμως σε σχέση και με νέα δεδομένα και οπωσδήποτε σε συνάρτηση με τη ενίσχυση ή όχι της Ρωσίας στο άμεσο μέλλον.
Μπορεί η Μέση Ανατολή να γνωρίζει μια σφοδρή πολεμική κρίση και οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης να πλησιάζουν το κόκκινο, όμως δε γίνεται να γίνουν κατανοητές οι τάσεις της αμερικάνικης πολιτικής χωρίς την συσχέτιση των όσων συμβαίνουν στην Ανατολική Ασία.
Σε ότι αφορά αυτή τη τεράστια αυτή περιοχή λοιπόν: Και εδώ τα ζητήματα είναι αρκετά σύνθετα και περίπλοκα και περιπλέκονται ακόμα περισσότερο από τις φιλοδοξίες, της Κίνας και Ιαπωνίας. (είναι άλλωστε ο ζωτικός τους χώρος!)
Ιδιαίτερα το νησιωτικό σύμπλεγμα της Ινδονησίας, είναι ένα από τα σημεία του πιο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και παλαιότερα και τώρα. Η ισχυρή στρατιωτική παρουσία και ο έλεγχος της νότιας Σινικής Θάλασσας εξασφαλίζει στρατηγικά πλεονεκτήματα σε όποιον το πετύχει[9]. Είναι ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε από την Κίνα που θεωρεί ότι απειλείται η υπάρχουσα επιρροή της στην περιοχή αλλά ούτε και από την Ιαπωνία που βλέπει την αναβάθμισή της από την ανάκτηση αυτού του ελέγχου και της προπολεμικής επιρροής της.
Τα τελευταία χρόνια έγινε πολύς λόγος για το πέρασμα σε κάποια πιο δυναμικά στάδια της αντιπαράθεσης των ΗΠΑ με τη Κίνα αλλά με άξονα(pivot) τον οικονομικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής του ειρηνικού, μέσω της περιβόητης συμφωνίας TPP[10], που προωθούσαν.
Για πολλούς αναλυτές η Συμφωνία ΤPΡ, αποτελεί ένα ακόμη, και πιο δυναμικό, στάδιο επιθετικότητας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Ασία, με πρώτο και προφανή στόχο τον εγκλωβισμό του Πεκίνου στον ίδιο του τον ζωτικό χώρο. Παρατηρώντας τον χάρτη φαίνεται πως το ΤPΡ, έχει πράγματι ως στόχο τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της κινεζικής επιρροής στον Ειρηνικό Ωκεανό σε σχέση με αυτό που εξασφάλιζε και εξασφαλίζει ο πολιτικοοικονομικός οργανισμός ASEAN[11]. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παίζουν και άλλοι δυνατοί παίκτες (και βασικά Κίνα και Ρωσία) στο περιβάλλον αυτού του οργανισμού ως συνδεδεμένα μέλη ή μέσα από διμερείς σχέσεις.
Σε ότι αφορά τη φιλόδοξη προώθηση της ΤPΡ, εδώ και καιρό έρχονται διάφορα αντιφατικά μηνύματα από τη πλευρά των εμπνευστών της, των ΗΠΑ, με κορυφαίο τη πρόθεση της νέας διοίκησης του Λ. Οίκου για εγκατάλειψη της προσπάθειας! Αλλά και παλαιότερα υπήρχαν δηλώσεις αρκετών Αμερικανών αξιωματούχων που υποστήριζαν ότι τα αμερικανικά οφέλη σε πρώτη φάση, θα είναι πολύ μικρότερα από ό,τι υπολογιζόταν κατά τον σχεδιασμό του
ΤPΡ.

Συμπερασματικά, η Συμφωνία ΤΤΡ, είναι στη φάση αυτή σε πρωτόλεια μορφή, και σε επίπεδο σχεδιασμών. Η καθαρά εμπορική πτυχή της, φαίνεται να είναι ακόμα πιο πίσω Άλλωστε ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα των χωρών της περιοχής αυτής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θα επηρεαστούν οι γενικότερες εξελίξεις από τη στάση και τις αντιδράσεις της Κίνας και όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο.
Νέα διοίκηση του Λ. Οίκου υπό των Τραμπ και της παρέας του, δείχνει να επιδιώκει την ενεργοποίηση πολιτικο-στρατιωτικών παραμέτρων απέναντι στη κίνα. Χαρακτηριστικές κινήσεις, που ενισχύουν αυτή τη κατεύθυνση, αποτελούν τα πρόσφατα «διπλωματικά επεισόδια» ΗΠΑ – Κίνα σχετικά με τη πρόθεση των ΗΠΑ να αναγνωρίσουν «Δύο Κίνες [12]».
Συνυπολογίζοντας αθροιστικά στο ζήτημα της Ταϊβάν και τις πρόσφατες εντάσεις που προκάλεσε με τη Κίνα η εκφρασμένη κατηγορηματικά πρόθεση πώλησης σύγχρονων όπλων από τις ΗΠΑ στην Ταϊβάν, η Σινική Θάλασσα μετατρέπεται σε υπο-περιοχή που περικλείει όλες εκείνες τις προδιαγραφές για να καταστεί κομβικό γεωπολιτικό σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, και ίσως όχι μόνο δι’ αντιπροσώπων.
Οι σχεδιασμοί αυτοί και ανεξάρτητα από τον βαθμό επεξεργασίας τους από τα κέντρα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και πέρα από το προφανή στόχο του περιορισμού και εγκλωβισμού της Κίνας, συνδέονται και με τις γενικότερες στοχεύσεις σε σχέση με τη περικύκλωση της Ρωσίας από τη πλευρά του Ειρηνικού Ωκεανού. Ωστόσο μπορεί η Κίνα να μην διαθέτει, τα χαρακτηριστικά και την ισχύ του στρατηγικού οπλοστασίου της Ρωσίας, διαθέτει ωστόσο βάρος και εκτόπισμα που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποτιμηθεί, ιδιαίτερα αν αυτό συνδυαστεί με τη ρωσική ισχύ. Εξέλιξη που είναι σε θέση να ανατρέψει δραματικά τους παγκόσμιους συσχετισμούς και που οι ΗΠΑ θα κάνουν το παν να την αποτρέψουν. Βέβαια μια «εύκολη» απάντηση σε αυτό είναι η αναβάθμιση του ρόλου της Ιαπωνίας. Το ζήτημα ωστόσο είναι άλλο: η αναβάθμιση αυτή πόσο εύκολη είναι και πόσο αρκετή;
Πολλά ακούγονται για τη ουσιαστικότερη διεύρυνση της βάσης στήριξης των ΗΠΑ στη περιοχή με Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία οι οποίες είναι συνδεδεμένα μέλη του Βορειο-Ατλαντικού Συμφώνου και ίσως σύντομα γίνουν και πλήρη μέλη σε ένα αναβαθμισμένο και αναδιατεταγμένο ΝΑΤΟ παγκόσμιας πλέον εμβέλειας[13].
Θα ολοκληρώσουμε αυτή τη ενότητα με μια σύντομη αναφορά στη σημαντικότερη υλική έκφραση του στρατιωτικού βραχίονα του ΝΑΤΟ η οποία αφορά τις ανά το κόσμο στρατιωτικές βάσεις[14].
Βάσεις που συμβάλλουν, κατά πρώτον, στη συνολική πολιτική εξάρτησης και ελέγχου των χωρών αυτών από τις ΗΠΑ και, κατά δεύτερον, λειτουργούν ως παράγοντας ενίσχυσης της πολιτικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης των ντόπιων αστικών τάξεων απέναντι στους λαούς των. Φυσικά η κύρια γεωπολιτική αξία των βάσεων αφορά τη πλευρά του ελέγχου των δρόμων μεταφοράς πόρων.
Πέρα από τον αριθμό τους και τη κατάταξή τους σε διάφορες επιχειρησιακές κατηγορίες και είδη, πρέπει να σταθούμε στις νέες τάσεις που καταγράφονται σχετικά με τη στρατηγική τους αναδιάρθρωση και αναδιάταξη σε ότι αφορά την στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο κόσμο, και ειδικότερα στα Βαλκάνια, που μας αφορά άμεσα. Ζήτημα σημαντικά κρίσιμο και για τη χώρα μας και τη Κύπρο που καταλαμβάνουν μια γεωπολιτικά κρίσιμη θέση, από τα νότια Βαλκάνια μέχρι τη Μ. Ανατολή.
Το ζήτημα της στρατηγικής αναδιάρθρωσης των αμερικανικών βάσεων και ευρύτερα της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη δεν είναι κάτι το πρόσφατο. Η πραγματική έναρξη αυτής της προσπάθειας τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του 1990(προφανείς οι λόγοι) και αυτό άσχετα από το πότε «ωρίμασαν» και άρχισαν να προωθούνται οι επιλογές τους σ' αυτό το ζήτημα. Τη τελευταία δεκαετία περιγράφεται μια νέα στρατηγική των βάσεων που έχει ως στόχο να δημιουργηθεί ένας ιστός τυπικά μικρών βάσεων, γνωστών και ως lily pads (βάσεις νούφαρα). Θεωρείται πως έχουν τεράστια ευελιξία και ταχύτητα στην ανάπτυξη της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης σε διάφορα σημεία του πλανήτη αλλά και την ταυτόχρονη στρατιωτική δράση σε περισσότερα του ενός «μέτωπα». Πέρα από το αναγκαίο προσωπικό που απαιτεί η τακτική καθημερινή λειτουργία της, λέγεται ότι έχει τη ικανότητα και δυνατότητα να υποδεχθεί πολλαπλάσιο αριθμό στρατιωτών και υλικού ανά πάσα στιγμή και σε σύντομο χρόνο. Μια τέτοια βάση ολοκληρώνεται στα Βαλκάνια μεταξύ Κοσόβου και FYROM [15].

Δ. μερικά γενικά συμπεράσματα

1. Τα πυρηνικά οπλοστάσια ΗΠΑ –Ρωσίας εξακολουθούν να είναι το βασικό αίτιο αποτροπής μετωπικής και ολοκληρωτικής σύγκρουσης. Ωστόσο, κύρια από πλευράς ΗΠΑ, διαμορφώνονται σε επίπεδο σχεδιασμών και θεωρίας τρόποι για υπέρβαση αυτού του καθοριστικού περιορισμού.
2. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός όση σχετική υπεροχή και να διαθέτει απέναντι σε κάθε άλλον ιμπεριαλιστή, δεν μπορεί να απαντήσει στη στρατηγική της περικύκλωσης της Ρωσίας χωρίς διεύρυνση της βάσης στήριξής του,(Συμμαχίες). Ταυτόχρονα τον ίδιο στόχο εξυπηρετεί η παρεμπόδιση και αποτροπή αντίστοιχης διεύρυνσης της βάσης στήριξης της Ρωσίας.
3. Η επέκταση του ΝΑΤΟ και οι νέες στρατιωτικές βάσεις στα Βαλκάνια συμπληρώνουν το κενό που υπήρχε στο τόξο-ζώνη περικύκλωσης της Ρωσίας. Συμβάλλουν ώστε να θωρακιστεί-σφραγιστεί η περιοχή των Βαλκανίων για λογαριασμό του αμερικανικού ιμπεριαλισμού απέναντι στις προσπάθειες επαναδιείσδυσης της Ρωσίας. Συμπιέζουν επίσης τις προσπάθειες των δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών να δράσουν αυτοδύναμα στην περιοχή και τους βάζουν να λειτουργούν κάτω από την αμερικάνικη ομπρέλα.
4. Η «Realpolitik» του Κρεμλίνου δεν είναι βέβαιο ότι θα ικανοποιηθεί με μερικά αποτελέσματα. Όπως αυτά που μπορεί να φανούν στο πεδίο μάχης της Συρίας ή στην ανατολική Ουκρανία. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη φάση της αντιπαράθεσης που θα προκύψει, θα πάει πολύ μακριά και θα εμπλέξει πάρα πολλούς.

μικρός επίλογος

Το ξεδίπλωμα των καπιταλιστικών γεωπολιτικών σχεδιασμών, δηλαδή των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, προϋποθέτει ότι η ταξική πάλη παραμένει σχετικά ελέγξιμη, και χειραγωγημένη απέναντι στις τυχοδιωκτικές κινήσεις των αστικών τάξεων. Κατά συνέπεια η μελέτη και ανάλυση ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών από τη σκοπιά της κατανομής δυνάμεων των παικτών – κρατών, (ανεξάρτητα από την έμφαση που δίνεται), είναι πολύ δύσκολο να πάρει υπόψη το σύνολο των ταξικών, οικονομικών, πολιτισμικών παραμέτρων. Άλλωστε μια βασική διαφορά του μαρξισμού πάνω σε αυτή τη προσέγγιση,(γεωπολιτική) είναι πως ο μαρξισμός δεν βλέπει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι αρραγή κράτη-παίκτες να ξεδιπλώνουν ανενόχλητα τις στρατηγικές τους στο διεθνές περιβάλλον. Βλέπει κάθε τέτοιο «παίκτη – κράτος» μέσα από τους όρους που διαμορφώνει το επίπεδο της ταξικής πάλης. Για να κινηθεί ένα κράτος όπως θέλει η άρχουσα τάξη του, προϋποθέτει την εσωτερική «ταξική ειρήνευση», δηλαδή τον περιορισμό των διακυμάνσεων της ταξικής πάλης σε ελεγχόμενα όρια. Αλλιώς δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η «ενότητα στη δράση» του αστικού κράτους στη διεθνή σκακιέρα, που πάντα καταλήγει σε αιματοκύλισμα λαών συμπεριλαμβανομένου και του δικού τους.
Απέναντι σ’ όλα αυτά πρέπει και μπορεί να υπάρξει και μια άλλη «εκδοχή».
Επειδή οι πραγματικοί όροι δεν είναι ακριβώς αυτοί που εμφανίζονται σε μια στατική εν πολλοίς θεώρηση των πραγμάτων.(απαρίθμηση γεγονότων, διεθνείς σχέσεις, χάρτες, κλπ)
Επειδή πίσω από αυτή τη στατική εικόνα υπάρχουν λαοί και εργαζόμενοι που αντιστέκονται και που χαράσσουν και κινούνται σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που τους σπρώχνουν οι άρχουσες τάξεις.
Επειδή η ταξική πάλη δεν σταματάει, και θα συνεχίζει να διαμορφώνει τους δικούς της όρους και να ετοιμάζει τη δική της απάντηση.
Η πραγματική διέξοδος βρίσκεται σ’ αυτά που θα δώσει (που μπορεί και πρέπει να παράγει) η πάλη των λαών ενάντια στην εκμετάλλευση, την καταπίεση, την βαρβαρότητα, τον πόλεμο. Όσο δύσκολο και αν φαίνεται αυτό σήμερα, άλλο τόσο και περισσότερο αναγκαίο είναι!

Σημειώσεις

[1] Ο όρος «συντελεστές ισχύος» δεν αφορά μόνο την οικονομική και στρατιωτική ισχύ του κάθε ιμπεριαλιστή. (αντικειμενικά μέσα) . Είναι ένα μεταβαλλόμενο ( και άρα δυναμικό) πλαίσιο σχέσεων που ορίζει τη γενικότερη βάση στήριξης του. Σχετίζεται από τη μια με τους όρους συγκρότησης του εσωτερικού μετώπου και από την άλλη, με το αποτελεσματικό έλεγχο «συμμάχων».

[2] Ως γνωστόν μετά το Β΄ΠΠ, το μετα συγκρουσιακό τοπίο, με τις «ντε φάκτο» αναδιατάξεις, παρουσιάζεται τελείως διαφορετικό από ότι πριν. Αλλά και πριν οι «άξονες» και οι «συμμαχίες» ακολουθούν περίπλοκες διαδρομές. Από την άλλη σήμερα, για παράδειγμα, η Γερμανία, η Ρωσία και η Κίνα, αποτελούν τρεις χώρες που βρίσκονται στη μεγάλη αυτή έκταση της Ευρασίας. Ένας πιθανός ή λιγότερο απίθανος για τα δεδομένα σήμερα, συνδυασμός της συνολικής ισχύος των τριών αυτών χωρών, ή έστω ανά δύο, θέτει τις φιλοδοξίες των ΗΠΑ σε θανάσιμη δοκιμασία.

[3] Στις αρχές του ΄90, ένα επιχείρημα που αφορούσε τη χρήση πυρηνικών ενάντια στη Ρωσία ήταν και «ο κίνδυνος να πέσουν τα πυρηνικά της, αλλά και αυτά που ήταν διάσπαρτα στις σοβιετικές Δημοκρατίες, στα χέρια «τρομοκρατών»!

[4] Στη ψυχροπολεμική περίοδο η ΣΕ απέρριπτε το πρώτο πυρηνικό κτύπημα, ενώ οι ΗΠΑ τα διατηρούσαν. Έκτοτε η κατάσταση έχει αναποδογυρίσει. Από το 1990,(και με διάφορες αναπροσαρμογές) το νέο δόγμα της Ρωσίας περιλαμβάνει «τη δυνατότητα πρώτης χρήσης πυρηνικών όπλων σε περίπτωση σοβαρής απειλής για την εθνική ασφάλεια της Ρωσίας».
Ο Μιχαήλ Αλεξάντροφ, Ρώσος εμπειρογνώμονας υπενθυμίζει ότι: «το ΝΑΤΟ έχει μια σημαντική ποσοτική υπεροχή έναντι της Ρωσίας σε συμβατικά όπλα και η Ρωσία δεν μπορεί πλέον να αντισταθεί στη συνδυασμένη δύναμη του ΝΑΤΟ σε ένα μακροχρόνιο πόλεμο χρησιμοποιώντας μόνο συμβατικά όπλα….» (Συνολικά στο κόσμο, όχι στο ευρωπαϊκό μέτωπο). «Με αυτή την αριθμητική υπεροχή, η Δύση αναμένει να κερδίσει σε έναν πόλεμο με τη Ρωσία. Αλλά δεν μπορεί να το πράξει εάν τα πυρηνικά όπλα αποτελούν μέρος της εξίσωσης».
Σήμερα οι ΗΠΑ προτάσσοντας το δόγμα του «περιορισμού της Ρωσίας», επιδιώκουν( κατά τον Αλεξάντροφ) να ενισχύσουν τις πυρηνικές δυνατότητές τους». Ενώ, με την επίσημη εγκατάλειψη του δόγματος του προληπτικού πυρηνικού πλήγματος, θα έχουν την ευκαιρία να… παίξουν μπάλα στο έδαφος, όπου είναι πιο δύσκολο για τις ένοπλες δυνάμεις της Ρωσίας να επιτύχουν υπεροχή έναντι των ΗΠΑ. Άλλωστε «Η Ουάσιγκτον μιλά μόνο για κατάργηση προληπτικού χτυπήματος με χρήση πυρηνικών όπλων. Αλλά διατηρεί τη δυνατότητα μιας προληπτικής επίθεσης από όλους τους άλλους τύπους όπλων και θα σταθεί σταθερά σε αυτή την αρχή». Κατά συνέπεια μια μονομερής απόρριψη του δόγματος του πρώτο χτυπήματος των ΗΠΑ, θα μπορούσε να στοχεύει μόνο στο… δέσιμο των χεριών της Ρωσίας. Τέλος, μια πρωτοβουλία με την οποία απορρίπτεται το προληπτικό πυρηνικό πλήγμα, δίνει ένα προπαγανδιστικό ατού στις ΗΠΑ .

[5] . Ο όρος ΕΥΡΑΣΙΑ, ή αλλιώς «Νήσος του Κόσμου», σε μια ενιαία Ήπειρο με πολλές χερσονήσους. Μία από αυτές είναι και η Ευρώπη. Καταλαμβάνει τα 2/3 της ξηράς, κατοικείται από το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού και κατέχει το 70% της παγκόσμιας οικονομίας. Όποιος λοιπόν κυριαρχεί στη «Νήσο του Κόσμου» ελέγχει γεωπολιτικά τον πλανήτη.

[6] Ο Μάκιντερ ήταν ο άνθρωπος που στην σύγχρονη εποχή κατασκεύασε την έννοια της Πλανητικής Νήσου (της Heartland) που ήταν κατά τον ίδιο η Ευρώπη μαζί με την Ασία και την Αφρική!,(Βόρεια) και οι οποίες αποτελούσαν συνολικά έναν ενιαίο χώρο.(δεν περιελάμβανε τότε την Αμερική). Κάποιοι άλλοι γεωπολιτικοί αναλυτές της τότε εποχής, όπως ο Spykman και ο Κέναν πίστευαν ότι η πραγματική δυνητική ισχύς κυριαρχίας βρίσκεται στην περίμετρο της Ευρασίας (Rimland), η οποία αποτελείται από την Δυτική Ευρώπη, την Τουρκία, το Ιράκ, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, την Κίνα, τη Κορέα και την Ανατολική Σιβηρία, και υποστηρίζει τη ότι όποιος κυριαρχήσει σε αυτή τη ζώνη θα κυριαρχήσει στον κόσμο και συμβούλεψαν τις Δυτικές δυνάμεις να ενστερνιστούν τις ιδέες τους.
Η δύναμη που κυριαρχεί σε αυτήν την περιοχή εδώ και πολλούς αιώνες είναι η Ρωσία. Αυτή τη δυναμική της Ρωσίας προσπάθησαν σε όλη την διάρκεια της ιστορίας να ανακόψουν οι μεγάλες αγγλοσαξονικές ναυτικές δυνάμεις, δημιουργώντας μια ζώνη αποκλεισμού, την επονομαζόμενη και Rimland, η οποία βρίσκεται περιμετρικά γύρω από τη Ρωσία και προσπαθεί να την περικυκλώσει και να την απομονώσει οριστικά εντός της περιοχής της, εμποδίζοντάς την να επεκταθεί εκτός αυτής.
Αντίστοιχες ιδέες είχε αναπτύξει και ο γερμανός αναλυτής Χαουσχόφερ για την διαίρεση της υδρογείου. Η δική του θεωρεία χρησιμοποιεί ευρύτατα την έννοια του ζωτικού χώρου για την διαίρεση του κόσμου, ο οποίος όμως και εδώ συνέπιπτε με τον στρατηγικής σημασίας χώρο της Ευρασίας που κατά την γνώμη του Μακίντερ θα έπρεπε να ελέγχει μία ισχυρή δύναμη για να εμποδίσει την επέκταση της δύναμης που κατέχει την Heartland και να μπορεί παράλληλα να κυριαρχεί πλήρως αυτή στον κόσμο. Αυτή η περιοχή ήταν η Μεσευρώπη (Mitteleuropa), η οποία αποτελείτο από την δυτική Ρωσία και την Ουκρανία.]

[7] Οι Αμερικανοί ανακοίνωσαν ότι σκοπεύουν να φέρουν πολλές νέες μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού τους, στο Αιγαίο, στο Κρητικό (και προφανώς και στο Λυβικό) Πέλαγος, προκειμένου να ενισχυθεί η παρουσία τους, στην περιοχή και να υποστηριχθεί η παρούσα νατοϊκή ναυτική δύναμη, (με το πρόσχημα της αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών, από την Λιβύη).

[8] Στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ, που έγινε, στις 19-21 Μαΐου, οι χώρες μέλη του, έκαναν αποδεκτό το αίτημα της εισόδου του Μαυροβουνίου. Το ΝΑΤΟ με πολλούς τρόπους, έχει δηλώσει ότι τα Βαλκάνια, αποτελούν πλέον κεντρικό πεδίο της αναβάθμισή του. Επιπλέον, παραδοσιακά ουδέτερες, όπως η Σουηδία και η Φιλανδία, πρόσφατα ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να ενταχθούν, στο ΝΑΤΟ. Βέβαια ως ένα βαθμό αναθεώρησαν κάποια σημεία των δηλώσεών τους μετά τη αντίδραση της Ρωσίας, αλλά οι προθέσεις πρέπει να υφίστανται.

[9] Η Κίνα, αλλά και αρκετές ακόμη χώρες της περιοχής (Μαλαισία, Φιλιππίνες, Βιετνάμ, Μπρουνέι) έχουν εγείρει εδαφικές αξιώσεις επί νησίδων και υφάλων στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Ιδιαίτερα η Κίνα έχει μετατρέψει υφάλους σε ολόκληρα τεχνητά νησιά με επιχωματώσεις, ενώ ταυτόχρονα κατασκευάζει χερσαίους διαδρόμους που συνδέουν ορισμένα εξ αυτών με την ηπειρωτική ενδοχώρα. Η δυναμική αυτή παρέμβαση οδηγεί βαθμιαία στην ανατροπή του «στάτους» στον Δυτικό Ωκεανό, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριαρχούσαν χωρίς αντίπαλο επί 70 χρόνια.

[10] Για να αντιληφθούμε την γεωπολιτική λογική που διέπει τη Συμφωνία ΤΡΡ, από την πλευρά των ΗΠΑ, είναι χρήσιμο να συμβουλευτούμε το χάρτη ξεκινώντας από τη θέαση αυτού, από τη δυτική πλευρά των ΗΠΑ. Κάθε χώρα που είναι μέλος αυτής της εμπορικής συμφωνίας, εκπληρώνει κάποιες προδιαγραφές που είναι ενδεικτικές για τον ευρύτερο στόχο που καλείται να πετύχει η Συμφωνία ΤΡΡ. Ο έλεγχος των δύο ωκεανών, που εξασφαλίζει το απρόσβλητο για τις ΗΠΑ, δεν μπορεί να αγνοηθεί ως βασικός συντελεστής χάραξης της Συμφωνίας ΤΡΡ.

[11] (Association of Southeast Asian Nations, ASEAN) είναι διεθνής πολιτικός και οικονομικός οργανισμός χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Δημιουργήθηκε στις 8 Αυγούστου 1967, αρχικά με Ινδονησία, Σιγκαπούρη, Μαλαισίας, Ταϊλάνδης και των Φιλιππίνων και στη συνέχεια προσχώρησαν το Μπρουνέι 1984, το Βιετνάμ 1995, το Λάος 1997 η Μυανμάρ 1997 και η Καμπότζη 1999.

[12] Η προσέγγιση ΗΠΑ - Κίνας εγκαινιάστηκε επίσημα με την ιστορική επίσκεψη του προέδρου Νίξον στο Πεκίνο, τον Φεβρουάριο του 1972, και τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Μάο. Από το 1979,(επί προεδρίας Κάρτερ) η αρχή της «Μίας Κίνας», αποτελεί πάγια πολιτική των ΗΠΑ. Από τότε λοιπόν και ο ΟΗΕ και οι ΗΠΑ διέκοψαν κάθε επίσημη διπλωματική σχέση με τη Ταϊβάν. Ωστόσο πρακτικά και «ανεπίσημα» της έδιναν (και συνεχίζουν) κάθε είδους στήριξη.(στην ουσία είναι μια αμερικανική βάση). Ωστόσο η σημασία της πολιτικής αυτής για τις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας είναι κομβική και είναι η πρώτη φορά που αμφισβητείται. Το καθεστώς της Ταϊβάν διαμορφώνεται όταν οι ηττημένες δυνάμεις των Εθνικιστών υπό την ηγεσία του Τσιάν Κάι Σεκ διέφυγαν στην Ταϊβάν 1949 με τη προστασία των αμερικανών. Το Πεκίνο ουδέποτε αποκήρυξε το ενδεχόμενο να επαναφέρει υπό τον έλεγχό του την Ταϊβάν ακόμη και με χρήση στρατιωτικών μέσων.

[13] Στη περίοδο του «Ψυχρού Πολέμου» οι ΗΠΑ διαμόρφωσαν τρεις πολιτικοστρατιωτικούς μηχανισμούς (NATO-CENTO-SEATO). Επιδίωξη να δημιουργηθεί μια ζώνη περικύκλωσης που να συνδέεται στρατηγικά στα επιμέρους της τμήματα και να εκτείνεται: με το ΝΑΤΟ από τη Νορβηγία ως την Τουρκία, με το CENTO από τη Τουρκία ως το Πακιστάν και το SEATO από το Πακιστάν ως τις Φιλιππίνες στον Βορρά και ως τη Νέα Ζηλανδία Αυστραλία στο Νότο. Ο σημαντικότερος, μετά το ΝΑΤΟ, ήταν το SEATO ο οποίος συγκροτήθηκε το 1954. Η ήττα των Αμερικανών στο Βιετνάμ (1973) είχε ως συνέπεια να αδρανοποιηθεί και τελικά να διαλυθεί και τυπικά το 1977.

[14] Ο συνολικός αριθμός που αναφέρεται σήμερα (επίσημα- ανεπίσημα) για τις βάσεις ανέρχεται στις 800, από 1600 που υπήρχαν στη ψυχροπολεμική περίοδο. Επίσης μόνο 43 χώρες στον κόσμο δεν έχουν καμία αμερικανική στρατιωτική βάση.

[15] Στο Κόσοβο υπάρχει (σύμφωνα με όσα γράφονται) μια από τις μεγαλύτερες αμερικανικές βάσεις στο κόσμο, αν όχι η μεγαλύτερη. Ονομάζεται Camp Bondsteel, αλλά οι Αμερικανοί την αποκαλούν Grand Dame (Μεγάλη Κυρία).
Απέχει μόλις 149 χιλιομ. από τα ελληνικά σύνορα και 26 χιλιομ. νότια της πόλης των Σκοπίων. Έχει μια έκταση 3.865 στρεμμάτων (!) και φιλοξενεί τουλάχιστον 9.000 Αμερικανούς στρατιώτες με όλο τον βαρύ οπλισμό τους. Τρία χρόνια χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί και το έδαφος που καταλαμβάνει ανήκει τόσο στο Κόσοβο, τόσο στην ΠΓΔΜ. Εννοείται πως εντός της Βάσης δεν ισχύουν τα σύνορα των δύο αυτών κρατών. είναι απλώς υποτιθέμενα (!). Λέγεται πως σε αυτή τη βάση θα μεταφερθούν μονάδες από τη ιταλική βάση στο Aviano και από τη (μεγαλύτερη επιχειρησιακά) Βάση του Ramstein της Γερμανίας.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καθ' όλη την διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, δεν υπήρξε κύρια ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, γιατί και οι δύο πλευρές πίστευαν ότι οποιαδήποτε ένοπλη σύρραξη θα τελείωνε με αμοιβαία εξόντωση των εμπλεκόμενων.
Με άλλα λόγια, με την Αμοιβαία Βεβαιότητα Καταστροφής (Mutually Assured Destruction ή M.A.D.) αναγνωρίστηκε και έγινε αποδεκτό το γεγονός ότι αν η μια πυρηνική δύναμη επιτεθεί στην άλλη με συμβατικά όπλα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκληθεί πυρηνικός πόλεμος από τη στιγμή που η μία από τις δύο χάσει (ή πρόκειται να χάσει) τη συμβατική σύγκρουση με την άλλη.
Από την στιγμή όμως που μία από τις δύο πλευρές αρχίζει να πιστεύει ότι στην πραγματικότητα υπάρχει τρόπος να κερδίσει έναν πυρηνικό πόλεμο - με άλλα λόγια, πιστεύει ότι είναι πραγματικά δυνατόν να κατισχύσει της άλλης πλευράς, παύει πλέον να είναι λειτουργικό το δόγμα της M.A.D..

Τα χρόνια πριν το 2006, υπήρχε στην κορυφή της αριστοκρατίας των ΗΠΑ (ανθρώπων που ελέγχουν την κυβέρνηση των ΗΠΑ) μια ολοένα και μεγαλύτερη αν και μη διατυπωμένη πεποίθηση, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήταν σε θέση να κερδίσουν ένα πυρηνικό πόλεμο κατά της Ρωσίας˙ και ξαφνικά, το 2006, η πεποίθηση αυτή βλέπει το φως της δημοσιότητας και σχεδόν κανείς από αυτούς που κατείχαν εξουσία ή επιρροή δεν αμφισβητεί την εγκυρότητά της. Από τη στιγμή εκείνη, η M.A.D. τελειώνει για την αμερικανική πλευρά, και το πυρηνικό οπλοστάσιο εντάσσεται, στις ΗΠΑ, σε ένα νέο πλαίσιο (που ονομάζεται «πυρηνική υπεροχή») – το πλαίσιο εκείνο κατά το οποίο τα πυρηνικά όπλα θεωρούνται ως τα απόλυτα όπλα κυριαρχίας για την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Τον Απρίλιο του 2006, η αμερικανική αριστοκρατία δημοσίευσε στο περιοδικό Foreign Affairs, του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations ή CFR), το άρθρο με τίτλο “The Rise of U.S. Nuclear Primacy”.

συνέχεια ...

Ευχαριστώ
Ρ.Γ.

Ανώνυμος είπε...

συνέχεια από το προηγούμενο

Στο άρθρο αυτό οι συγγραφείς υποστήριζαν ότι στόχος των ΗΠΑ δεν θα πρέπει πλέον να είναι η συνέχιση της M.A.D., αλλά αντίθετα «η ανύψωση της αμερικανικής πυρηνικής υπεροχής», που σημαίνει αύξηση της ικανότητας των ΗΠΑ να κερδίσουν έναν πυρηνικό πόλεμο κατά της Ρωσίας.
Καθώς το περιεχόμενο του άρθρου αυτού δεν απορρίφθηκε από καμιά ομάδα με επιρροή, έγινε αποδεκτό εντός των ΗΠΑ ως στόχος για τον οποίο θα έπρεπε η κυβέρνηση των ΗΠΑ να αγωνισθεί. Η ιδέα αυτή, ενός πυρηνικού πολέμου που είναι δυνατόν να κερδηθεί (από τις ΗΠΑ, φυσικά), δεν ήταν πλέον αιρετική, δεν θεωρούνταν πλέον απεχθής. Στην πραγματικότητα το άρθρο αυτό, στην εκτεταμένη του μορφή με τον τίτλο “The End of MAD? ”, παρουσιάσθηκε και έγινε αποδεκτό ταυτόχρονα από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και δημοσιεύθηκε παράλληλα στο επιστημονικό του περιοδικό International Security, περιοδικό το οποίο θεωρείται το σπουδαιότερο επιστημονικό περιοδικό (με την μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως) γύρω από αυτά τα θέματα. (Οι τελείες από το ακρωνύμιο "M.A.D." απομακρύνθηκαν ίσως με σκοπό να συνδεθεί η έννοια M.A.D. με τον υποτιμητικό όρο, παραφροσύνη).

Από άρθρο του Eric Zuesse με τίτλο “This Is No ‘Cold War’; It’s Far Worse Than That” που δημοσιεύτηκε στις 03-11-2016 στο “washingtonsblog.com”.


-- “This Is No ‘Cold War’; It’s Far Worse Than That” από …
http://www.washingtonsblog.com/2016/11/no-cold-war-far-worse.html#more-62921

-- “The Rise of U.S. Nuclear Primacy” από …
https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2006-03-01/rise-us-nuclear-primacy

-- “The End of MAD?” από …
http://belfercenter.org/sites/default/files/legacy/files/is3004_pp007-044_lieberpress.pdf.


Ευχαριστώ
Ρ.Γ.