13 Νοε 2016

Η αποικιοποίηση της υποσαχάριας Αφρικής

Του Γιάννη Πιλαφτσή.

Α. Οι γεωπολιτικοί κλυδωνισμοί στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τις χαρτογραφήσεις και τις ιεραποστολές στην αποικιοκρατία και στο μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

Σκαλίζοντας την ιστορία αποικιοποίησης της Αφρικής, αρχικά ξεκίνησε με τη συστηματική χαρτογράφηση και εξερεύνηση του εσωτερικού της, στο Δυτικό Σουδάν το 1795-1798. Μετά το 1860, ό,τι απόμεινε να γίνει ήταν να δυο διορθωθούν χαρτογραφικά λάθη και να συμπληρωθεί ο χάρτης που δεν ολοκληρώθηκε - τουλάχιστον προκειμένου για τις επικίνδυνες και απόμερες περιοχές, όπως η υποσαχάρια Αφρική - παρά μόλις στη δεκαετία του 1930. Θα ακολουθήσουν οι ιεραποστολές του 19ου αιώνα από τις προτεσταντικές και τις καθολικές εκκλησίες, που συμμετείχαν σε παρόμοια τολμηρά εγχειρήματα που γίνονταν σε διάφορες παράκτιες περιοχές της “Μαύρης Ηπείρου”, ανοίγοντας δρόμο λίγο λίγο προς τα ενδότερα.
Στα τέλη του 1871, λίγες ήταν οι μεγάλες περιοχές όπου δεν είχαν κατορθώσει να φτάσουν και να εγκατασταθούν χριστιανοί ιεραπόστολοι. Η θρησκευτική αυτή ελίτ θα έπαιζε αρκετά σημαντικό ρόλο, στη δημιουργία ιδεολογικών τάσεων αποικιοποίησης της ηπείρου, που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης.
Στον αιώνα που μεσολάβησε ανάμεσα στο συνέδριο της Βιέννης και στο μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι διεθνείς σχέσεις στην Ευρώπη ελέγχονταν κυρίως από τις πέντε μεγάλες δυνάμεις : τη Αυστρία (μετά το 1867 Αυστρουγγαρία), τη Γαλλία, την Μεγ. Βρετανία, την Πρωσία (μετά το 1871 Γερμανία) και την Πρωσία. Υπήρχε πάντα μία σαφής διάκριση, σε αυτό που αποκαλούσαν αργότερα “Ιερά Συμμαχία”. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις διατηρούσαν ζηλότυπα το κύρος τους και πάντα φαίνονταν απρόθυμες να δεχτούν νέα μέλη στην ιεραρχία τους.
Οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και φιλοδοξίες κορυφώθηκαν στη δεκαετία του 1880. Μερικοί ιστορικοί εξετάζοντας αυτή τη διαδικασία προσάρτησης εδαφών, εντόπισαν την εξέλιξη στις αγγλογαλλικές συμφωνίες που προέκυψαν από την κατάληψη της Αιγύπτου και της διώρυγας του Σουέζ από τους βρετανούς. Άλλοι ιστορικοί επισήμαναν τις προκλητικές ενέργειες του Λεοπόλδου Β’ του Βελγίου που οικειοποιήθηκε μια τεράστια αποικία στην κεντρική Αφρική κάτω από την μύτη των πιο ισχυρών από αυτών δυνάμεων.
Την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να ελέγχουν τους ανταγωνισμούς τους στην Αφρική. Τα αδρά όρια εξάπλωσης καθεμιάς από τις ενδιαφερόμενες μεγάλες δυνάμεις - της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Βελγίου (που πάντως μέχρι τότε συμμετείχε όλη αυτή την ιστορία μόνο μέσω του βασιλιά του), της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας - είχαν καθορισθεί χωρίς πολλή φασαρία στην αποικιακή συνδιάσκεψη το 1884-1885. Στην πραγματικότητα, πολύ πριν συνέλθει η συνδιάσκεψη είχε γίνει ουσιαστικά μια συμφωνία για τον διαμελισμό της Αφρικής.
Οι Γάλλοι στην Β. Αφρική είχαν επιβάλει την “προτεραιότητα των συμφερόντων” τους ήδη από το 1830, με την ξαφνική εισβολή στην Αλγερία. Το παράδειγμα της Γαλλίας, το μιμήθηκε στην ανατολική ακτή της και η Μεγάλη Βρετανία, για την οποία η Κάτω Αίγυπτος και η Ερυθρά Θάλασσα είχαν αποκτήσει ζωτική σημασία ως δίαυλος επικοινωνίας με την Βρετανική Αυτοκρατορία στην Ινδία. Οι άγγλοι, με αφορμή την επανάσταση του Αραμπη πασά, επισφράγισαν την προτεραιότητά τους απέναντι στους Γάλλους, κάνοντας εισβολή το 1882.
Τυπικά η εισβολή αυτή αποσκοπούσε στο να αποκαταστήσει το παλιότερο αγγλογαλλικό οικονομικό έλεγχο στην Αίγυπτο. Οι άγγλοι έμειναν εκεί, ανακηρύσσοντάς την, το 1914 σε προτεκτοράτο και δεν την εκκένωσαν παρά μόνον έπειτα από τις επιπτώσεις που είχε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η άνοδος του αραβικού εθνικισμού.
Στο μεταξύ, οι Γάλλοι είχαν δημιουργήσει το 1883 ένα προτεκτοράτο στην Τυνησία, είκοσι χρόνια αργότερα η Γαλλία έστρεψε την προσοχή της στο Μαρόκο. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της συναλλαγής με την Βρετανία, που επικύρωνε την ελευθερία κινήσεων της τελευταίας στην Αίγυπτο. Το 1904 η παλιά αυτή χώρα διαιρέθηκε από την Γαλλία και την Ισπανία σε “ζώνες επιρροής” και σύντομα θα ακολουθήσει η αποικιακή υποταγή.
Οι βρετανοί, έντονα επηρεασμένοι από την εμπειρία διακυβέρνησης της Ινδίας μέσω τοπικών βασιλιάδων και πριγκήπων, θέλουν να εφαρμόσουν την ίδια οικονομική μέθοδο στην Αφρική. Σε ορισμένα μέρη τους βρήκαν εύκολα, αλλού πάλι προσπάθησαν να δημιουργήσουν τέτοιους αρχηγούς, χρίζοντάς τους οι ίδιοι. Και οι δύο αυτές προσπάθειες έτειναν να διαστρεβλώνουν τους υφιστάμενους θεσμούς. Οι εμίρηδες της Βόρειας Νιγηρίας είχαν απροκάλυπτα δικτατορικές στη διακυβέρνηση συμπεριφορές που κυβερνούσαν ελέω μιας ξένης δύναμης. Όλα αυτά συνέβαλαν στην μακρόχρονη, αν και αφανή, διάλυση των παραδοσιακών μορφών εξουσίας.
Οι Γάλλοι έδρασαν κάπως διαφορετικά στο Δυτικό Σουδάν. Είχαν έρθει παρατεταμένη και σκληρή σύγκρουση με τους βασιλιάδες και τους λαούς των διαφόρων κρατών. Για αυτό οι Γάλλοι έτειναν να καταλύσουν την παραδοσιακή εξουσία, όπου την συναντούσαν, συγκεντρώνοντας όλη τη διοίκηση στα χέρια των δικών τους διοικητών ή κυβερνητών.
Τόσο η Βρετανία όχι και η Γαλλία βασίζονταν όλες τις περιπτώσεις σε ένα συνδυασμό άμεσης κυριαρχίας, που την ασκούσαν τοπικοί συνεργάτες ή πληρωμένοι πράκτορές τους.
Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις μεθόδους αποικιοποίησης και εκμετάλλευσης της Αφρικής. Σε αυτόν τον τομέα τα εδάφη του ισημερινού υπέφεραν περισσότερο από τα άλλα, εξαιτίας του ολέθριου παραδείγματος που έδωσε το σύστημα του Λεοπόλδου στο Κονγκό. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, μεταβιβάζονταν σε ευρωπαϊκές εταιρείες αποκλειστικά δικαιώματα όχι μόνο εγκατάστασης και λειτουργίας σε μία δεδομένη περιοχή, αλλά και νομής των καρπών του δάσους και του εδάφους. Τεράστιες εκτάσεις του Κονγκό (ενσωματωμένες μετά το 1885, στο Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό που ονομάσθηκε έτσι επειδή υποτίθεται ότι δεν έκαναν φορολογικές διακρίσεις σε βάρος καμίας από τις ενδιαφερόμενες ευρωπαϊκές χώρες) παραδόθηκαν στη πιο αλύπητη καταλήστευση της γης και του λαού της. Στις ευρωπαϊκές εταιρείες συγκαταλέγονταν και η λεοπόλδεια διαχείριση απέραντων “εδαφών του Στέμματος”, βασιλιάς και επιχειρηματίες έδρεψαν πλούσια συγκομιδή από κέρδη τουλάχιστον μετά το 1885, χάρη στην εξαγωγή καουτσούκ και ελεφαντόδοντου που η συλλογή γινόταν με υποχρεωτική εργασία και που δεν στοιχίζαν σχεδόν τίποτα άλλο έξω από τις δαπάνες μεταφοράς και στρατιωτικής επίβλεψης. Αναμφισβήτητα, τα αποτελέσματα ήταν ανατριχιαστικά. Η έκθεση μιας επίσημης βελγικής επιτροπής κατέληξε το 1919 στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός του Βελγικού Κονγκό που (μεταβιβάσθηκε το 1908 στην βελγική κυριαρχία μετά την διάλυση του Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό) είχε “μειωθεί κατά το μισό”.
Μετά την έναρξη της ευρωπαϊκής κατοχής στην δεκαετία του 1880, τέτοιες απώλειες δεν προξένησε ποτέ το ανατολικό αφρικανικό δουλεμπόριο, όσο απεχθές κι αν ήταν. Η “θεραπεία” αποδείχθηκε πολύ χειρότερη από την αρρώστια.
Στην αρχή ο Βίσμαρκ ήταν σίγουρα ένας ακούσιος ιμπεριαλιστής. Προσπαθούσε να πείσει τους Άγγλους να αναλάβουν την υποχρέωση να προστατεύσουν τους Γερμανούς εμπόρους, όπως τον Λίμπεριντς, στη νοτιοδυτική Αφρική και μόνο όταν οι Άγγλοι, ζαλισμένοι και ανίκανοι, δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν στις ερωτήσεις του κι όταν η διοίκηση του ακρωτηρίου άρχισε να ενοχλεί έντονα τον Λίντεριτς, ανέλαβε την άμεση ευθύνη της νοτιοδυτικής Αφρικής ως γερμανικής αποικίας το 1884. Έτσι, δημιούργησε τη διαβόητη “αποικιακή συνεννόηση” με την Γαλλία.
Το ίδιο λεοπόλδειο σύστημα εφαρμόσθηκε λίγο αργότερα στη γαλλική και τη γερμανική ισημερινή Αφρική. Το 1900, ολόκληρη η αχανής έκταση της Γαλλικής ισημερινής Αφρικής (σήμερα Δημοκρατία του Τσαντ, του Γκαμπόν, της κεντρικής Αφρικής και το Κονγκό-Μπραζαβίλ) μοιράσθηκε σε 40 εταιρείες που είχαν δικαίωμα εκμετάλλευσης. Μία ιδέα πρυτανεύει σε αυτό το σύστημα, όλα τα προϊόντα της εκχωρημένης περιοχής, όποια κι αν είναι, αποτελούν ιδιοκτησία της εταιρείας.
Αλλά τα αποικιοκρατικά συμφέροντα εξυπηρετήθηκαν το ίδιο καλά και στο γερμανοκρατούμενο Καμερούν. Το 1898 εκχωρήθηκαν στην εταιρεία του Νότιου Καμερούν, που πρόεδρος της ήταν ο χρηματιστής Σαρλοχ από το Αμβούργο, αλλά τα κεφάλαια του ήταν κυρίως βελγικά. Ένα χρόνο αργότερα, δόθηκε στην εταιρεία του Βορεοδυτικού Καμερούν όχι λιγότερο από το ⅕ ολόκληρης της επικράτειας.
Οι επιχειρήσεις αυτού του είδους δεν ήταν δυνατόν να διεξαχθούν χωρίς ωμότητες και κατάφορες παραβιάσεις και καταχρήσεις. Ήταν τέτοια τα σκάνδαλα που προκάλεσαν οι γερμανικές εταιρείες ώστε οι δραστηριότητες είχαν τερματιστεί πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ τα δικαιώματα των γαλλικών εταιρειών, παρόλο που ίσχυαν ακόμα το 1930, δεν ανανεώθηκαν από το “φιλεύσπλαχνο” γαλλικό κράτος.
Αλλού οι μέθοδοι που εφαρμόζονταν διέφεραν. Συχνά ήταν πολύ λιγότερο “εντατικές”, ιδιαίτερα εκεί όπου δεν φαινόταν να υπάρχει φυσικός πλούτος. Οι περισσότεροι δυτικοαφρικανικοί λαοί υπέφεραν λιγότερο, από όσο οι λαοί των κεντρικών, ανατολικών και νοτίων περιοχών. Δεν είχαν πάνω από το κεφάλι τους πανίσχυρες εταιρίες. Τα εδάφη τους σπάνια θεωρούνταν κατάλληλα για μόνιμη εγκατάσταση ευρωπαίων αποικιοκρατών.
Στη νότια Αφρική η κατάσταση ήταν διαφορετική. Εδώ οι Βρετανοί αναζητούσαν κυρίως κοιτάσματα ορυκτών και εύφορη καλλιεργήσιμη γη όπου μπορούσαν να εγκατασταθούν Ευρωπαίοι. Τα υψίπεδα που βρίσκονται ανάμεσα στο Λιμποπο και τον Ζαμβέζη, διοικούνταν από την εταιρεία της βρετανικής Νότιας Αφρικής ως το 1923, οπότε δημιουργήθηκε η αποικία της Νότιας Ροδεσίας, τυπικά κάτω από την εξουσία του Στέμματος, αλλά ουσιαστικά με απόλυτη ελευθερία δράσης για τις ευρωπαίους αποίκους.
Καθώς διαμορφώνονταν οι ιμπεριαλιστικές δομές, οι Αφρικάνοι έβλεπαν να τους αφαιρείται όλο και συχνότερα η καλύτερη γη τους. Όμως 60 χρόνια αργότερα, το 1973 το ποσοστό γης που βρισκόταν επίσημα κάτω από την αφρικανική κυριότητα ήταν περίπου το ίδιο, μόλις 12%.
Η Νότια Αφρική πήρε τη σημερινή μορφή της, το 1910 μετά τον πόλεμο του 1899-1902 ανάμεσα στις Άγγλους και τους Μπόερς, οπότε οι Βρετανοί παραχώρησαν πλήρεις κυβερνητικές δικαιοδοσίες στους λευκούς της επαρχίας του Ακρωτηρίου της Ναταλης Μπασουτολανδης και της Μπετσουαναλανδης. Μερικές από τις μεταγενέστερες συνέπειες που είχαν όλα αυτές οι διαδικασίες ήταν οδυνηρές. Οι Γερμανοί μπήκαν σχετικά αργά, αλλά ακολούθησαν σχεδόν την ίδια πορεία όπως οι ανταγωνιστές τους.
Με μια ευρύτερη έννοια, η αντίσταση στην εισβολή της “Μαύρης Ηπείρου”, οι εξεγέρσεις εναντίον της αποικιοκρατίας και η δημιουργία εθνικών κινημάτων στη δεκαετία του 1950 πρέπει να θεωρηθούν ως τμήμα ενός συνεχούς φαινομένου της αυτοάμυνας και αυτοπραγμάτωσης ενός πλατιού φάσματος αφρικανικών λαών, που για πρώτη φορά αντιμετώπιζαν τώρα για τα καλά τον σύγχρονο κόσμο.
Οι αποικιακοί πόλεμοι και εξεγέρσεις προκαλούσαν αδιάκοπες απώλειες. Στην Ευρώπη γινόταν πότε-πότε απόπειρες να δικαιολογηθεί η καταστολή με το επιχείρημα ότι ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος για να επιβληθεί ξανά η ειρήνη σε εκτεταμένες περιοχές που ως τότε μαστίζονταν από “φυλετικούς πολέμους”. Αλλά μία άλλη μορφή πολέμου είχε προκαλέσει στο μεταξύ μέσα σε 4 χρόνια περισσότερα θύματα από όλους όσους πέθαναν σε 80 χρόνια προαποικιακών “φυλετικών συρράξεων”. Υπολογίζεται ότι γύρω στους 46.000 Κενυάτες έχασαν τη ζωή τους υπηρετώντας στο βρετανικό στρατό κατά την περίοδο μακελειού του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918). Από τη Δυτική Αφρική, οι Γάλλοι επιστράτευσαν πάνω από 210.000 αφρικανούς από τους οποίους 170.000 χάθηκαν στις φοβερές μάχες του Δυτικού Μετώπου στη Γαλλία.
Το 1935 οι στρατιές της φασιστικής Ιταλίας εισέβαλαν στην Αιθιοπία και μόλις το 1936 μπόρεσαν να μπουν στην πρωτεύουσα Αντίς Αμπεμπα, ενώ η Ασμάρα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κατάσταση “πλήρους ανταρσίας”. Το 1941, ο αυτοκράτορας Χαϊλέ Σελασιέ ξαναμπήκε στην Αντίς Αμπεμπα μετά από 5 χρόνια στην εξορία.

Β. Το σύστημα της αποικιοποίησης από τις μεγάλες δυνάμεις ως το 1945
Οι αποικιοκρατικές δυνάμεις, τώρα πια χωρίς τη Γερμανία του Βίσμαρκ, τις οποίες μοιράστηκαν ανάμεσα στη Βρετανία και την Γαλλία με τη μορφή εδαφών οι διοικούνταν κατ’ εντολή της νεοσύστατης Κοινωνίας των Εθνών - είχαν στην κατοχή τους τόσα εδάφη που δεν ήξεραν τί να τα κάνουν.
Επειδή πολλά από αυτά τα κατέλαβαν για να μη τα αφήσουν να πέσουν στα χέρια των ανταγωνιστών τους περιορίζονταν συχνά στην απλή εδαφική κατοχή. Εξαιρέσεις αποτελούσαν οι περιοχές που είχαν επιλεγεί για την εγκατάσταση ευρωπαίων. Εκεί η ένταση εδαφικής κατοχής ήταν πολύ μεγαλύτερη. Οι ντόπιοι πληθυσμοί υποχρεώνονταν να εκτελούν γεωργική εργασία κάτω από συνθήκες δουλείας στη Νότια Αφρική.
Ο γενικός χαρακτήρας της κεντρικής φάσης της αποικιοκρατίας ήταν πρόχειρη διοίκηση, πολιτική παρακμή και οικονομική στασιμότητα. Πολύ λίγα μπορούσαν να γίνουν για να εκπληρωθούν οι “ανθρωπιστικές” υποσχέσεις για “εκπολιτισμό της Αφρικής” που ηχούσαν ολοένα στα κοινοβούλια της Ευρώπης, κατά τα χρόνια της κατάκτησης στην Αφρική.
Διάφορες διοικητικές μέθοδοι που επέβαλαν την ανάγκη για χρήματα άρχισαν να υποσκάπτουν τις παραδοσιακές οικονομίες συντήρησης, όπου το χρήμα είχε ασήμαντη ή ανύπαρκτη θέση. Οι μέθοδοι αυτές, που επινοούνταν στη Νότια Αφρική και σύντομα εφαρμόζονταν και αλλού, επιδίωκαν να αυξήσουν τα έσοδα χάρη στην επιβολή χρηματικών φόρων. Ακόμα περισσότερο, επιδίωκαν να επαυξήσουν την παροχή φθηνής εργασίας.
Σε αντίθεση με τις περιοχές της Ανατολικής και Κεντρονότιας Αφρικής, όπου η εγκατάσταση ευρωπαίων αποίκων γινόταν όλο και μαζικότερη, οι αποικιακές οικονομίες στη Δυτική Αφρική κυριαρχούνταν ουσιαστικά από ένα μικρό αριθμό ισχυρών εμπορικών και μεταλλευτικών εταιριών.
Οι εταιρίες αυτές έπαιξαν ρόλο-κλειδί στον καθορισμό των όρων του εμπορίου : δηλαδή των τιμών που μπορούσαν να πετύχουν οι Αφρικάνοι καλλιεργητές για τα ευρωπαϊκά προϊόντα και υπηρεσίες που ίσως επιθυμούσαν να αγοράσουν.
Οι Μπόερς ήταν κάπως διαφορετικοί, γιατί συχνά ήταν ειδικευμένοι και φιλόπονοι καλλιεργητές που παρήγαν πλούτο όχι μόνο απομυζώντας τους αφρικανούς που υποδούλωναν, αλλά και με τη δική τους εργασία.
Ωστόσο οι Μπόερς ήταν το ίδιο ανίκανοι να μεταδώσουν οποιοδήποτε στοιχείο από την τεχνολογική πρόοδο της Ευρώπης, γιατί δεν είχαν ιδέα από αυτήν. Εγκλωβισμένοι στην προβιομηχανική ιδεολογία τους, συμπεριφέρονταν σύμφωνα με τη διδασκαλία μιας θρησκείας που οι αρχές και οι πρακτικές στρέφονταν ενάντια σε οτιδήποτε δεν απόπνεε έναν ακραίο συντηρητισμό και κατά συνέπεια δεν είχαν να δώσουν στην Αφρική τίποτα χρήσιμο. Μόνο πολύ αργότερα, όταν αντιμετώπισαν οι ίδιοι μία βίαιη πρόκληση από την Ευρώπη που είχε την μορφή πολέμου του 1899 με τους Άγγλους, μερικοί ανάμεσα τους άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι και αυτοί ίσως έπρεπε να συγχρονισθούν με την εποχή τους. Όταν όμως συγχρονίσθηκαν ο παλιός συντηρητισμός τους απόκτησε απλώς νέα μορφή και το αποτέλεσμα για τους Αφρικανούς ήταν ακόμη χειρότερο από πριν.
Η γαλλική πολιτική της “αφομοίωσης” καθιέρωσε μία άλλη παραλλαγή, αλλά η πολιτική αυτή απόκτησε σημασία στην πολιτική σκηνή της αποικιοκρατίας μόνο μετά το 1945. Πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι μόνοι Αφρικάνοι της Γαλλικής Δυτικής Αφρικής που είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν δικαιώματα του πολίτη της Γαλλικής Δημοκρατίας ήταν οι κάτοικοι των παλιών αποικιακών δήμων του Ντακάρ, του Γκαρε, του Ρουφισκ και του Σαιν Λουι στην ακτή της Σενεγάλης. Οι Αφρικάνοι αυτοί έγιναν δεκτοί στην κοινότητα του γαλλικού πολιτισμού και τους δόθηκε το δικαίωμα να εκλέγουν έναν Αφρικανό αντιπρόσωπο στην Εθνοσυνέλευση της Τρίτης Δημοκρατίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος που καταστρώνει κανείς το “ισοζύγιο” των ζημιών και των κερδών της Αφρικής από αυτή την συνταρακτική περίοδο της αποικιοκρατίας, εξαρτάται από το ποιος είναι.

Γ. Η Αφρική μετά το 1945 : Νέα έθνη - “Ζώνη εγγενούς αστάθειας”
Οι χείμαρροι του εθνικισμού πέρασαν από πολλές ομίχλες και ερέβη διαρρέοντας τον κόσμο. Μέχρι την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων, ο ευρωπαϊκός εθνικισμός ήταν παιδί του Διαφωτισμού και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Σε αντίθεση με αυτό που ήθελαν να πραγματοποιήσουν οι προάγγελοι της αφρικανικής αφύπνισης ή αφρικανισμού δεν ήταν το εθνικιστικό μωσαϊκό της Ευρώπης, αλλά η κατάργηση όλων των τεχνητών φραγμών ενάντια στην ισότητα και επομένως ενάντια στην ελευθερία, που είχαν υψώσει η αποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός.
Αυτό το ιδεολογικό νήμα μπορεί να το παρακολουθήσει κανείς να περνάει από όλες τις φάσεις της αποικιοποίησης της Αφρικής. Η ανάμιξη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το ενίσχυσε. Παρόλο που η περίοδος της πλήρους εγκαθίδρυσης της αποικιοκρατίας μόλις είχε αρχίσει και οι τελευταίοι “ειρηνευτικοί” πόλεμοι συνεχίζονται ακόμη.
Στην περίοδο του μεσοπολέμου μετά το 1920, όλο και περισσότεροι Αφρικάνοι ξεφεύγουν από τη στασιμότητα που επικρατούσε στην πατρίδα τους και ξανοίγονται σε έναν πλατύτερο κόσμο. Μερικοί πήγαιναν στη Δυτική Ευρώπη, όπου μπορούσαν να συγκρίνουν την κατάσταση και τους αγώνες τους με την κατάσταση και τους αγώνες των “καταπιεσμένων τάξεων”. Άλλοι ταξίδευαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου μπορούσαν να διαφωτισθούν από τη διδασκαλία αφροαμερικάνων στοχαστών. Άλλοι πάλι κατευθύνονταν στη νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση, όπου μπορούσαν να δοκιμάσουν το δραστικότερο γιατρικό της κοινωνικής επανάστασης. Στη δεκαετία του 1930, η πολιτική αφύπνιση είχε πια αρχίσει να ωριμάζει και να μετατρέπεται νέες ευρύτερες μορφές σκέψης και δράσης. Αυτό που ενδιέφερε κυρίως τώρα δεν ήταν τί γινόταν στα ιεραποστολικά σχολεία, αλλά τί γινόταν σε ένα πλήθος από μικρές εστίες πολιτικών συζητήσεων και σπερμάτων συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Τα σπέρματα της αλλαγής είχαν μεγάλη μορφική ποικιλία. Στην Αίγυπτο, Τυνησία και Αλγερία τα εθνικά κινήματα ήταν μεγάλο βαθμό έργο διανοουμένων της μεσαίας τάξης, που δρούσαν μέσα στα πλαίσια της ισλαμικής παράδοσης.
Προς τη Δυτική Αφρική είχαμε το 1926 τη μεγάλη μαροκινή εξέγερση. Ο μαροκινός εθνικισμός βασισμένος σε ένα κίνημα ισλαμικών μεταρρυθμίσεων χρονολογείται από το 1930. Από την άλλη άκρη της Αφρικής, η δεκαετία του 1930 συμπίπτει με τη διάδοση νέων ιδεών για χειραφέτηση ανάμεσα σε πολλούς Αφρικανούς που παλιότερα κινούνταν μέσα σε παραδοσιακά πλαίσια σκέψης. Τώρα επίσης άρχισε να παρατηρείται μία όλο και μαζικότερη απομάκρυνση από τις χριστιανικές εκκλησιαστικές κοινότητες, που πολλοί Αφρικάνοι θεωρούσαν ότι κυριαρχούσαν οι Ευρωπαίοι και τις χρησιμοποιούσαν για δικούς τους σκοπούς. Υπήρχαν πολλές ανεξάρτητες αφρικανικές Εκκλησίες, το μήνυμα των οποίων ήταν “η Αφρική στους Αφρικανούς” και δεν ήταν μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό το μήνυμα.
Όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κλόνισε για μία ακόμη φορά το γόητρο και τη δύναμη των αποικιοκρατών που έσπρωξε πολλές χιλιάδες Αφρικανών σε νέους τύπους σκέψης και δράσης, υπήρχε ένα στέρεο και πλατύ υπόβαθρο λαϊκής αντίστασης.
Ο πόλεμος και οι συνέπειες που είχε για την Αφρική επιτάχυναν σε μεγάλο βαθμό τη γενική διάλυση της παραδοσιακής κοινωνίας, διάλυση που είχε αρχίσει με την αποικιοποίηση στη δεκαετία του 1880. Όπως και πριν, οι ενδείξεις που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα είναι περίπλοκες, ακόμα και αντιφατικές, ωστόσο οι αρνητικές πλευρές του πολέμου εκδηλώνονταν τώρα όλο και πιο έντονα.
Η έκρηξη αυτή πήρε τη μορφή αγώνων για την εθνική ανεξαρτησία που διεξάγονταν μέσα στα πλαίσια συνόρων χαραγμένων από τις αποικιακές δυνάμεις. Τα παλιότερα αιτήματα για ισότητα και χειραφέτηση έγιναν τώρα εθνικισμός (βλ. παναραβισμός ή παναφρικανισμός) με τη στενότερη έννοια της λέξης.
Η ανάμειξη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το ενίσχυσε. Παρόλο που η περίοδος της πλήρους εγκαθίδρυσης της αποικιοκρατίας μόλις είχε αρχίσει και οι τελευταίοι “ειρηνευτικοί” πόλεμοι συνεχίζονται ακόμη.
Στην περίοδο του μεσοπολέμου μετά το 1920 όλο και περισσότεροι Αφρικανοί ξεφεύγουν από τη στασιμότητα που επικρατούσε στην πατρίδα τους και ξανοίγονται σε ένα πλατύτερο κόσμο.
Μερικοί πήγαιναν στη Δυτική Ευρώπη, όπου μπορούσαν να συγκρίνουν την κατάστασή τους και τους αγώνες τους με την κατάσταση και τους αγώνες των “καταπιεσμένων τάξεων”. Άλλοι ταξίδευαν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου μπορούσαν να διαφωτισθούν από τη διδασκαλία αφροαμερικανών στοχαστών. Άλλοι πάλι κατευθύνονταν στην νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση όπου μπορούσαν να δοκιμάσουν το δραστικότερο γιατρικό της κοινωνικής επανάστασης. Στη δεκαετία του 1930 η πολιτική αφύπνιση είχε πια αρχίσει να ωριμάζει και να μετατρέπεται σε νέες ευρύτερες μορφές σκέψης και δράσης. Αυτό που ενδιέφερε κυρίως τώρα δεν ήταν τι γινόταν στα ιεραποστολικά σχολεία, αλλά τι γινόταν σε ένα πλήθος από μικρές εστίες πολιτικών συζητήσεων και των σπερμάτων συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Τα σπέρματα της αλλαγής είχαν μεγάλη μορφική ποικιλία. Στην Αίγυπτο, Τυνησία και Αλγερία, τα εθνικά κινήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό έργο διανοουμένων της μεσαίας τάξης, που δρούσαν μέσα στα πλαίσια της ισλαμικής παράδοσης. Προς τη Δυτική Αφρική είχαμε το 1926 τη μεγάλη μαροκινή εξέγερση. Ο μαροκινός εθνικισμός βασισμένος σε ένα κίνημα ισλαμικών μεταρρυθμίσεων χρονολογείται από το 1930.
Από την άλλη άκρη της αφρικής η δεκαετία του 1930 συμπίπτει με τη διάδοση νέων ιδεών για χειραφέτηση ανάμεσα σε πολλούς Αφρικανούς που παλιότερα κινούνταν μέσα σε παραδοσιακά πλαίσια σκέψης. Τώρα επίσης άρχισε να παρατηρείται μία όλο και μαζικότερη απομάκρυνση από τις χριστιανικές εκκλησιαστικές κοινότητες, που χρησιμοποιούσαν για δικούς της σκοπούς. Υπήρχαν πολλές ανεξάρτητες αφρικανικές εκκλησιαστικές κοινότητες, πολλοί Αφρικανοί θεωρούσαν ότι κυριαρχούσαν οι ευρωπαίοι και τις χρησιμοποιούσαν για δικούς τους σκοπούς. υπήρχαν πολλές ανεξάρτητες αφρικανικές εκκλησίες, το μήνυμα των οποίων ήταν “ η Αφρική στους Αφρικανούς” και δεν ήταν μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό μήνυμα.
Όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος κλόνισε για μία ακόμα φορά το γόητρο και τη δύναμη των αποικιοκρατών, που έσπρωξε πολλές χιλιάδες Αφρικανούς σε νέους τύπους σκέψης και δράσης, υπήρχε ένα στέρεο και πλατύ υπόβαθρο λαϊκής κατανόησης. Επωφελήθηκαν από τις επιπτώσεις του πολέμου και σύντομα δημιουργήθηκαν νέα και ριζοσπαστικότερα εθνικιστικά κόμματα σε αποικίες όπως η Ακτή Χρυσού, η Νιγηρία και η Γαλλική Δυτική Αφρική, όπου η κυρίαρχη δύναμη ήταν έτοιμη, αν και με μεγάλη απροθυμία ακόμα, να επιτρέψει την ύπαρξη αυτών των κινημάτων.
Σε άλλες αποικίες όπως η Βόρεια Ροδεσία, η επίδραση του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος έχει προλειάνει, έστω και δειλά, το δρόμο προς αποτελεσματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, που παλαιότερα απαγορεύονταν. Ο συνδικαλισμός άρχισε τώρα να παίζει ένα ρόλο με όλο και μεγαλύτερη σημασία για την αποτελεσματικότητα των εθνικών κινημάτων.
Στη Βόρεια Αφρική η αποφασιστική καμπή συμπίπτει με το πραξικόπημα των ελεύθερων αξιωματικών στην Αίγυπτο το 1952 και την ανάληψη της εξουσίας από τον Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Δύο χρόνια αργότερα η πρώην ιταλική αποικία Λιβύη είχε αποκτήσει εθνική κυριαρχία με βασιλιά τον Ίντρις. Το Μαρόκο και Τυνησία ακολούθησαν το 1955. Επίσης το 1956 η αγγλοαιγυπτιακή συγκυριαρχία στο Ανατολικό Σουδάν τερματίστηκε και ανακηρύχθηκε στο Χαρτούμ η Δημοκρατία του Σουδάν.
Στο μεταξύ η κατάρρευση της φασιστικής Ιταλίας είχε αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της Αιθιοπίας, προσθέτοντας την Ερυθραία και η νεαρή Ιταλική Δημοκρατία ετοιμαζόταν να αποσυρθεί από την Σομαλία. Η χώρα που στο εξής θα λεγόταν Γκάνα, αφού πέτυχε εσωτερική αυτοδιοίκηση το 1951, απόκτησε πλήρη πολιτική ανεξαρτησία του 1957.
Η Νιγηρία ακολούθησε γρήγορα με την απόκτηση εσωτερικής αυτοδιοίκησης το 1952 και ανεξαρτησίας το 1960. Παντού οι πιέσεις και οι αγώνες για αλλαγή έγιναν αφάνταστα ισχυρότερες στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Το 1961 ακολούθησε η Ταγκανίκα και το 1962 η Ουγκάντα. Η Κένυα στη συνέχεια, μετά από σκληρούς αγώνες ανάμεσα σε αφρικανούς και λευκούς αποίκους γύρω από την εξουσία, έγινε ανεξάρτητη το 1963. Η γειτονική Ταγκανίκα σε ενιαίο κράτος, που πήρε το όνομα Τανζανία. Έπειτα από δέκα χρόνια συγκρούσεων και απογοητεύσεων, η ευρωπαιοκρατούμενη ομοσπονδία των δύο Ροδεσιών, η Νυασσαλανδη και η Βόρεια Ροδεσία έγιναν ανεξάρτητες χώρες, το Μαλάουι και η Ζάμπια. Με την ανεξαρτητοποίηση της Σιέρρα Λεόνε το 1961 οι Αφρικανοί μπορούσαν επιτέλους να μιλάνε για λογαριασμό τους και να διαμορφώσουν το μέλλον τους. Ο “άνεμος της αλλαγής” σάρωσε πολύ λιγότερα πράγματα από όσα υπέθεταν πολλοί.
Οι γαλλικές αποικίες προχώρησαν προς το ίδιο τέρμα ακολουθώντας διαφορετική πορεία. Το 1956 μία από τις τελευταίες κυβερνήσεις της Τέταρτης Δημοκρατίας ανάγγειλε ότι κάθε αποικία μπορούσε να έχει εσωτερική αυτοδιοίκηση. Οι Αλγερινοί είχαν εξεγερθεί συχνά στο παρελθόν, έτρεφαν πάντα μία δηλωμένη έχθρα στους Γάλλους που εκδηλωνόταν με ανοιχτή βία ή με ειρηνικές διαμαρτυρίες. Η διαδικασία αυτή στην Αλγερία επαναλήφθηκε σε μικρότερη κλίμακα στην Κένυα. Το σχέδιο υπήρχε στο μυαλό των ιθυνόντων του προτεκτοράτου της Ανατολικής Αφρικής που διαμορφώθηκε στη δεκαετία του 1890. Η εξέγερση των Κικούγιου έκανε τη ζυγαριά να γείρει αποφασιστικά, που οδήγησε το 1963 περνώντας από πολλά και διάφορα στάδια στην ανεξαρτησία.

Δ. Πατρίς Λουμούμπα : ένας ξεχωριστός επαναστάτης
Το 1959 ακόμα οι Βέλγοι παρόλο που δεν είχαν παραχωρήσει πολιτικές εξουσίες στους αποίκους της Αφρικής εξακολουθούσαν να διακηρύσσουν την πρόθεσή τους να κυβερνήσουν τον Κονγκό για άλλα 30 χρόνια ή περισσότερο. Ξαφνικά αλλάζουν στάση τον Ιανουάριο του 1960 με την προφανή ελπίδα να επωφεληθούν. Έτσι από την αφρικανική έλλειψη πείρας παραχώρησαν σε πλήρη πολιτική ανεξαρτησία μέσα σε έξι μήνες. Όχι μονάχα υπήρχαν εκείνη την εποχή λιγότεροι από 20 κονγκολέζοι απόφοιτοι πανεπιστημίου αλλά και ούτε ένας από αυτούς δεν είχε σοβαρή διοικητική πείρα.
Η μισθοφορική Force Publique, ένα αποικιακό σώμα που δημιουργήθηκε με αποικιακές μεθόδους στις μέρες του Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό και από τότε χρησιμοποιούνταν ολοένα για το θλιβερό έργο της “ειρήνευσης” χωρίς ούτε ένα Κονγκολέζο αξιωματικό στις τάξεις της, στασίασε σχεδόν αμέσως. Η νεοσύστατη κυβέρνηση κατέρρευσε κάτω από αυτό και άλλα πλήγματα.
Ο ενεργητικότερος κονγκολέζος ηγέτης, ο Πατρίς Λουμούμπα, έπεσε θύμα εξωτερικών πιέσεων και εσωτερικών μηχανορραφιών, δολοφονήθηκε το 1961. Ακολούθησαν χρόνια συγκρούσεων και προδοσίας. Έστω και έτσι πάντως δεν υπήρχαν πια το 1967 παρά μόνο λίγες αποικίες έξω από τον περιχαρακωμένο “λευκό Νότο”.
Οι Γάλλοι κατείχαν ακόμα το θύλακα του Τζιμπουτί (Γαλλική Σομαλία) με τους κατοίκους διχασμένους στις προτιμήσεις τους ανάμεσα στη Σομαλία και την Αιθιοπία. Οι Ισπανοί κατείχαν ακόμα τις αποικίες της Ισπανικής Σαχάρα μέχρι την αποχώρησή τους, το 1976 με την προσάρτηση στο Μαρόκο και την εμφάνιση του κινήματος POLISARIO. Οι Πορτογάλοι εκτός από την Αγκόλα και την Μοζαμβίκη, όπου αντιμετώπιζαν όλο και εντονότερη την αντίσταση των ανταρτών του MPLA στην Ανγκόλα και του FRELIMO στη Μοζαμβίκη, που εξασφάλισαν την ανεξαρτησία του 1975.

Ε. Η αμερικανο-σοβιετική αντιπαράθεση. Ο νεοαποικισμός της Μαύρης Ηπείρου
Η Αφρική διατηρούσε για καιρό την ανάμνηση των μεγάλων αγώνων που συνέτριψαν την αποικιοκρατία, όπως πχ η εθνική εξέγερση της Μαδαγασκάρης, η αλγερινή επανάσταση, η εξέγερση των μάου-μάου στην Κένυα, οι απελευθερωτικοί αγώνες στη Ροδεσία και στις πορτογαλικές αποικίες στην Ανγκόλα και Μονζαμβίκη, η πρώτη απόσχιση της επαρχίας Κατάγκα (σημερινή ονομασία Σαμπα), την απόκτηση της ανεξαρτησίας του πρώην Βελγικού Κονγκό. Ο αποσχιστικός πόλεμος στην Μπιάφρα, ο οποίος το 1967 έως το 1970 στοίχισε τη ζωή σε περισσότερο από ένα εκατομμύριο νιγηριανούς.
Με την άνοδο του αραβικού εθνικισμού η σοβιετική παρουσία αρχικά και στη συνέχεια στο Σουδάν και τη Σομαλία ενισχύεται. Στο κέρας της Αφρικής, το πραξικόπημα του Μεγκίστου στην Αιθιοπία γίνεται με τη στήριξη της ΕΣΣΔ. Τα 30 χρόνια αγώνων για ανεξαρτησία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Ερυθραίας - η πιο μακροχρόνια σύγκρουση της σύγχρονης ιστορίας της ηπείρου - ώσπου να καταλήξουν το 1993 τη γέννηση του 52ου αφρικανικού κράτους, της Ερυθραίας.
Μετά το τέλος της πορτογαλικής αποικιοκρατίας ενισχύθηκε η σοβιετική παρουσία στην Ανγκόλα με 50.000 κουβανούς μισθοφόρους.
Η νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην υποσαχάρια Αφρική, από την κατάρρευση των πρώην πορτογαλικών αποικιών στην Ανγκόλα και τη Μοζαμβίκη, με την προοπτική νίκης του λαού της Ζιμπάμπουε και με το κίνημα POLISARIO στη Δυτική Σαχάρα, με επακόλουθο μία νέα φάση του ανταγωνισμού των ΗΠΑ-ΕΣΣΔ στη μαύρη ήπειρο με την απαρχή της ρηγκανικής εξορμήσης, ανάγκασαν-υποχρέωσαν να ακολουθήσουν μία πολιτική άμεσων επεμβάσεων.
Σε διάστημα 40 χρόνων, η αποδυνάμωση των κρατών, η αναζωπύρωση φυλετικών - αλήθεια ποιος θυμάται τους Χούτου και Τούτσι - και των εθνικιστικών συγκρούσεων, η πολιτική λιτότητας, τα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα πολλαπλασίασαν τις εστίες της αναταραχής στην Αφρική.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ, Μπαζιλ Νταβιντσον, εκδόσεις Άλμπατρος, 1980
  2. ΒΙΣΜΑΡΚ, Εμίλ Λούντβιχ, εκδόσεις Γκοβόστη
  3. ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ ‘75, εκδόσεις Έρευνα
  4. Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ, εκδόσεις Πλανήτης
  5. Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΜΑΥΡΩΝ, εκδόσεις Α/συνέχεια, 1985
http://antapocrisis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: