14 Νοε 2016

Ολοκληρώθηκε με επιτυχία το Πανελλαδικό Συντονιστικό των Αγωνιστικών Κινήσεων

 

Το Πανελλαδικό Συντονιστικό των Αγωνιστικών Κινήσεων πραγματοποιήθηκε το διήμερο 12-13 Νοεμβρίου στην Αθήνα. Και φέτος συμμετείχαν σ'αυτό δεκάδες αγωνιστών από πολλές πόλεις της Ελλάδας. Με διάθεση για συζήτηση και προβληματισμό, προσπαθήσαμε να αναλύσουμε την σύνθετη κατάσταση που επικρατεί τόσο σε διεθνές όσο και σε εσωτερικό επίπεδο και να προσδιορίσουμε τις θέσεις μας απέναντι σ' αυτή. Ακόμη, και πιο συγκεκριμένα, τοποθετηθήκαμε πάνω στην κατάσταση του φοιτητικού κινήματος, στην κατάσταση της Αριστεράς μέσα στα πανεπιστήμια και διαπιστώσαμε την ανάγκη να παρέμβουμε ακόμη πιο δυναμικά ενάντια στα νέα μέτρα που προετοιμάζονται για την εκπαίδευση και ενάντια στο μαύρο μέλλον που μας ετοιμάζουν.

Παρακάτω δημοσιεύουμε μέρος της απόφασης του Πανελλαδικού Συντονιστικού:


Απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού των Αγωνιστικών Κινήσεων (12-13/11/2016)

Διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις

Η κατάσταση στον κόσμο χαρακτηρίζεται από τον παροξυσμό των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων σε πρωτοφανέρωτο επίπεδο. Στο πρόσφατο ντιμπέιτ μεταξύ των διεκδικητών του προεδρικού θώκου των ΗΠΑ, αντί η κόντρα να εστιάζεται στα συνήθη… κρίσιμα ζητήματα (όπως π.χ. οι αμβλώσεις) και σε χαζά αστεία, περιστράφηκε έντονα πάνω στο ζήτημα του πυρηνικού οπλοστασίου της Ρωσίας. Η Ρωσία από την άλλη, πραγματοποίησε πρόσφατα αιφνιδιαστική άσκηση αντιμετώπισης πυρηνικής επίθεσης, με τη συμμετοχή 40 εκατομμυρίων πολιτών. Ο απροκάλυπτος πλέον ανταγωνισμός στο επίπεδο του στρατηγικού πυρηνικού οπλοστασίου, αποδεικνύει και στον πιο δύσπιστο, ποιες είναι οι «διέξοδοι» του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος για την αντιμετώπιση της κρίσης του. Αλλά και ποιες είναι οι δυνατότητες του να παρουσιάσει ένα όραμα για την ανθρωπότητα, ώστε να μην ζούνε τα παιδιά χειρότερα από τους γονείς τους. Γίνεται ολοένα και πιο φανερό, ότι τέτοια προοπτική δεν μπορεί να υπάρξει στα πλαίσια αυτού του σαπισμένου συστήματος.

Η παρόξυνση του ανταγωνισμού αγκαλιάζει όλη την πύρινη ζώνη αντιπαράθεσης των ΗΠΑ-Ρωσίας. Στην Ανατολική Ευρώπη, το τελευταίο επεισόδιο υπήρξε η αμυντική(!) συμφωνία ΗΠΑ-Φινλανδίας, προσθέτοντας ένα ακόμα κράτος στα σύνορα της Ρωσίας το οποίο εντάσσεται στο «ΝΑΤΟ της Αν. Ευρώπης». Πρόσφατα, διεξήχθη άσκηση με 30 χιλιάδες στρατιώτες από 20 χώρες στην Πολωνία. Την ίδια στιγμή, η «παγωμένη» Ουκρανική σύγκρουση εξελίσσεται με υπόγειο τρόπο, χωρίς να λείπουν επεισόδια όπως αυτό της Κριμαίας (σύλληψη από τους Ρώσους «υπόπτων για δολιοφθορές»). Οι αερομαχίες στη Μαύρη Θάλασσα, ανάμεσα σε αμερικανικά και ρωσικά μαχητικά, είναι καθημερινές.

Στο μέτωπο της Μ. Ανατολής, ακόμα μια συριακή εκεχειρία κατέρρευσε χωρίς καν να εφαρμοστεί, καθώς οι Αμερικάνοι «κατά λάθος» βομβάρδισαν κομβόι του συριακού στρατού που προσέγγιζε στρατηγικό σημείο κοντά στο Χαλέπι. Η ενέργεια αυτή θρυμμάτισε την εκεχειρία και έδωσε νέα πνοή στις συγκρούσεις, καθώς καθεστώς Άσαντ, Αλ Νούσρα, YPG (Κούρδοι) και αντιπολίτευση διαγκωνίζονται για το ποιος θα καταλάβει το έδαφος που αφήνει το ISIS, οι μαχητές του οποίου αλλάζουν συνέχεια ταυτότητα… Η Τουρκία συνεχίζει να διατηρεί στρατό σε Συρία και Ιράκ, αιματοκυλώντας το κουρδικό κίνημα, αλλά και κατοχυρώνοντας θέσεις.

Στο μέτωπο του Ειρηνικού, εν μέσω ευρείας κλίμακας ρώσο-κινέζικων γυμνασίων, οι ΗΠΑ, με πρόσχημα την βορειοκορεάτικη πυρηνική δοκιμή, εντείνουν τη στρατιωτική συνεργασία Ιαπωνίας-Ν. Κορέας και ανακοινώνουν την ένταξη της Ν. Κορέας στην πυρηνική αντιπυραυλική ασπίδα, ολοκληρώνοντας την πυρηνική περικύκλωση του εχθρού από δύση και ανατολή.

Στο πολιτικό πεδίο, επικρατούν σύγχυση και εσωτερικές αντιθέσεις στο δυτικό μπλοκ. Αποτυπώσεις των αναζητήσεων είναι οι αμερικανικές εκλογές, το Brexit (διαδικασία αντιφατική που δεν έχει ακόμα αποκαλύψει το βάθος της), καθώς και οι διάφορες ομαδοποιήσεις εντός της ΕΕ (ευρωμεσογειακή ένωση, χώρες του «Βίσσεγκραντ»), που αποτυπώνουν την έλλειψη συνοχής και τα γερμανικά αδιέξοδα. Συνολικά, οι βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βρίσκονται μπροστά σε επιλογές ευρύτερου προσανατολισμού και το ερώτημα «με ποιον θα πάμε και ποιον θα αφήσουμε» είναι δύσκολο να απαντηθεί. Η (αργή) διαδικασία συγκρότησης της TTIP, αλλά και της ρώσο-κινέζικης συνεργασίας, διαμορφώνουν ροπές που πιέζουν ενδιάμεσες και περιφερειακές δυνάμεις. Συνολικά, η διαδικασία της διαμόρφωσης των συμμαχιών εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας από άκρη σε άκρη του κόσμου και χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα.

Στο οικονομικό πεδίο, ο πρόσφατος κλυδωνισμός της Deutche Bank, της ναυαρχίδας του γερμανικού ιμπεριαλισμού, και σημαντικού μεγέθους για ολόκληρη την ΕΕ, αποδεικνύει ότι τα κρισιακά φαινόμενα επίσης βρίσκονται σε έξαρση. Μια σειρά παγκόσμιας εμβέλειας οικονομικά μεγέθη, όπως το ιδιωτικό χρέος διάφορων χωρών, αλλά και η πτώση της τιμής του πετρελαίου, αποκαλύπτουν ότι παρά τα παχιά λόγια για «επενδύσεις» και «ανταγωνιστικότητα», η καπιταλιστική οικονομία βρίσκεται σε τέλμα. Αποτέλεσμα είναι τα διάφορα μικρά «χρηματιστηριακά κραχ», όπως αυτό της Κίνας.
Αν συνοψίσουμε και αξιολογήσουμε όλες αυτές τις παράλληλες εξελίξεις, είναι παταγώδης η αποτυχία ερμηνείας της πορείας του κόσμου από τη ρεφορμιστική ιδεολογία. Και είναι αποτέλεσμα του ότι ο ρεφορμισμός επιμένει να βλέπει έναν άλλον, αγγελικό και ψεύτικο κόσμο, που μπορεί να μεταρρυθμιστεί και να διορθωθεί. Η ιστορική αποτυχία του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική γραμμή της «ανάληψης ευθυνών με κινηματική στήριξη», αν και επιβιώνει με χίλιες δυο μορφές στην ελληνική αριστερά, έχει δεχθεί ανυπολόγιστο πλήγμα από την εξέλιξη των πραγμάτων.

Είναι συστατικό στοιχείο της οικοδόμησης μιας άλλης, διακριτής, αντισυνδιαχειριστικής γραμμής μέσα στο φκ, η ικανότητα ερμηνείας των εξελίξεων. Όλες οι εξελίξεις που αναφέρθηκαν, και άλλες που θα μπορούσαν να περιληφθούν, δείχνουν ότι ο ανταγωνισμός έχει πλέον πλησιάσει σε σημείο αναπνοής κάθε κόκκινη γραμμή που χαράχθηκε με τα αίματα των λαών στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ότι η κρίση πλέον έχει μεταφερθεί στο κέντρο του «νευρικού συστήματος» των διάφορων καπιταλιστικών οικονομικών κέντρων. Οι πολεμικές συρράξεις της περιοχής, αλλά και γενικότερα, κάθε άλλο παρά κοντά είναι στη λύση τους.

Με αυτή την έννοια, το να αντιλαμβανόμαστε το βάθος της επίθεσης περιορισμένο μονάχα στις τρέχουσες επιπτώσεις των μέτρων που «θα περάσουν», και να αυταπατόμαστε ότι έχουμε δει το μεγαλύτερο μέρος της, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Η επίθεση στους λαούς θα συνεχιστεί και θα επεκταθεί, σέρνοντας ολοένα και περισσότερες χώρες στην καταστροφή. Τα παραδείγματα της Συρίας, της Λιβύης, του Ιράκ, που αδυνατούν να ορθοποδήσουν, δεν είναι απλώς κοντά μας γεωπολιτικά ή χιλιομετρικά, αλλά και στον χρόνο! Δεν μπορεί καμία χώρα να μείνει ανέπαφη σε μια τέτοια γειτονιά.

Επόμενο είναι μέσα σε ένα τέτοιο τοπίο, να γεννιέται η ανάγκη της Αριστεράς εκτός των τειχών του συστήματος, της Αριστεράς με επαναστατική αναφορά, που είναι διατεθειμένη να δει πέρα και έξω από το πλαίσιο που ορίζει η αστική τάξη. Σημαντικές εξελίξεις υπήρξαν στον κόσμο και σε μια σειρά χώρες, που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, αναφέρονται από διάφορες πλευρές (κάποιες και από την δική μας) ως παραδείγματα προοπτικής.

Σε Κολομβία και Φιλιππίνες, δύο ένοπλα επαναστατικά κινήματα (με διαφορετικό υπόβαθρο και ιδεολογικό στίγμα), οδηγούνται στην αφομοίωση μέσα από τις λεγόμενες «ειρηνευτικές συμφωνίες». Στο Νεπάλ, χώρα που απασχόλησε έντονα τις Αγωνιστικές Κινήσεις, η πορεία του λαϊκού πολέμου έχει ανακοπεί. Ενώ στον «φάρο» της σοσιαλδημοκρατικής αστικής διαχείρισης της κρίσης, την Βενεζουέλα, τα αδιέξοδα του εγχειρήματος έχουν δώσει πεδίο παρέμβασης στον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Το κουρδικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και η ηγεσία του PKK το σέρνει πίσω από το άρμα του ιμπεριαλισμού.

Την ίδια όμως στιγμή, ο πολύμηνος γαλλικός ξεσηκωμός αποτελεί κορυφαία κινηματική παρακαταθήκη για τους λαούς και τη νεολαία όλης της Ευρώπης. Η σημασία του ξεσηκωμού και η προοπτική που ανοίγει ενάντια στον εργασιακό μεσαίωνα, δεν έγινε αντιληπτή από την παραζαλισμένη ελληνική Αριστερά, ενώ και εμείς υστερήσαμε στην κινηματική ανάδειξη του ξεσηκωμού και τη διεθνιστική αλληλεγγύη. Εξέλιξη παγκόσμιας εμβέλειας υπήρξε η «απεργία των 160 εκατομμύριων» στην Ινδία, χώρα όπου ταυτόχρονα δρα συγκροτημένο το ένοπλο επαναστατικό κίνημα στην ύπαιθρο. Μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις ξέσπασαν το προηγούμενο διάστημα κατά κύματα σε Χιλή και Ν. Αφρική.

Γεγονός μεγάλης πολιτικής σημασίας είναι η έναρξη της δίκης της ΑΤΙΚ στο Μόναχο, όπου ιμπεριαλιστές της ΕΕ μετά από χρόνια δικάζουν ξανά την κομμουνιστική και επαναστατική ιδεολογία, κάνοντας ένα ακόμα ανοιχτό βήμα στην προώθηση της φασιστικοποίησης και της καταστολής. Η δίκη της ΑΤΙΚ είναι κομβικό ζήτημα για την παρέμβαση των ΑΚ και η προώθηση της αλληλεγγύης πρέπει να γίνει με πιο αποφασιστικά βήματα δράσης, αλλά και κατανόησης.

Η άνοδος των φασιστικών και ρατσιστικών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη, καθώς και η φασιστική πολιτική της ΕΕ απέναντι στους πρόσφυγες, αναβιώνουν τις χειρότερες μνήμες για τους λαούς όλου του κόσμου. Μέσα σε αυτό το τοπίο της ολομέτωπης επίθεσης, οι πολιτικές απόψεις που ψάχνουν να πιαστούν από το σύστημα και τις υποτιθέμενες «σταθερές» του, όχι απλά κρέμονται στον αέρα, αλλά αποκόπτονται πλήρως από το πραγματικό πεδίο αναφοράς των Αριστερών ιδεών – τη λαϊκή πάλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα γεγονότα σε Γαλλία, Ινδία και Μόναχο ελάχιστα ως καθόλου απασχόλησαν την εγχώρια Αριστερά. Απόδειξη ότι εμείς ακριβώς εκεί πρέπει να κοιτάξουμε και τα αντίρροπα συμπεράσματα να βγάλουμε. Μόνο η πορεία συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων σε έναν άλλον, δικό τους δρόμο, μπορεί να δώσει απαντήσεις. Μόνο η πορεία συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων σε δική τους βάση, αντιπαραθετική με το σύστημα της εκμετάλλευσης και την επίθεση που εξαπολύει, μπορεί να αποτελέσει εγγύηση ότι το κίνημα των μαζών δεν θα αφομοιωθεί ή ακόμα και χρησιμοποιηθεί από αντιδραστικές δυνάμεις.

Το αντιιμπεριαλιστικό και αντιπολεμικό επίπεδο της πάλης, είναι αναγκαίο να συνδέεται με τους κινδύνους στην περιοχή μας, οι οποίοι είναι πραγματικοί και για τον δικό μας λαό, ζήτημα που ελάχιστα συνειδητοποιείται, με αποτέλεσμα οι μάζες να είναι αφοπλισμένες και καθόλου υποψιασμένες. Η δική μας άποψη μπορεί να αποκαλύψει το πεδίο αυτό, γιατί ακριβώς προκύπτει από την ανάλυση του ιμπεριαλιστικού σταδίου του συστήματος.

Πρέπει να καταπολεμηθεί η πολιτική αντίληψη ότι τα ζητήματα αφορούν «κάποιους άλλους». Το κίνημα για τις διώξεις της ΑΤΙΚ, αφορά και τα δικά μας δημοκρατικά δικαιώματα. Το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες αφορά στην από κοινού οργάνωση και διεκδίκηση λαϊκών δικαιωμάτων και όχι στην «παροχή βοήθειας». Το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα αφορά την αποτροπή της εξάπλωσης του πολεμικού κινδύνου και στην ίδια την χώρα μας, όχι μόνο την αλληλεγγύη στους λαούς που ρημάζονται και μεταναστεύουν.

Οι συνεχείς αναφορές του Ερντογάν στη συνθήκη της Λωζάνης, πρώτα και κύρια απευθύνεται στους δυτικούς ιμπεριαλιστές και προσπαθούν να κατοχυρώσουν τον ιδιαίτερο ρόλο του τουρκικού φασιστικού καθεστώτος στην περιοχή. Δεν είναι όμως μόνο αυτό: ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός έχει μεταφερθεί σε ολόκληρη την περιοχή και αναμοχλεύει παλιές υπαρκτές ή ανύπαρκτες συγκρούσεις και επιδιώξεις των υποτελών αστικών τάξεων. Ειδικά στο Αιγαίο, που έχει μετατραπεί από το ΝΑΤΟ και τη Ρωσία σε πεδίο ανταγωνισμού, αλλά και στην Κύπρο, όπου προωθούνται ξανά ιμπεριαλιστικά σχέδια «επίλυσης», ο κίνδυνος είναι υπαρκτός.

Κόντρα στις ανιστόρητες απόψεις ότι οι λαοί της περιοχής είμαστε τάχα «εξασφαλισμένοι» από τη ΝΑΤΟϊκή μπότα, κόντρα στα εθνικιστικά παραληρήματα που προσελκύουν τελευταία και κομμάτια της αριστεράς, κόντρα στην "αδιαφορία" για τους τυχοδιωκτισμούς των δύο αστικών τάξεων, πρέπει θαρρετά να απευθυνθούμε στη νεολαία και να αποκαλύψουμε τους κινδύνους, ώστε να πυκνώσουν οι γραμμές του αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Κίνημα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τις εξαρτημένες αστικές τάξεις Ελλάδας-Τουρκίας.

Μιλώντας για το ζήτημα της προοπτικής και εστιάζοντας πλέον στην χώρα μας, είναι αποκαλυπτικό το πόσο γρήγορα οι απόψεις εκείνες που ήθελαν να τοποθετούνται «άμεσα» στα ζητήματα και να αγνοούν το ζήτημα της προοπτικής, καταλήγουν το ίδιο άμεσα στην αγκαλιά της αστική τάξης και του ιμπεριαλισμού.

Πρώτη και καλύτερη, η θλιβερή φιγούρα που φέρει τον τίτλο «κυβέρνηση της Αριστεράς». Πλήρως ενσωματωμένη και πειθαρχημένη, έχει αποδείξει την χρησιμότητα της σε ντόπια και ξένα αφεντικά, περνώντας απανωτά μέτρα, όπως το ξεπούλημα του Ελληνικού, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Και όταν χρειαστεί, μια χαρά ξέρει ο ΣΥΡΙΖΟπολτός και ρουθούνια να ανοίγει, και ανθρώπους να δένει και να καταδικάζει, και να τρομοκρατεί, όπως οι προηγούμενοι. Γιατί όποιος κληρονομεί τη θέση του συνεχιστή της επίθεσης, κληρονομεί και όλο το πλαίσιο της φασιστικοποίησης, των μηχανισμών καταστολής, των εκατοντάδων διώξεων.

Είναι κρίσιμο ζητούμενο για την απόσπαση δυνάμεων από την κυβερνητική προπαγάνδα, η αποκάλυψη της πολιτικής της κυβέρνησης. Κομβικό ζήτημα το τελευταίο διάστημα, ειδικά για την παιδεία, αποτέλεσε το προσφυγικό. Είναι χαρακτηριστικό το πόσο γρήγορα ενσωματώθηκαν οι τάσεις που ονειρεύονται έναν «αντιρατσισμό με κυβερνητικές πλάτες» και πώς εγκλώβισαν τον κόσμο του κινήματος στο ψεύτικο δίλημμα «να στηρίξουμε την κυβέρνηση άραγε κόντρα στους κακούς ρατσιστές κατοίκους». Είναι χαρακτηριστικό πώς οι απόψεις που συνηθίζουν να πάνε «με το ρεύμα», όταν το ρεύμα γύρισε στα δεξιά ξέχασαν τους κάποτε καλοκάγαθους οικογενειάρχες κατοίκους με την αχρωμάτιστη αλληλεγγύη, και οδηγήθηκαν να ενταχθούν στο κυβερνητικό ρεύμα. Στο ρεύμα μιας κυβέρνησης που έχει αφήσει ελεύθερο τον μαχαιροβγάλτη Ρουπακιά και η οποία υποτίθεται εκλέχτηκε για να απαντήσει τα ζητήματα «άμεσα και ρεαλιστικά», χωρίς τις «αγκυλώσεις» της άλλης Αριστεράς, που τάχα δεν καταλάβαινε τις ιστορικές εξελίξεις που κυοφορούνταν.

Μιλούν τάχα για το δικαίωμα των προσφυγόπουλων στην παιδεία και τη μάθηση. Αλήθεια, ποιοι το κάνουν αυτό; Εκείνοι που κλείνουν τη μία σχολή μετά την άλλη, το ένα σχολείο μετά το άλλο, θεσμοθετούν δίδακτρα σε μεταπτυχιακά; Και αλήθεια, μόνο αυτό το δικαίωμα έχουν οι πρόσφυγες; Δικαίωμα να μην είναι χειμωνιάτικα τα παιδιά στο κρύο έχουν;

Βρισκόμαστε στο σημείο εκείνο που χρεοκοπεί μπροστά στα μάτια μας και σε όλα τα ζητήματα η πολιτική του «μέσου όρου», η πολιτική του χυλού, οδηγώντας το κίνημα σε πλήρη παράλυση και αδρανοποίηση, δίνοντας χώρο στις ακροδεξιές απόψεις να παρεμβαίνουν στον λαό, και παροπλίζοντας μια σειρά αγωνιστές και μέτωπα πάλης, που άλλα τους υποσχέθηκαν και άλλα συνάντησαν. Όχι πάντως θαυμαστές, έξυπνες, ανώδυνες, εφικτές λύσεις, «εδώ και τώρα».
Εδώ και τώρα η Αντίσταση στην επίθεση προβάλλει ως ζωτική ανάγκη για τον λαό και το κίνημα του. Αυτή η λύση όμως κανέναν δεν φαίνεται να συγκινεί.

Την ίδια στιγμή, η επίθεση στα πανεπιστήμια και η εφαρμογή του νόμου-πλαίσιο καλά κρατεί, με σύμπασα τη φοιτητική αριστερά να μην εγείρει κανένα θέμα στους συλλόγους και να κάνει «γενική πολιτική δουλειά», τη στιγμή που κάθε αντιφοιτητική ρύθμιση βρίσκεται σε πλήρη ισχύ. Σε πολλά μαθήματα τα συγγράμματα δεν καλύπτουν την ύλη. Σίτιση και στέγαση έχουν καταρρεύσει και δεν μπορούν να καλύψουν τις καθημερινές ανάγκες των φοιτητών. Εξάμηνα δεν μπορούν να ξεκινήσουν, επειδή οι φοιτητές δεν μπορούν να δηλωθούν. Σχολές υπολειτουργούν και περιμένουν τη συγχώνευση. Οι 13 εβδομάδες δεν επιτρέπουν ούτε καν μια μεταφορά μαθημάτων λόγω απεργίας λεωφορείων, χωρίς να χαθεί το εξάμηνο. Οι διαγραφές και τα δίδακτρα παραμονεύουν.

Μπροστά σε αυτήν την ολοφάνερη πολιτική και κινηματική υποχώρηση, που εκφράζεται και στις άμαζες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, η κυρίαρχη Αριστερά αναφωνεί: Θα κάνουμε καλύτερες προστάσεις! Θα φτιάξουμε νέα σχέδια! Νέες προτάσεις νόμου! Νέα προγράμματα! Θα σερβίρουν και πάλι το ίδιο ζεσταμένο φαγητό των μεταβατικών, αντικαπιταλιστικών προγραμμάτων, της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, της κυβέρνησης των εργαζομένων, της νομισματικής αλλαγής εντός ΕΕ με παραγωγική ανασυγκρότηση κτλ. Μόνο που το φαγητό αυτό έχει ζεσταθεί πολλές φορές και πλέον μυρίζει άσχημα.

Είναι απόρροια όλων των εξελίξεων, ότι μόνο οι δυνάμεις εκείνες που αναγνωρίζουν το πεδίο της Αντίστασης ως το πρώτιστο είναι διατεθειμένες με έναν οργανωμένο και συνεπή τρόπο να κινηθούν αποκαλύπτοντας την επίθεση και τους στόχους της. Μόνο οι δυνάμεις που αναφέρονται στη λαϊκή οργάνωση και πάλη ως πρωταρχικό πεδίο απεύθυνσης, συντηρούν στον λόγο τους στοιχεία διεκδίκησης και αναφορές σε θεμελιωμένα δικαιώματα, όπως οι σπουδές, η δουλειά, η μετακίνηση, η περίθαλψη, το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, στη συνδικαλιστική δράση και οργάνωση.

Κομβικό ζήτημα που έρχεται και κεντρικό καθήκον της περιόδου αποτελεί το ζήτημα της επίθεσης στα εργασιακά. Η επίθεση στα εργασιακά δεν είναι απλώς «ένα ακόμα βήμα», αλλά στρατηγική επιδίωξη του συστήματος για την προώθηση της επίθεσης ενάντια στην εργατική τάξη. Σκοπεύει να ανατρέψει προς το χειρότερο όλους τους συσχετισμούς στο πεδίο της εργασίας και της εκπαίδευσης και να βαθύνει τις σχέσεις του εργασιακού μεσαίωνα. Αντίστοιχα, για τις λαϊκές δυνάμεις και την κοινωνική τους πρωτοπορία, την εργατική τάξη, έχει κομβική σημασία να δοθεί η μάχη αυτή με γραμμή αναμέτρησης και αντιπαράθεσης, γιατί μόνο μέσα από αυτή την διαδικασία μπορεί να ανασυγκροτηθεί πολιτικά και ταξικά. Ως δύναμη που έχουμε κεντρική αναφορά στη συμπόρευση του φοιτητικού κινήματος με τον μαχόμενο εργαζόμενο λαό, αλλά και ταξική αναφορά στις λαϊκές μάζες και τις οικογένειες τους μέσα στα πανεπιστήμια, έχουμε υποχρέωση να κινητοποιήσουμε με κάθε τρόπο φοιτητικές μάζες ενάντια στα μέτρα.

Οι αλλαγές στα εργασιακά, που έρχονται αμέσως μετά τα αντιασφαλιστικά μέτρα, το βάθος των οποίων δεν έχει γίνει κατανοητό, έχουν χαρακτήρα προοπτικής. Η μάχη αυτή, περικλείει μέσα της όλα τα κρίσιμα στοιχεία της περιόδου και πρέπει να δοθεί από τις Αγ. Κιν. ολόψυχα, πολύμορφα, πλατιά, κινηματικά, αλλά και ιδεολογικά. Πρέπει να δοθεί από τη σκοπιά της οργάνωσης των λαϊκών δυνάμεων και με την αντίστοιχη δική τους προοπτική που αναπόφευκτα αυτή εμπεριέχει: την αναμέτρηση με τις μαύρες δυνάμεις του μεσαίωνα και της εκμετάλλευσης. Η πολιτική γραμμή της οργανωμένης πάλης λαμβάνει σε μια περίοδο παραίτησης, αποσυγκρότησης και γενικευμένου διαλυτισμού στο κίνημα και την Αριστερά, ειδική σημασία. Η συσπείρωση και συγκρότηση σε όλα τα πεδία των δικών μας δυνάμεων, η διεύρυνση της επιρροής τους και η συγκέντρωση νέων, είναι επίσης κρίσιμο ζητούμενο που περνάει μέσα από τα ανοιχτά επίδικα της περιόδου.

Να λοιπόν από πού πρέπει να αρχίσουμε. Από εκεί όπου είχαμε μείνει. Από την ολομέτωπη επίθεση του συστήματος που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας και ενάντια στη ζωή μας, στο παρόν και το μέλλον μας.

Η κατάσταση στην εκπαίδευση

Από την έναρξη κιόλας της ακαδημαϊκής χρονιάς, γίνεται σαφές ότι η επίθεση απέναντι στα φοιτητικά δικαιώματα συνεχίζεται αμείωτη. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, με αρωγό στην αντιλαϊκή της πολιτική τα συμπεράσματα του Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία, μπορεί να μην έχει προχωρήσει σε αυτή τη φάση στην παραγωγή ενός νέου νόμου για την τριτοβάθμια, συντάσσεται όμως πλήρως και εντείνει την εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. πλαίσιο Διαμαντοπούλου- Αρβανιτόπουλου. Συνεχίζεται, επομένως, το πετσόκομμα των δωρεάν παροχών σε σίτιση- στέγαση- συγγράμματα- μεταφορές, που οξύνει τους ταξικούς φραγμούς, μετακυλίοντας το κόστος σπουδών στις πλάτες των φοιτητών των λαϊκών στρωμάτων. Βαθαίνει η εντατικοποίηση των σπουδών, μέσα από τις υποχρεωτικές/ αναγκαίες παρακολουθήσεις, τις αλυσίδες μαθημάτων, τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών μιας σειράς σχολών, την καθηγητική αυθαιρεσία. Αυτό συνεπάγεται -και τροφοδοτείται από- την υποτίμηση του φοιτητικού συνδικαλισμού, τη στροφή στο βιβλίο και το αμφιθέατρο, την αποξένωση από τις συλλογικές διαδικασίες. Και δεν είναι μόνο αυτά.

Διδακτική επάρκεια
Είναι πλέον γεγονός η θεσμοθέτηση του Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας, το οποίο και θα πρέπει να κατέχει ο απόφοιτος (κυρίως παιδαγωγικών σχολών) για να μπορεί να διδάξει. Γι’ αυτό και οι διοικήσεις έχουν μπει σε μια συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο αυτό θα ενταχθεί στην εκάστοτε σχολή. Ο στόχος του είναι διττός: αφενός η διάσπαση του πτυχίου και των ενιαίων επαγγελματικών δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό (οι απόφοιτοι- καθηγητές και οι... υπόλοιποι), αφετέρου η εντατικοποίηση των σπουδών, στα πλαίσια της «δια βίου μάθησης», με ένα σωρό χαρτιά/μαθήματα/σεμινάρια να θεωρούνται προαπαιτούμενα για την άσκηση του επαγγέλματος. Επιπλέον, ήδη υπάρχουν προγράμματα που το χορηγούν επί πληρωμή, δρομολογώντας την περαιτέρω νομιμοποίηση των διδάκτρων και τον αποκλεισμό όσων δεν μπορούν να πληρώσουν.

Μεταπτυχιακά
Στις μέρες μας, αρκετοί απόφοιτοι, είτε για να παρατείνουν τη συνάντησή τους με την ανεργία, είτε για να έχουν ένα ακόμα χαρτί στο βιογραφικό τους, επιλέγουν τις μεταπτυχιακές σπουδές. Σε αυτό το φόντο, το Υπουργείο επιλέγει να προτείνει νομοσχέδιο για τη λειτουργία τους, στο οποίο μάλιστα αναφέρει ρητά τις μεταπτυχιακές σπουδές ως «δεύτερο κύκλο σπουδών». Η κυβέρνηση, λοιπόν, όπως και οι προκάτοχοί της, προωθεί τη διάσπαση των σπουδών σε κύκλους (bachelor-master), σε σύμπνοια με τις επιταγές ΟΟΣΑ- Μπολόνια. Δίνει ένα ισχυρό χτύπημα στο πτυχίο, με σκοπό να πάψει να αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για δουλειά.
Πρώτο μέλημα του νομοσχεδίου ήταν η θέσπιση διδάκτρων σε όλα τα μεταπτυχιακά. Εισάγεται, εν ολίγοις, ένας ακόμα ταξικός φραγμός για την συμμετοχή σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα, που αν συσχετιστεί με τις προτάσεις των ιθυνόντων του συστήματος το προηγούμενο διάστημα, προετοιμάζει το έδαφος για την παγίωσή τους και στο προπτυχιακό επίπεδο. Μάλιστα πολύ γρήγορα αποκαλύφθηκε το πραγματικό νόημα των δηλώσεων για κατάργηση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά, που ακολούθησαν της δημοσιοποίησης της πρότασης για δίδακτρα σε όλα. Τόσο οι επονομαζόμενες «εξαιρέσεις» (μεταπτυχιακά για «επαγγελματική ειδίκευση» θα έχουν δίδακτρα, τέλος εγγραφής θα εξεταστεί…) που τις συνόδευσαν, όσο και η μετατροπή των εξαιρέσεων σε κανόνα στο νέο νομοσχέδιο που κατατέθηκε (από 500 μέχρι 2.500 ευρώ τέλος εγγραφής για όλα τα μεταπτυχιακά), επιβεβαιώνουν την κατεύθυνση θέσπισή τους.

Σχέδιο Αθηνά
Στα πορίσματα του Εθνικού διαλόγου για την παιδεία συμπεριλαμβάνεται ειδική μνεία στην «αναμόρφωση του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης». Εκεί γίνεται αναφορά στην κατάσταση πολλών ΤΕΙ, που «δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας» και «δεν αντέχουν σε καμία αξιολόγηση», καθώς και στον «γεωγραφικό τους κατακερματισμό». Συνεπώς, το εν λόγω πόρισμα, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις καθηγητών, υποδομών κ.λπ. που αντιμετωπίζουν αρκετά ΤΕΙ, βάλλει ευθέως εναντίον τους, κλείνοντας το μάτι σε κλεισίματα/ συγχωνεύσεις. Επιπλέον, στη ρότα των σχεδίων Αθηνά, τα πορίσματα φροντίζουν να συνδέσουν τη συνέχιση λειτουργίας με την αξιολόγησή των ΤΕΙ, με το κατά πόσο δηλαδή προσαρμόζονται στα όσα ορίζει ο ν. πλαίσιο.

Το πόρισμα Λιάκου για τη δευτεροβάθμια
Δύσκολα θα μπορούσαμε να μελετήσουμε αποκομμένα από την τριτοβάθμια τις αλλαγές που σχεδιάζονται σε γυμνάσια- λύκεια. Πέρα από τις συζητήσεις για τετρατάξιο γυμνάσιο- διετές λύκειο, την κατηγοριοποίηση μαθημάτων (υψηλού-χαμηλού επιπέδου), την επαναφορά της τράπεζας θεμάτων, την απαλλαγή του κράτους από βασικές υποδομές (βιβλία/τηλε-εκπαίδευση) και άλλα, έχει μια αξία να εστιάσουμε στον τίτλο που παρέχεται στον απόφοιτο λυκείου και τη σύνδεση του τίτλου αυτού με την εισαγωγή στην τριτοβάθμια.
Συγκεκριμένα, ο απόφοιτος αποκτάει Εθνικό Απολυτήριο, εφόσον έχει παρακολουθήσει έξι μαθήματα, έχει εκπονήσει διπλωματική εργασία, έχει συμμετάσχει σε προγράμματα αθλητισμού και δημιουργικότητας, ενώ σπουδαίο ρόλο παίζει στον βαθμό η επιλογή μαθημάτων «υψηλού επιπέδου». Σε κάθε διαφορετική περίπτωση, αποκτά ένα Πιστοποιητικό σπουδών. Από εκεί και πέρα, τα τριτοβάθμια ιδρύματα ορίζουν τα κριτήρια για την εισαγωγή σε αυτά: 80% των κριτηρίων σχετίζεται με τον βαθμό του Εθνικού Απολυτηρίου και 20% με κριτήρια όπως ειδικές εξετάσεις, συνέντευξη κ.ά. Τέλος, η εισαγωγή προβλέπεται να γίνεται σε σχολή αντί για τμήμα.
Είναι φανερή η προσπάθεια κυβέρνησης- υπουργείου να ελέγξουν τη ροή προς την τριτοβάθμια, εντείνοντας την επίθεση απέναντι στους μαθητές, μέσω της όξυνσης ταξικών φραγμών και εντατικοποίησης. Ιδιαίτερα με τη θέσπιση κριτηρίων, η πλήρωση των οποίων καθίσταται απαραίτητη για την εισαγωγή, τα ΑΕΙ- ΤΕΙ μπορούν να κλείνουν τη στρόφιγγα των εισακτέων. Έπειτα, στο πρώτο (προπαρασκευαστικό) έτος, όπου θα παρακολουθούνται μαθήματα όλων των τμημάτων, προβλέπεται κι άλλη εξεταστικομανία, με τις επιπτώσεις στο πτυχίο και τα επαγγελματικά δικαιώματά που απορρέουν από αυτό να μην αποκλείονται.

Δύο σημεία
Η κυβέρνηση, ήδη κατά την πρώτη θητεία της και την κατάθεση του ν. Μπαλτά για την εκπαίδευση, «ξεκαθάρισε» τη θέση της στην οικοδόμηση του Πανεπιστημίου του Μνημονίου. Φρόντισε, ωστόσο, να εμμείνει σε δύο σημεία, τα οποία μέχρι και σήμερα αποτελούν καίριο κομμάτι της τοποθέτησής της, ενώ χρησιμοποιούνται και σαν άλλοθι στην πολιτική που προωθεί. Το πρώτο είναι η «επαναφορά της συνδιοίκησης», η εναντίωση δηλαδή στα Συμβούλια Ιδρύματος που έδιναν δικαίωμα λόγου και ψήφου σε έναν φοιτητή και η επισήμανση της αναγκαιότητας περισσότεροι φοιτητές να συμμετέχουν στον διάλογο με πρυτάνεις/ προέδρους- καθηγητές, όπως ίσχυε με το προηγούμενο καθεστώς. Αν σταθούμε λίγο εδώ, θα συμπεράνουμε ότι η κυβέρνηση, διατηρώντας τον χρήσιμο γι’ αυτήν θεσμό της συνδιοίκησης, τη σφραγίδα των φοιτητικών συλλόγων στις σκληρές μεταρρυθμίσεις της, βάζει δημοκρατικό πρόσημο σε αυτές και πετάει το μπαλάκι σε φοιτητές και Αριστερά (η οποία και τσίμπησε...).
Το δεύτερο είναι η απόσυρση της διάταξης για τις διαγραφές φοιτητών. Πρόκειται για τη ρύθμιση που ριζικά και άμεσα πετούσε χιλιάδες φοιτητές εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πρόσφατα άλλωστε ο Φίλης κατάργησε την αυτοδίκαιη διαγραφή φοιτητή λόγω μη εγγραφής σε δυο συνεχόμενα εξάμηνα. Σε αντιστοιχία με όσα αναφέραμε παραπάνω, η κυβέρνηση δεν νοιάστηκε για τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών, ειδικά μάλιστα όταν την επόμενη στιγμή μπορούσε να ανοίξει με καλύτερους όρους το θέμα των διδάκτρων στο προπτυχιακό επίπεδο. Ούτε κυρίως πιέστηκε από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις ενάντια στις διαγραφές, οι οποίες έπαιξαν σίγουρα τον ρόλο τους. Στην πραγματικότητα, τόσο με τον ν. Μπαλτά, όσο και με τη ρύθμιση Φίλη, κυβέρνηση- υπουργείο ντύνουν με έναν προοδευτικό μανδύα τη συνέχιση της επίθεσης στο Πανεπιστήμιο, για να πείσουν για την «αριστεροσύνη» τους και να καταλαγιάσουν τις όποιες φοιτητικές αντιδράσεις.

Η εργασιακή προοπτική
Προφανώς, και μετά την απόκτηση του πτυχίου, ο φοιτητόκοσμος κατανοεί ότι ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Από τη μία, καραδοκεί ένα εργασιακό μέλλον θολό, με πενιχρό μισθό (βαίνει προς νομοθέτηση και ο υποκατώτατος…), ευέλικτο ωράριο και απλήρωτες υπερωρίες, χωρίς ασφάλιση-ένσημα, πόσο μάλλον συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συνδικαλιστικές ελευθερίες, που αποτελούν δυνάμει φραγμό στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Στην ανασφάλεια που επιτάσσει η μνημονιακή πραγματικότητα εντάσσονται και τα voucher/ 5μηνα, που δεν αντιμετωπίζουν καν τον συμμετέχοντα ως εργαζόμενο, με τα δικαιώματα που αυτό συνεπάγεται, αλλά σαν απασχολούμενο/ επωφελούμενο. Από την άλλη, απειλεί η ανεργία, που οδηγεί χιλιάδες νέους στον ατομικό δρόμο, είτε στην απομόνωση και το ρίξιμο ευθυνών στους ίδιους, είτε στο κυνήγι σεμιναρίων/μεταπτυχιακών. Και στη μέση η μετανάστευση, η παραίτηση από την πάλη για μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους στη χώρα μας και η αναζήτηση ανύπαρκτων παραδείσων, στα κάτεργα της ΕΕ κι αλλού.
Εν ολίγοις, το σύστημα τάζει στη σύγχρονη νεολαία συγκεκριμένες «διεξόδους»: αυτές που αντιστοιχούν στην αντιλαϊκή λαίλαπα, αυτές που απαιτεί το κεφάλαιο εν καιρώ κρίσης, αυτές που χρειάζεται η αποβιομηχάνιση και η παραρτημοποίηση της οικονομίας της εξαρτημένης χώρας μας. Και μπορεί να τις εμφανίζει ακόμα και δελεαστικές, όταν οι νεολαιίστικες-εργατικές αντιστάσεις έχουν καμφθεί.

Για την κατάσταση του κινήματος
Οι περσινές φοιτητικές εκλογές εξέφρασαν ακριβώς τη φάση στην οποία βρίσκεται το φοιτητικό κίνημα. Η τεράστια αποχή που τις καθόρισε, καθώς και η στήριξη που έλαβαν για άλλη μια φορά οι συστημικές παρατάξεις, εξέφρασαν καθαρά την αποσυγκρότηση των φοιτητικών συλλόγων, την αποπολιτικοποίηση, την έλλειψη εμπιστοσύνης στη συλλογική και οργανωμένη πάλη. Προφανώς για μας, η κατάσταση αυτή δεν έχει αφετηρία τις εν λόγω φοιτητικές εκλογές. Πρόκειται για μια φάση που προϋπήρχε στο φοιτητικό σώμα, το οποίο δεχόταν τις συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών στη ζωή του ίδιου και της οικογένειάς του, ενισχύθηκε από την κατάρρευση των αυταπατών γύρω από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, για να καταγραφεί και στις φοιτητικές εκλογές. Επίσης, από κει και πέρα, συνεχίζει να το χαρακτηρίζει, με αποτέλεσμα να συσκοτίζονται οι δυνάμεις και οι δυνατότητες που πραγματικά έχει. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο έχουν παίξει οι κυρίαρχες δυνάμεις της αριστεράς, οι οποίες εξακολουθούν να αναπαράγουν τα αδιέξοδα και τις αυταπάτες για λύσεις εδώ και τώρα, πλασάρουν σαν απάντηση τον κυβερνητισμό και καλλιεργούν λογικές συνδιαλλαγής.
Η ασφυκτική καθημερινότητα που βιώνουν οι φοιτητές, η όξυνση της εντατικοποίησης, οι πιέσεις από το σπίτι για γρήγορη απόκτηση του πτυχίου, σε συνδυασμό με τις ποικίλες αστικές επιρροές υπέρ του ατομικού δρόμου και την απουσία αριστερής διεξόδου, διαμορφώνουν εν πολλοίς τη συνείδησή τους. Ο σημερινός πρωτοετής, αλλά πλέον και τα μεγαλύτερα έτη, βλέπουν τη διέξοδο στο βιβλίο, το κυνήγι πιστοποιητικών, την ημιαπασχόληση που θα αυξήσει κάπως το χαρτζιλίκι τους ώστε να ανταποκριθούν στο κόστος σπουδών, την ταχεία επιστροφή στην οικογενειακή στέγη. Και δεν μιλάμε τυχαία για έτη και όχι για έτος: γιατί η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται παράλληλα με την οικοδόμηση του Πανεπιστημίου του Μνημονίου. Εξ ου και είναι πολλοί οι φοιτητές που φτάνουν στο σημείο να εγκαταλείψουν τις σπουδές.
Επιπλέον, οι συστημικές δυνάμεις, εντός και εκτός Πανεπιστημίου, λοιδορούν τις παρατάξεις συλλήβδην και την οργανωμένη πάλη ειδικά, συνοδεύουν την επιθετική τους πολιτική με το χτύπημα των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών ελευθεριών. Πλέον, συχνά απαγορεύεται/ σκίζεται η αφίσα, δεν επιτρέπεται η πραγματοποίηση πολιτικών εκδηλώσεων, αμφισβητείται ανοιχτά το δικαίωμα σε πολιτικά στέκια ή και χώρο παρέμβασης. Η αποσπασματική έως και τροφοδοτική σε αυτές τις λογικές και πρακτικές απάντηση της αριστεράς και αυτονομίας, με τη συχνά σιωπηρή αποδοχή ή την εικονική σύγκρουση, έχει οδηγήσει στην ηττοπάθεια, αδιαφορία και αποξένωση των φοιτητών από τις συλλογικές τους διαδικασίες. Ταυτόχρονα, ο σημερινός φοιτητής δεν έχει συλλογικές αναπαραστάσεις μαζικού κινήματος και νικών, ούτε από τα μαθητικά του χρόνια (όπως αποτέλεσε το ‘06-‘07 ή το ‘08 σε ορισμένες γενιές), με αποτέλεσμα η παραπομπή σε αυτές τις στιγμές να τον προσεγγίζει δύσκολα.

Η παραπάνω κατάσταση, λοιπόν, βάζει συγκεκριμένα καθήκοντα στις Αγωνιστικές Κινήσεις, που είναι πρωταρχικό μέλημά τους να επισημαίνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα παιδιά των λαϊκών οικογενειών και να ορίζουν τα βήματα που πρέπει να κάνουν οι φοιτητικοί σύλλογοι στον δρόμο για την ανασυγκρότησή τους. Πρώτον, γνωρίζουμε πού οφείλεται η περίοδος κινηματικής άπνοιας στις σχολές, και τα αίτια τα «βρίσκουμε» έξω από τα στενά όρια των τειχών των σχολών, δηλαδή στην επίθεση που διεξάγει το κεφάλαιο απέναντι στους εργαζομένους, την αναβάθμισή της εν καιρώ κρίσης και αντιλαϊκών μέτρων, στα παράγωγα της ήττας στον λαό, την αριστερά και τις απόψεις της. Δεύτερον, αντιλαμβανόμαστε, περισσότερο μέρα με τη μέρα, ότι ο λαός και η νεολαία δεν μπορούν να μείνουν άπραγοι απέναντι σε αυτό που αντιμετωπίζουν, έχουν συσσωρευμένη οργή και την εκφράζουν όποτε τους δίνεται η ευκαιρία, στη χώρα μας και αλλού. Σε κάθε περίπτωση, τόσο τα ελπιδοφόρα ξεσπάσματα των τελευταίων χρόνων (από τις απεργίες του ‘10-‘12 μέχρι τον αγώνα του γαλλικού λαού φέτος) όσο και η μαζική απαξίωση του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού, ακόμα κι όταν εγκλωβίζεται σε συστημικές λύσεις, αποδεικνύουν ακριβώς ότι οι από κάτω δεν μπορούν να κυβερνηθούν όπως παλιά, όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Τρίτον, οι Αγωνιστικές Κινήσεις όχι μόνο δεν βαδίζουν στα τυφλά αλλά έχουν χαράξει και παλεύουν την κατεύθυνση της Αντίστασης- Διεκδίκησης, η οποία επιβεβαιώνεται ως ζωτικός όρος ανατροπής των αρνητικών συσχετισμών. Με την Αντίσταση, για να γίνει το φοιτητικό σώμα υποκείμενο της πάλης του στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων σε σπουδές-δουλειά-ελευθερίες. Με τη Διεκδίκηση, για την απαίτηση κατοχύρωσης όλων των αιτημάτων που γεννά η χρόνια καταπίεση λαού- εργαζομένων. Σε αντιπαράθεση με τις αδιέξοδες και ενσωματώσιμες πολιτικές κατευθύνσεις της Αριστεράς «μας», που παρ’ όλα αυτά εμμένει να τις υιοθετεί χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, είναι ανάγκη να αντιληφθούμε το βάρος που μας αναλογεί στις τρέχουσες συνθήκες. Αλλά θα πούμε και παρακάτω.

Έπειτα, θεωρήσαμε και θεωρούμε ότι έχει μεγάλη σημασία να ξεκαθαριστούν τα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν της ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Συγκεκριμένα, να γίνει σαφής η σταδιακή μετατροπή του σε συστημικό κόμμα, που υπηρετεί πιστά τις εντολές ντόπιου κεφαλαίου και ιμπεριαλιστών, απαραίτητος όρος για τη μακροημέρευσή του σε κυβερνητικό επίπεδο. Σήμερα, αυτό έχει συντελεστεί πλήρως. Ταυτόχρονα, όπως σωστά έχουμε επισημάνει, κατέρρευσαν και οι όποιες αυταπάτες για ειρηνικές μεταβάσεις εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας, για φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις με τον λαό στο περιθώριο. Τώρα, αν αυτό στις συνειδήσεις ενός κόσμου μεταφράστηκε σαν απαξίωση της Αριστεράς στο σύνολό της, που «κι αυτή μνημόνια ψηφίζει», είναι ένα άλλο ζήτημα, πολύ σοβαρό ωστόσο, που πρέπει να μας απασχολήσει. Πάντως, σίγουρα δεν μπορεί να απαντηθεί ολοκληρωμένα αν δεν γίνει αναφορά στην εξάρτηση της χώρας μας από ΗΠΑ-ΕΕ, μια σχέση που διαπνέει τον κοινωνικοοικονομικό ιστό της, επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές-ιεραρχήσεις της αστικής τάξης και του πολιτικού τους εκφραστή.
Αδιαμφισβήτητα, ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στους συλλόγους, με δεδομένο το συνεχές χτύπημα που δέχονται. Η σκλήρυνση της στάσης των διοικήσεων, απορρέουσα από τη συνολικότερη πολιτική του υπουργείου και των ιθυνόντων του, έχει οδηγήσει σε μια πρωτόγνωρη φίμωση των αριστερών και προοδευτικών φωνών. Επομένως, η κινηματική κατεύθυνση αδυνατεί να ακολουθηθεί και να περπατηθεί, χωρίς να σπάσουν συνάμα οι φραγμοί στη συνδικαλιστική δράση και την οργανωμένη πάλη. Χωρίς, ακόμα, να διασφαλιστεί το κεκτημένο των συλλόγων μας, ότι οι φασίστες δεν έχουν δικαίωμα έκφρασης σε αυτούς. Όπως επίσης, να «ξεγυμνωθεί» το άσυλο από τις αντιδραστικές ρητορείες καθηγητάδων και πρυτάνεων, να εδραιωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως αγκωνάρι των αγώνων κάθε πληττόμενου κομματιού της κοινωνίας. Όποτε ανοίγουν ανάλογα ζητήματα, οφείλουμε να παίρνουμε πρωτοβουλίες πλατιές, με ξεκάθαρο πλαίσιο στόχων, όπως έκαναν πρόσφατα οι Αγ.Κιν. στη Θεσσαλονίκη.

Για ορισμένες επικίνδυνες αντιλήψεις
Αν θέλουμε να παρέμβουμε αποτελεσματικά στον κόσμο των σχολών, θα πρέπει να εστιάσουμε σε λογικές και πρακτικές που εμφανίζονται σταθερά σε αυτές το τελευταίο διάστημα, με μεγάλες ευθύνες για την κατάσταση που εκείνος βρίσκεται. Ιδιαίτερα σε σχέση με την αριστερά (ΠΚΣ-ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ), απόψεις που πάντα είχε (πχ συνδιοίκηση, γνώση) βγαίνουν όλο και πιο συχνά μπροστά, πολλές φορές «ανανεωμένες», καθορίζοντας την τοποθέτησή τους. Εμείς τουλάχιστον, νομίζουμε ότι αυτό δεν είναι άσχετο με τη συνολική δεξιά μετατόπιση της Αριστεράς στο κεντρικό πολιτικό τοπίο, όπως την ώθησε η πορεία ισχυροποίησης και οι αυταπάτες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το ταρακούνημα της «μεταστροφής» του, με τις ανακατατάξεις που έφερε κιόλας. Η στροφή στο βιβλίο, η αγωνία να «τελειώσω στα 4 χρόνια» κ.λπ., που παρουσιάζονται και εμπεδώνονται σαν μονόδρομος για τη νεολαία, αντί να αποδομηθούν με μια πολιτική επιχειρηματολογία και αιτηματολογία, φαίνεται σαν να γίνονται η βάση παραγωγής λόγου και δράσης.

Επίκληση στη «γνώση για όλους- ποιότητα στη γνώση»
Η θεσμοθέτηση της διδακτικής επάρκειας, οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών και τα μεταπτυχιακά προγράμματα έφεραν στις επιφάνεια ξανά απόψεις που επιδιώκουν να παρέμβουν στην εκπαιδευτική διαδικασία «προς όφελος της γνώσης και όχι του κεφαλαίου». Γι’ αυτό απαιτούν να γίνει η διδακτική επάρκεια υποχρεωτικό μάθημα του προπτυχιακού επιπέδου ή καταθέτουν πρόταση διδασκόμενων μαθημάτων, ή ζητούν ενιαίες μεταπτυχιακές σπουδές που θα παρέχουν ολοκληρωμένη επιστημονική γνώση, ή διεκδικούν ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο…
Αυτές οι απόψεις παραβλέπουν τον ρόλο της αστικής εκπαίδευσης, που δεν είναι να μορφώσει τις πλατιές φοιτητικές μάζες, αλλά να τις χειραγωγήσει ιδεολογικά και να τις κατανείμει στην παραγωγή. Την αντιμετωπίζουν σαν κάτι υπερταξικό, πεδίο διαμόρφωσης συσχετισμών, τη στιγμή που η παρεχόμενη γνώση φέρει ταξική σφραγίδα, εκείνη του κεφαλαίου. Ανάλογα αντιμετωπίζουν το ίδιο το κράτος, που αντί για όργανο επιβολής της άρχουσας τάξης, κρίνεται «ουδέτερο». Κι αν το πάμε παραπέρα, να πώς μέσα από μια πορεία αλώσεων, σήμερα του εκπαιδευτικού πυλώνα του εποικοδομήματος (προτάσεις για φοιτητικό έλεγχο), αύριο των χώρων δουλειάς (εργατικός έλεγχος) και τελικά του ίδιου του κράτους, θα έρθει η κοινωνική ανατροπή, χωρίς βίαιες συγκρούσεις…
Για μας, τα παραπάνω αιτήματα αγγίζουν ζητήματα ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ του κεφαλαίου, της εκπαίδευσής του και των διαχειριστών της. Κανέναν λόγο δεν έχουμε να συμμεριστούμε την έγνοια του για το πώς θα δομήσει τα προγράμματά του, αφού η δική μας έγνοια είναι να κοντράρουμε αυτές τις μεταρρυθμίσεις, να εναντιωθούμε στην όξυνση ταξικών φραγμών και εντατικοποίησης. Όρος εκ των ων ουκ άνευ εδώ είναι η αναγνώριση του εχθρού (σύστημα), επομένως θεωρήσεις περί αλλαγής του ρόλου της εκπαίδευσης και του χαρακτήρα της γνώσης, ή μεταρρύθμισης του κράτους, απλά υποσκάπτουν τον όρο αυτό.

Συμμετοχή στα συνδιοικητικά όργανα και υποχρηματοδότηση
Η συμμετοχή όλων των δυνάμεων –πλην ημών- που παρεμβαίνουν στο πανεπιστήμιο, στα όργανα συνδιοίκησης είναι γνωστή. Αυτό που παρατηρεί κανείς τελευταία, με βάση τις όποιες επιμέρους και μη μεταρρυθμίσεις που δρομολογούνται σε επίπεδο σχολών, είναι η ένταση της ανάθεσης της επίλυσης των προβλημάτων μας σε αυτά, εις βάρος των συλλογικών μας διαδικασιών. Εδώ εντάσσονται τα παράπονα για την εν κρυπτώ διεξαγωγή συνελεύσεων των καθηγητών, η απαίτηση να πάρουν θέση για συγκεκριμένα ζητήματα, κλπ. Είναι αρχειακή μας θέση ότι τα συμφέροντά μας είναι αντιπαραθετικά με εκείνα του καθηγητικού κατεστημένου και των πρυτάνεων, και εν ολίγοις η προσπάθεια μετατόπισης της τοποθέτησής τους/συμφιλίωσης αποτελεί αδιέξοδη κίνηση, που υποτάσσεται στην κινηματική αδράνεια που έχει επιβληθεί στους συλλόγους.
Η παραπάνω στάση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λογική της συνδιαχείρισης. Πέρα από βασικές πτυχές της που αναφέρθηκαν σε σχέση με τις αντιλήψεις για την εκπαίδευση, αξίζει να σημειωθεί η κυρίαρχη άποψη στην αριστερά για την υποχρηματοδότηση. Η υποχρηματοδότηση, δηλαδή, ανάγεται σε αιτία της επίθεσης στα δικαιώματά μας, έτσι καταλήγει «οικονομική» και η απάντηση σε αυτή: τα συνεχή ερωτήματα για το «πού πάνε τα λεφτά», το αίτημα «επιστροφής των κλεμμένων αποθεματικών», η αντιμετώπιση της κακοδιαχείρισης, σε αγαστή συνεργασία πάντα με την «αρμόδια Διοίκηση». Είναι ανάγκη να επισημαίνουμε, λοιπόν, ότι η υποχρηματοδότηση είναι μεν υπαρκτή, και συνιστά μάλιστα όχημα εφαρμογής της αντιφοιτητικής επέλασης και πίεσης για περεταίρω ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, δεν είναι όμως αιτία της. Αιτία είναι αφενός η ανάγκη κατοχύρωσης από πλευράς κράτους ότι τα κεκτημένα της νεολαιίστικης πάλης που αναπτύχθηκε μια προηγούμενη περίοδο αποτελούν παρελθόν, αφετέρου η αποσυγκρότηση των φοιτητικών συλλόγων, η έλλειψη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους. Εδώ θα βρεθεί και η –πολιτική- απάντηση, στην ενεργοποίησή τους, στην αλλαγή των συσχετισμών υπέρ τους. Η σχέση μεταξύ αιτημάτων διαχείρισης και αιτημάτων πάλης είναι ανταγωνιστική.

Κυβερνητισμός
Τα εκπαιδευτικά μοντέλα (π.χ. ενιαία ανώτατη εκπαίδευση) από τη μία, τα διαχειριστικά αιτήματα από την άλλη που ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια (διαγραφή του χρέους, ανατροπή της κυβέρνησης, 751 βασικός μισθός, κ.ά.), είναι χαρακτηριστικά του κυβερνητισμού που διακατέχει τις δυνάμεις που τα προτείνουν. ΠΚΣ-ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ επιδίδονται σε μια επαναλαμβανόμενη προτασεολογία προς το σύστημα, πολλές φορές συμμεριζόμενοι τις δικές του αγωνίες, που είναι ξένες προς τον λαό και τη νεολαία. Με στόχο την υιοθέτηση του μεταβατικού προγράμματος (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) ή τη λαϊκή εξουσία (ΚΚΕ), υποτιμούν τα άμεσα προβλήματά μας, απόρροια της αντιλαϊκής πολιτικής, την υιοθέτηση στόχων πάλης σε κάθε χώρο, ετοιμάζοντας την κυβερνητική τους ανάδειξη ή την είσοδό τους στη Βουλή (το 3%), με τον λαό να «οφείλει» απλά να στηρίξει-ψηφίσει το πρόγραμμά τους.
Ενδεικτικές εδώ είναι οι συγκεντρώσεις υπέρ καταθέσεων νόμου από το ΚΚΕ, καθώς και τελευταία η κριτική στήριξή τους από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Σε μια περίοδο άσχημη για συλλόγους και σωματεία, οι εν λόγω δυνάμεις, αντί να απευθυνθούν ουσιαστικά σε αυτά ώστε να ενεργοποιηθούν και να πάρουν αποφάσεις αγώνα, σπεύδουν να ταχθούν υπέρ μιας νομοθετικής πρότασης. Έτσι, καλλιεργούν μια λογική ανάθεσης ενώ εγκλωβίζονται ξανά στους αστικούς-κοινοβουλευτικούς θεσμούς.
Περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να συγκρουστούμε με την αστική νομιμότητα, να αγκαλιάσουμε τα δικά μας όργανα, να φωνάξουμε αιτήματα αντίστασης και διεκδίκησης, που θα δίνουν διέξοδο στα προβλήματά μας. Είναι γνωστό ότι οι αστικοί θεσμοί έχουν χρησιμοποιηθεί από το κίνημα και τις αριστερές οργανώσεις για να προπαγανδίσουν τις απόψεις τους, και πιθανόν να το ξανακάνουν στο μέλλον. Όμως, η τακτική αυτή ούτε ανταποκρίνεται στις συνθήκες αυταπατών και κυβερνητισμού, ούτε επιλεγόταν για να αφοπλίσει τις λαϊκές μάζες.

Ο εικονικός συνδικαλισμός
Ο εικονικός συνδικαλισμός, η επιδίωξη, στα όρια της ανάλωσης, δυνάμεων της Αριστεράς να εμφανίσουν ότι υπάρχει κίνηση κόσμου, με αποφάσεις- σφραγίδες ΔΣ, περιφερόμενα πανό συλλόγων χωρίς απόφασή τους, θεαματικές ενέργειες και ακτιβισμούς (πολλές φορές μπροστά στην κάμερα), αδιαμφισβήτητα αποκρύπτει την πραγματικότητα των αρνητικών όρων στο φοιτητικό κίνημα. Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο ριζοσπαστικός βερμπαλισμός, που περισσεύει στον λόγο των δυνάμεων του εικονικού συνδικαλισμού. Δημιουργούν την αυταπάτη της επάρκειας και της απάντησης «εδώ και τώρα», ενώ είναι αρκετά τα βήματα που πρέπει να βαδίσουν οι σύλλογοι στην πορεία ανασυγκρότησής τους. Γι’ αυτό συχνά απομαζικοποιούν και απογοητεύουν. Επίσης, ακόμα κι όταν εκδηλώνονται σε περιόδους κινητοποιήσεων, επιφυλάσσουν συγκεκριμένο ρόλο στον φοιτητή, εκείνον του θεατή- χειροκροτητή, και όχι του ενεργού υποκειμένου πάλης.
Όσο μας αφορά, γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη των φοιτητικών αντιστάσεων θα έρθει μέσα από την ερμηνεία της φάσης και την κατανόηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε. Παλεύουμε για τη οικοδόμηση όρων, με επιμονή και αφοσίωση, την ανακάλυψη εκ νέου της προοπτικής τους. Αυτά δεν γίνονται με φαντεζί ενέργειες, οι οποίες πρέπει να φροντίζουμε να κριτικάρονται.

Για την «ανεξαρτησία» ορισμένων δυνάμεων
Η απέχθεια που προωθείται προς τις παρατάξεις- κόμματα γενικά, και στην αριστερά και οργανωμένη πάλη ειδικά, «απαντιέται» με ποικίλους τρόπους. Πρώτα πρώτα, σε μια σειρά σχολές ανά την Ελλάδα, έχουν κάνει την εμφάνισή τους και δρουν «ανεξάρτητα σχήματα», που αν και φανερά εξαρτημένα από την κυρίαρχη ιδεολογία, βρίσκουν έδαφος στην αποπολιτικοποίηση. Εξυπηρετούν έτσι άριστα όχι μόνο την κυβερνητική πολιτική αλλά συνολικά το σύστημα, τις σάπιες αξίες του, τον ατομικό δρόμο και την υποταγή. Έχουμε χρέος να ξεσκεπάζουμε τέτοια σχήματα σε κάθε ευκαιρία, προβάλλοντας πώς πραγματικά έχουν τα πράγματα.
Ωστόσο, δυστυχώς και οι δυνάμεις της αριστεράς και της αναρχοαυτονομίας κρύβουν συχνά την πολιτική τους ταυτότητα. Προτάσσοντας ένα ανεξάρτητο προφίλ κι αρνούμενες κάθε σχέση με πολιτικές οργανώσεις, στην ουσία αποφεύγουν να υπερασπιστούν τη συλλογικότητα και την ανάγκη οργανωμένης απάντησης, ιδεολογικοπολιτικών εφοδίων και ανατρεπτικής προοπτικής, απέναντι σε έναν εχθρό πολλαπλώς εξοπλισμένο, σε όλα τα επίπεδα. Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, όλο και συχνότερα μοιράζονται κείμενα (ακόμα και πλαίσια συνελεύσεων) χωρίς υπογραφή ή γίνονται τοποθετήσεις από εκπροσώπους «του συλλόγου», αντί παρατάξεων. Ταυτόχρονα, η αναρχοαυτονομία, αναμασώντας τα επιχειρήματα του συστήματος για τον εκφυλισμό που έχουν επιφέρει οι παρατάξεις και οι γενικές συνελεύσεις, συμβάλλουν στην αποπολιτικοποίηση, ενώ οι δηλώσεις τους γίνονται βούτυρο στο ψωμί των ανεξάρτητων σχημάτων, αλλά και της ΔΑΠ (βλ. πρόταση για «συλλόγους πέρα από κόμματα»).
Οι Αγωνιστικές Κινήσεις έβγαιναν πάντα θαρρετά στον κόσμο, με το βάρος της ταυτότητάς τους, όχι μόνο επειδή πιστεύουν στην πολιτική τους άποψη, αλλά γιατί πιστεύουν συνάμα στον τρόπο με τον οποίο την παλεύουν, συλλογικά και συγκροτημένα. Πρόκειται για άποψη άρρηκτα συνδεδεμένη με την ίδια την έννοια και δράση του φοιτητικού συλλόγου, και με αυτή τη διάσταση πρέπει να την ανοίγουμε.

“Εθελοντισμός” και “αυτοδιαχείριση”
Η αύξηση του αριθμού των κατατρεγμένων που κατέφταναν στη χώρα μας, την προηγούμενη χρονιά, ώθησε πολλούς φοιτητές, όπως και μεγάλο κομμάτι του λαού, να δείξουν έμπρακτα την στήριξή τους στους πρόσφυγες, στηρίζοντας τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης που στήθηκαν σε αρκετές σχολές. Από τότε, εμείς επιμέναμε, ότι πέρα από αυτό, είναι ανάγκη να συζητηθεί και να ενισχυθεί η κατεύθυνση ανάπτυξης αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, που θα χτυπάει τη «ρίζα» της προσφυγιάς. Άποψη που υποτιμήθηκε από δυνάμεις της Αριστεράς και αναρχοαυτονομίας, αφού έδωσαν το βάρος στις καταλήψεις στέγης προσφύγων, στα συσσίτια, στις αυτοδιαχειριζόμενες δομές.
Αυτά, για μας, δεν λύνουν το ζήτημα επιβίωσης και συνθηκών διαμονής των προσφύγων, όσο κι αν ανακουφίζουν κάποιους από αυτούς και προσωρινά. Στην ουσία, οι δυνάμεις με αυτές τις κινήσεις αναλαμβάνουν οι ίδιες την εκπλήρωση μιας κρατικής υποχρέωσης, για εξασφάλιση σίτισης-στέγασης- περίθαλψης στους πρόσφυγες, απαλλάσσοντάς το κράτος από αυτήν. Η ανάγκη κατοχύρωσης ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης, κοινωνικής ένταξης και εργασιακών δικαιωμάτων για ΟΛΟΥΣ τους πρόσφυγες, πόσο μάλλον εναντίωσης στον πόλεμο, προσπερνιέται «εύκολα», δείχνοντάς ότι η άποψη-πρότασή τους βασίζεται στην ηττοπάθεια και την αποδοχή των αρνητικών κινηματικών όρων.
Το ζήτημα δεν είναι να βρούμε χώρους όπου οι πρόσφυγες θα απολαμβάνουν δικαιωμάτων, όταν οπουδήποτε έξω από αυτούς στερούνται τα στοιχειώδη. Αλλά να παλέψουμε από κοινού για δικαιώματα, στηρίζοντας παράλληλα τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης των σχολών μας και πολιτικοποιώντας τες.

Πώς προχωράμε
Η αμείωτη επίθεση στα φοιτητικά κεκτημένα, η κατάσταση του φοιτητικού κινήματος, η στάση της Αριστεράς επιφορτίζουν τις Αγωνιστικές Κινήσεις με συγκεκριμένες απαιτήσεις, στον στόχο για ανασυγκρότηση του φοιτητικού κινήματος.
Παλεύουμε για να ανατραπεί η κυβερνητική πολιτική στο Πανεπιστήμιο. Για να μην περάσουν οι αντιφοιτητικοί όροι σπουδών, η εντατικοποίηση, τα δίδακτρα και τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, το χτύπημα του πτυχίου. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα στις σπουδές, στους ανθρώπινους ρυθμούς τους, στον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα τους, στο πτυχίο με επαγγελματικά δικαιώματα. Αναγνωρίζουμε, ότι η κυβέρνηση συνεχίζει επάξια το έργο των προκατόχων της, εφαρμόζει τον ν. πλαίσιο Διαμαντοπούλου Αρβανιτόπουλου, προωθεί νέες ρυθμίσεις στο έδαφός του (διάσπαση πτυχίου), αξιολογεί θετικά τις παλιότερες (σχ. Αθηνά). Εντείνει τους ταξικούς φραγμούς ήδη από το σχολείο (πόρισμα Λιάκου), δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο την εισαγωγή στην τριτοβάθμια.
Γι’ αυτό και απέχουμε από τη συνδιοίκηση, δεν επιζητάμε τον διάλογο με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης μέσα στις σχολές, διεκδικούμε δικαιώματα μέσα από τους συλλόγους.
Αγωνιζόμαστε για το δικαίωμα στη δουλειά, με βάση τις σπουδές και το πτυχίο μας. Δεν σπουδάζουμε ενστερνιζόμενοι τη «δια βίου μάθηση», για να συμπληρώσουμε άλλο ένα χαρτί στο βιογραφικό μας, ή για να μαζέψουμε πιστωτικές μονάδες στον ατομικό φάκελο που θέλουν να μας φτιάξουν. Το πτυχίο μας δεν είναι ούτε πιστοποιητικό ακαδημαϊκών γνώσεων, ούτε εισιτήριο για το εξωτερικό. Αντίθετα, πρέπει να αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση για δουλειά, στο αντικείμενο που σπουδάσαμε. Η απόρριψη της προϋπόθεσης αυτής καταλήγει σε αποδοχή της ανεργίας, της μετανάστευσης, των άθλιων εργασιακών συνθηκών. Το μαύρο εργασιακό τοπίο δεν είναι μονόδρομος, στο οποίο όλο και κάπως «θα την περάσουμε», αλλά είναι πλήρως εχθρικό με τους κόπους, τα όνειρα και την προοπτική της νεολαίας, δεν συμβιβάζεται με αυτά.
Αντιστεκόμαστε στην καταπάτηση των δημοκρατικών ελευθεριών. Οι διοικήσεις βρίσκουν εύφορο έδαφος στην αδράνεια των συλλόγων, στη μη πραγματοποίηση γενικών συνελεύσεων κλπ., για να προχωρήσουν στην παρεμπόδιση της πολιτικής-συνδικαλιστικής έκφρασης. Αντιτασσόμαστε σε αυτή την κατεύθυνση, και την εντάσσουμε στη φασιστικοποίηση της δημόσιας και πολιτικής ζωής, αναπόσπαστο κομμάτι της αντιλαϊκής πολιτικής. Διεκδικούμε με όλες μας τις δυνάμεις το δικαίωμά μας σε χώρο παρέμβασης, αφίσα, λόγο, ανοίγουμε το ζήτημα στον σύλλογο γιατί τον αφορά άμεσα.
Ενισχύουμε το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό μας στίγμα. Τη στιγμή που οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αυξάνονται οι εστίες πολέμου και τα καραβάνια των προσφύγων, η αντιπαράθεση με τον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο είναι επιτακτική. Ξεσκεπάζουμε την προπαγάνδα των μακελάρηδων των λαών, ότι τάχα επεμβαίνουν για ειρηνικούς σκοπούς. Αποκαλύπτουμε τα αιματοβαμμένα σχέδιά τους, το ξαναμοίρασμα σφαιρών επιρροής.
Επίσης, το αντιιμπεριαλιστικό στίγμα δεν είναι αποτέλεσμα διακήρυξης. Όσο κι αν με αφορμή τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, επιλέγουν οι δυνάμεις της Αριστεράς να επικαλούνται τα αντιιμπεριαλιστικά καθήκοντα που τους μπαίνουν (έστω κι αργά), δεν έχουν απαντήσει στο αδιέξοδο της «συμφιλίωσης» της αναφοράς στον ιμπεριαλισμό και των θεωριών περί ολοκληρώσεων και παγκοσμιοποίησης. Ανοίγουμε την αντιπαράθεση και για τον ειδικότερο λόγο, ότι εμείς θεωρούμε καθοριστικό τον παράγοντα εξάρτησης της χώρας μας από ΕΕ και ΗΠΑ.
Στεκόμαστε στο πλευρό του λαού και της εργατικής τάξης, γιατί αποτελούμε κομμάτι του λαϊκού παράγοντα, βλέπουμε την κοινότητα των συμφερόντων μας με την εργατική τάξη. Το φοιτητικό κίνημα έχει αποτελέσει πολλές φορές στο παρελθόν, και μπορεί να το κάνει και πάλι, πυροδότη του ευρύτερου λαϊκού κινήματος. Κοντράρουμε έντονα τις ψεύτικες διασπάσεις που επιχειρεί το σύστημα ανάμεσα σε φοιτητές-εργαζόμενους, για να εμποδίσει τον κοινό τους αγώνα.
Επιδιώκουμε την κοινή δράση μεταξύ πολιτικών δυνάμεων και ανένταχτου κόσμου, γιατί θεωρούμε ότι πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις τους απέναντι σε επίδικα ζητήματα που προκύπτουν. Στο δίπολο ενότητα-πάλη λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη και τα δύο, δεν «ξεχνάμε» την αντιπαράθεση, που αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες των δυνάμεων και συμβάλλει στην πολιτικοποίηση. Δεν δεχόμαστε να συρρικνώνεται το πολιτικό μας στίγμα, υπέρ των υπολοίπων: η ισχυροποίησή του είναι άλλωστε αυτή που μπορεί να αλλάξει την αρνητική εικόνα των συλλόγων.

Για να εξυπηρετήσουμε τις παραπάνω κατευθύνσεις, απαιτείται να πάρουμε θέση σε μια σειρά ζητήματα που αγγίζουν τις σχολές, αλλά εκτυλίσσονται έξω από αυτές, από τις αντεργατικές ρυθμίσεις και τη στόχευσή τους, μέχρι τους πολέμους και την προσφυγιά. Και σε αυτά και στα υπόλοιπα, απαιτείται πολιτικοποίηση, ξεκαθάρισμα εχθρών και φίλων. Απαιτείται να αναγνωρίσουμε τους υπαίτιους, τους ιμπεριαλιστές, το ντόπιο κεφάλαιο και την κυβέρνησή του, καθώς και τις αντιλαϊκές τους μεθοδεύσεις σε κάθε επίπεδο. Απαιτείται να κάνουμε κριτική στην Αριστερά και την αδιέξοδη άποψή της.
Με λίγα λόγια, απαιτείται τόσο εμείς οι ίδιοι όσο κι ο περίγυρος που μας περιβάλλει να γίνουμε λαϊκοί αγωνιστές, που και μετά το πέρας των σπουδών μας, θα διεκδικούμε τα δίκια μας έξω στην κοινωνία. Και καλούμαστε να διαμορφωθούμε ως τέτοιοι όχι γενικά και αόριστα, αλλά σε ένα συγκεκριμένο κλίμα που καλλιεργείται, παραίτησης και συνδιαλλαγής. Να βαθύνουμε την πολιτική μας κατεύθυνση, να τη γειώσουμε στους χώρους σπουδών μας, να την εξειδικεύσουμε σε συγκεκριμένα αιτήματα, ξεσκεπάζοντας την υποταγή και τον συμβιβασμό.
Άρα θα πρέπει να είμαστε αποφασιστικοί ως προς την αναγκαιότητα και τη διακριτότητα της πολιτικής μας γραμμής. Μια γραμμή που μπορεί να απαντήσει στα προβλήματα της νεολαίας, να της δώσει ελπίδα και προοπτική, να σπάσει τις αυταπάτες, αρκεί να δοκιμαστεί στην πράξη. Μια γραμμή που απέχει χιλιόμετρα από εκείνες της υπόλοιπης αριστεράς, τη γραμμή των μεταβατικών προγραμμάτων (ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ) από τη μία, και της λαϊκής εξουσίας από την άλλη (ΠΚΣ), γιατί δίνει το βάρος στον λαϊκό παράγοντα και τις αστείρευτες δυνάμεις του.
Η σύνδεση με τους συμφοιτητές μας, για να αφουγκραστούμε πραγματικά τις αγωνίες τους και να πείσουμε για την αριστερή διέξοδο, ακόμα κι αν επηρεάζεται δεν πρέπει να εγκαταλείπεται λόγω της φαινομενικής «ησυχίας» των σχολών. Πρώτον, γιατί αυτό που έχει δείξει η ιστορία του κινήματος είναι ότι η κίνηση των φοιτητικών μαζών μόνο γραμμική δεν είναι. Κάθε άλλο, έχει τα μπρος πίσω της και μέσα σε αυτά κινούνται και οι αριστερές δυνάμεις που θέλουν να παρέμβουν σε αυτή. Η ταξική πάλη είναι διηνεκής και αδυσώπητη, και οι λαϊκές-φοιτητικές αντιστάσεις θα περάσουν μέσα από τον δικό τους δρόμο. Στις μέρες μας, εξαιτίας της ήττας του εργατικού-λαϊκού κινήματος, της αντιδραστικοποίησης του πολιτικού σκηνικού και της κυριαρχίας του ρεφορμισμού, ο δρόμος αυτός είναι δύσβατος και πολλές φορές «μοναχικός», αλλά παραμένει ο μόνος που μπορεί να σταματήσει την επίθεση του κεφαλαίου απέναντι σε εργαζόμενους και νεολαία.
Δεύτερον, γιατί ποτέ δεν είχαμε την εντύπωση ότι η συγκρότηση του φοιτητικού κινήματος είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέτει πίστη της νεολαίας στη συλλογικότητα και την οργάνωση, όπου βρίσκεται. Προϋποθέτει ερμηνεία του δύσβατου δρόμου και της ήττας, οικοδόμηση όρων αγώνα με υπομονή και επιμονή. Απαιτεί ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση, αποδόμηση των σάπιων αξιών και προτύπων του συστήματος, της παραχάραξης της ιστορίας. Ανακάλυψη εκ νέου της ιστορίας των αγώνων των λαών ενάντια στους δυνάστες τους, των θυσιών και των ιδανικών τους, του οράματος για την ανατροπή του συστήματος και την κοινωνική απελευθέρωση. Και φυσικά, κατανόηση-ψηλάφηση του δικού της σπουδαίου ρόλου, στο πλευρό της εργατιάς, στις σημερινές μάχες και τις αυριανές εφόδους.
Ως Αγωνιστικές Κινήσεις, έχουμε κάνει σημαντικά βήματα. Έχουμε πάρει πρωτοβουλίες πανελλαδικής εμβέλειας (πχ διαγραφές), έχουμε ανοίξει ζητήματα με ενιαίο τρόπο με τον συντονισμό και την καθοδήγηση του Πανελλαδικού Γραφείου (προσφυγικό, ΑΤΙΚ), έχουμε καταφέρει μια καλύτερη ανταλλαγή εικόνας από τις διάφορες πόλεις που παρεμβαίνουμε, καθώς και ταχύτερα αντανακλαστικά. Έχουμε, επίσης, αναβαθμίσει πολιτικά και ιδεολογικά τα κάμπινγκ μας και το περιοδικό μας. Πρέπει, όμως, να κάνουμε κι άλλα βήματα.
Να απολογίσουμε τη δράση μας, να βρούμε τις αδυναμίες στην παρέμβασή μας, συγκεκριμένα σε κάθε σχολή. Να αναζητήσουμε μέτωπα, εκεί που φαίνεται να επικρατεί «ηρεμία», γιατί δεν επικρατεί. Να βρούμε τον τρόπο να κινητοποιήσουμε τον φοιτητόκοσμο, με βάση το πολιτικό μας στίγμα. Να επιμείνουμε, όταν αδιέξοδες λογικές ενισχύονται, όσο κατά μας κι αν είναι οι συσχετισμοί. Να πιστέψουμε στη δύναμη των φοιτητικών μαζών, και να θυμηθούμε ότι όταν βγήκαν στο προσκήνιο, δεν πήραν άδεια από κανέναν. Έτσι θα γίνει και πάλι.
Συνεπώς, η ήττα του κινήματος δεν επισημαίνεται για να ισοπεδώσει τις δυνατότητες των εστιών αντίστασης, ή για να πείσει για την αναποτελεσματικότητα των αγώνων. Αλλά για να φωτίσει τα καθήκοντα της Αριστεράς στο σήμερα: την πολιτικοποίηση, τη γραμμή της αντίστασης-διεκδίκησης, την αναγκαιότητα στόχων πάλης σε αντιιμπεριαλιστική-αντικαπιταλιστική-αντισυνδιαχειριστική κατεύθυνση, που ανοίγει τον δρόμο για την ανατροπή των αρνητικών συσχετισμών. Μέσα σε αυτή την πορεία, το ίδιο το φκ μπορεί να ελπίσει, να αγωνιστεί, να αξιώσει νίκες, όπως του αρμόζει. (…)

11 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Υπάρχουν πολλά στα οποία θα μπορούσε να σταθεί κανείς και ιδιαίτερα στο πρώτο και πλέον σημαντικό κομμάτι του κειμένου που αναφέρεται στις εξελίξεις στον κόσμο και στις ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, όπως λόγου χάρη το αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο των συμμετεχόντων, της έκφρασής του σε επίπεδο μαζικής προπαγάνδας, καθώς και σε διάφορα άλλα ζητήματα, αλλά θα ήθελα να τα προσπεράσω και να αναφερθώ στο εξής “απλό”.

Σύμφωνα με το κείμενο λοιπόν : ”Αν θέλουμε να παρέμβουμε αποτελεσματικά στον κόσμο των σχολών, θα πρέπει να εστιάσουμε σε λογικές και πρακτικές που εμφανίζονται σταθερά σε αυτές το τελευταίο διάστημα, με μεγάλες ευθύνες για την κατάσταση που εκείνος βρίσκεται. Ιδιαίτερα σε σχέση με την αριστερά (ΠΚΣ-ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ), απόψεις που πάντα είχε (πχ συνδιοίκηση, γνώση) βγαίνουν όλο και πιο συχνά μπροστά, πολλές φορές «ανανεωμένες», καθορίζοντας την τοποθέτησή τους.” .... Για μας, τα παραπάνω αιτήματα αγγίζουν ζητήματα ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ του κεφαλαίου, της εκπαίδευσής του και των διαχειριστών της. Κανέναν λόγο δεν έχουμε να συμμεριστούμε την έγνοια του για το πώς θα δομήσει τα προγράμματά του, Όρος εκ των ων ουκ άνευ εδώ είναι η αναγνώριση του εχθρού (σύστημα), επομένως θεωρήσεις περί αλλαγής του ρόλου της εκπαίδευσης και του χαρακτήρα της γνώσης, ή μεταρρύθμισης του κράτους, απλά υποσκάπτουν τον όρο αυτό. “

Ως εδώ αναρωτιόμουν γιατί ξεχάσατε την “πορεία” η οποία σε όλα τα προαναφερόμενα ζητήματα έχει εδώ και χρόνια σταθερά και αταλάντευτα τοποθετηθεί με τοποθετήσεις ανάλογες της εαακ η οποία και κατονομάζεται στο κείμενο.
Παρακάτω όμως πήρα την απάντηση :
“Συμμετοχή στα συνδιοικητικά όργανα και υποχρηματοδότηση
Η συμμετοχή όλων των δυνάμεων –ΠΛΗΝ ΗΜΩΝ - που παρεμβαίνουν στο πανεπιστήμιο, στα όργανα συνδιοίκησης είναι γνωστή ... Εδώ εντάσσονται τα παράπονα για την εν κρυπτώ διεξαγωγή συνελεύσεων των καθηγητών, η απαίτηση να πάρουν θέση για συγκεκριμένα ζητήματα, κλπ. Είναι αρχειακή μας θέση ότι τα συμφέροντά μας είναι αντιπαραθετικά με εκείνα του καθηγητικού κατεστημένου και των πρυτάνεων, και εν ολίγοις η προσπάθεια μετατόπισης της τοποθέτησής τους/συμφιλίωσης αποτελεί αδιέξοδη κίνηση, που υποτάσσεται στην κινηματική αδράνεια που έχει επιβληθεί στους συλλόγους. Η παραπάνω στάση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λογική της συνδιαχείρισης. ... Η σχέση μεταξύ αιτημάτων διαχείρισης και αιτημάτων πάλης είναι ανταγωνιστική.”

Να συμπεράνω λοιπόν πως δεν θα υπάρχει επιλεκτικός προσανατολισμός κοινής κίνησης με την “πορεία” εν συγκρίσει με τις άλλες δυνάμεις στα πλαίσια της κοινής δράσης, και πόσο δε μάλλον πως είναι αποκλεισμένη η πιθανότητα κοινού εκλογικού κατεβάσματος, κάτι το οποίο και απαιτεί κοινή πολιτική πλατφόρμα, εάν η “πορεία” βέβαια δεν κάνει στροφή 180ο στα προηγούμενα ζητήματα τα οποία με τόση ένταση στηλιτεύετε ?
π.α.ν.λ.

Ανώνυμος είπε...

Κοινη δραση κανεις με οσους εχεις σε καποιο βαθμο ενα επιπεδο συμφωνιας και παντα αναλογα με το επιπεδο αυτο. Προφανως ενα κοινο εκλογικο κατεβασμα απαιτει ενα πλαισιο συμφωνιας που τουλαχιστον για μας δεν θα μενει μονο στο εκλογικο αλλα θα κατοχυρωνει και δυνατοτητες περεταιρω συνεργασιας σε συνελευσεις κτλ. Αν παρακολουθεις τοσο στενα τις 2 δυναμεις θα ξερεις οτι τετοια προταση εχει κατατεθει απο τις αγωνιστικες κινησεις στο παρελθον, αναδεικνυοντας σαν πολιτικο στιγμα τοσο τα ζητηματα που αναφερεις αλλα και αλλα εξισου σημαντικα, αλλα δεν προχωρησε. Δεν καταφερε δηλαδη αυτο που πετυχαν τα συναγωνιστικα σχηματα της ταξικης πορειας και του εργας με ενα αντιστοιχο πλαισιο συμφωνιας στο σμτ. Αρα το επιπεδο αυτης της συμφωνιας αναζητειται, εκτος αν ο προσανατολισμος δημιουργιας ορων κοινης δρασης θα επρεπε να ισχυει για ολες τις δυναμεις εκτος της πορειας... επιλεκτικα.
Βεβαια μου δημιουργει απορια το πως απο ενα κειμενο αποφασης που αναφερεται σε μια σειρα ζητηματα εκτος απο αυτο που βαζεις, σου δημιουργηθηκε αυτη η απορια.
Υ.Γ. χρησιμοποιω τον ενικο αν και απο την υπογραφη δεν καταλαβαινω αν απανταω σε ενα ατομο, ατομα ή σχημα.
Στρατος

Ανώνυμος είπε...

1. Θα ήθελα να ξέρω ποια είναι άραγε τα τόσο δυσνόητα κομμάτια του κειμένου που δεν κάνουν για ένα συντονιστικό αριστερής παράταξης στα πανεπιστήμια (η οποία μάλιστα διακρίνεται κατά κοινή ομολογία για το πολύ καλό επίπεδο των μελών της).

2. Κάποιοι δεν μπορούν να χωνέψουν πράγματα τα οποία έχουν ήδη γίνει και αποτελούν πλέον πολιτικά δεδομένα. Όπως φυσικά θα γνωρίζεις, και κάνεις ότι δεν γνωρίζεις, η Πορεία και οι Αγωνιστικές Κινήσεις εδώ και χρόνια αποτελούν κομμάτια της Λαϊκής Αντίστασης - ΑΑΣ. Άρα το επίπεδο ειδικής σχέσης συναγωνιστικής σχέσης που τόσο φοβάσαι ήδη είναι κατεκτημένο de facto. Οι οριοθετημένες διαφορές μεταξύ των σχημάτων, επίσης είναι γνωστές.

3. Το εκλογικό κατέβασμα από ό,τι βλέπω είναι το τελευταίο που απασχόλησε τις Αγωνιστικές Κινήσεις σε αντίθεση με άλλους...

4. Οπότε έχουμε ακόμα ένα κλασσικό σχόλιο προερχόμενο από ποια άποψη άραγε(;) για την δημιουργία φθηνών εντυπώσεων, την στιγμή που καλούμαστε να δώσουμε κρίσιμες μάχες στο δρόμο με απαγορεύσεις σε ισχύ. Εκτός των άλλων, η χρονική συγκυρία της ερώτησης δείχνει πολύ χαμηλού επιπέδου κριτήριο της κατάστασης, ή πιο απλά: είσαι εκτός τόπου και χρόνου φιλαράκι!

ΑΛΕΠΟΥ

Ανώνυμος είπε...

“Λατρεύω” τις εμφατικές και γεμάτες στόμφο και έπαρση απαντήσεις που όμως ξεχνούν να είναι αυτό που λένε ότι είναι δηλαδή απαντήσεις.
Ομολογώ ότι αποτελούσε για μένα μια αρκετά πιθανή εκδοχή το να λάβω μία τέτοια.

1. Δεν έγραψα για “δυσνόητα κομμάτια”.
Έγραψα περί του “το αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο των συμμετεχόντων, της έκφρασής του σε επίπεδο μαζικής προπαγάνδας”.
Τώρα αν αυτό εσύ το προσλαμβάνεις σαν προβληματισμό/ερώτηση/ένσταση (ή ότι άλλο θέλεις βάλε) που αναφέρεται σε εκφραστικό ζήτημα κατανόησης ή ότι χρεώνει θολούρα/σύγχυση (ή ότι άλλο θέλεις βάλε) ή ακόμα περισσότερο αν εκτιμάς ότι αυτό που δίνεις είναι απάντηση που καλύπτει ή “ταπώνει” αυτό που έγραψα, τότε αυτό είναι πρόβλημά σου.
2. από που εκπορεύεται ότι κάνω πως δεν γνωρίζω ότι “η Πορεία και οι Αγωνιστικές Κινήσεις εδώ και χρόνια αποτελούν κομμάτια της Λαϊκής Αντίστασης – ΑΑΣ” από το ότι δεν το ανέφερα ?
Κάλλιστα με το ίδιο σκεπτικό θα μπορούσε κάποιος να σε “κατηγορήσει” για το ότι μιας και δεν αναφέρεις ότι αποτελούν παρατάξεις/σχήματα συσπειρώσεις/συναθροίσεις( ή ότι άλλο θέλεις βάλε) που πρόσκεινται σε συγκεκριμένες πολιτικές οργανώσεις.
Θα σου φαίνονταν λίγο γελοίο κάτι τέτοιο ?
Αν ναι προβληματίσου. Αν όχι πάλι προβληματίσου.
Όσο για το εξαγόμενο συμπέρασμα σου ακριβώς μετά : “ Άρα το επίπεδο ειδικής σχέσης συναγωνιστικής σχέσης που τόσο φοβάσαι ήδη είναι κατεκτημένο de facto” θα έλεγα η λέξη “φοβάσαι” είναι σχετικά αυθαίρετη, αλλά πολύ λιγότερο αυθαίρετη από το ίδιο το συμπέρασμα το οποίο μου θυμίζει την αποδεικτική σχέση με το μπουζούκι και τον μπάτσο.
Θα μπορούσα βέβαια να έχω άδικο αν ίσχυε η άλλη από τις όλες και όλες δύο εκδοχές και αν τα “πράγματα τα οποία έχουν ήδη γίνει και αποτελούν πλέον πολιτικά δεδομένα” περιλαμβάνουν αλλά κυρίως περιορίζονται σε κοινές γραπτές ανακοινώσεις ανά τόπους.
Σε αυτή την περίπτωση όμως δεν θα είχα άδικο σε κάτι άλλο που αναφέρεις ως πολύ κακό, στο ότι “κάποιο δεν μπορούν να χωνέψουν αυτά τα πράγματα”

Ανώνυμος είπε...

Αν θέλεις μάλιστα την γνώμη μου (που δεν νομίζω να τη θέλεις και μάλλον καλά κάνεις) είμαι κατά 99% ότι τις αγωνιστικές κινήσεις (και είμαι πολύ συγκεκριμένος, λέω τις αγωνιστικές κινήσεις και το περιορίζω συνειδητά σε αυτό και μόνο) δεν τις απασχόλησε και πολύ σωστά.
Αυτό που λέω είναι ότι εγώ με την φτωχή μου λογική και διαβάζοντας προσεκτικά το κείμενο θεωρώ ότι αν εννοείτε αυτά που λέτε στο κείμενο συμπεραίνω ότι με τους υπάρχοντες πολιτικούς όρους και τις διακηρύξεις των δύο δυνάμεων οι οποίες, στα θέματα που ανέφερα και αναφέρονται στο ίδιο το κείμενο, διαφέρουν τόσο όσο διαφέρουν οι διακηρύξεις των αγωνιστικών κινήσεων με άλλες δυνάμεις που το κείμενο αναφέρει/κρίνει/κατακρίνει (ή ότι άλλο θέλεις βάλε) οφείλει από εσάς το ενδεχόμενο κοινής εκλογικής καθόδου να αποκλείεται (και χωρίς μάλιστα κατανάλωση σκέψης και χρόνου).
Δεν θες να μου απαντήσεις σε αυτό επειδή οι καιροί είναι τέτοιοι που θέτουν άλλες προτεραιότητες ?
Δεκτό, ο Ομπάμα άλλωστε θα φύγει, η επέτειος του Νοέμβρη θα περάσει, όπως πέρασαν και άλλα σημαντικότατα γεγονότα, και τότε ίσως βρεις λίγο μόνο από τον χρόνο που βρήκες για να γράψεις αυτά που έγραψες σε αυτούς τους καιρούς άλλων απαιτήσεων, απαιτήσεων εντός τόπου και χρόνου, για να πληκτρολογήσεις τρία ψηφία για το αν αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με πρώτο από αυτά τα ψηφία το ν ή πρώτο το ο.
4.είναι προφανές ότι σήμερα πήγα και τουαλέτα, και καφέ ήπια, και την δουλειά μου έκανα, και τα κείμενα για την αστυνομοκρατία διάβασα, και με κόσμο μίλησα και τις πολιτικές ανακοινώσεις σχολίασα.
Αλλά όχι δεν είναι αυτό προφανές.
Προφανές είναι κάτι άλλο.
Δεν έπρεπε να ανέβει αυτό το κείμενο μέρες που είναι.
Ή έπρεπε να ανέβει και να μην σχολιαστεί.
Γιατί κάθε φορά θα εφευρίσκεται ένας λόγος πραγματικός ή μη και διάφοροι τρόποι για τη συνέχιση μιας διαδικασίας η οποία δεν θα κρίνεται παρά μόνο από τους οργανωτές της.
Η διαλεκτική στην αποκορύφωσή της.
Κλείνω γιατί όντως χρειάζομαι τον ύπνο λέγοντας τα εξής για την απάντηση : οπότε έχουμε ακόμα μία κλασσική “απάντηση” με προερχόμενο μιας άποψης συγκεκριμένης, άποψης με κλασσικό στόχο τη δημιουργία φθηνών εντυπώσεων, τη στιγμή που καλούμαστε ΟΛΟΙ να δώσουμε κρίσιμες μάχες στο δρόμο με απαγορεύσεις σε ισχύ.
Εκτός των άλλων, η χρονική συγκυρία της απάντησης (σε μία ερώτηση που είναι αρκετά πιθανό να ξέρεις ποια συγκεκριμένη άποψη αντιπροσωπεύει, όπως και αν την κρίνεις αυτό είναι διακαίωμά σου άλλωστε, και ας το “ρωτάς”) δείχνει πολύ χαμηλού επιπέδου κριτήριο της κατάστασης, ή πιο απλά: είσαι εκτός τόπου και χρόνου “φιλαράκι”!
Δεν θα ανταπαντήσω κατά το μάλλον πιθανότερο και αυτό όχι φυσικά επειδή συμμερίζομαι το σκεπτικό σου
π.α.ν.λ.

Ανώνυμος είπε...

Καλά όλα αυτά που λες/λέτε π.α.ν.λ. αλλά μάλλον κάνεις/κάνετε ένα μικρό λάθος. Στη καλύτερη περίπτωση λάθος.

Αναγάγοντας τις εκλογικές διαδικασίες σε κάτι ανώτερο από άλλου είδους κινηματικές διαδικασίες, μπλέκοντάς τες έως και ταυτίζοντάς τες με τη κοινή δράση, θεωρείς/τε ότι για να κατέβουν δύο ή και παραπάνω δυνάμεις από κοινού σε εκλογές θα πρέπει να έχουν συμφωνία στα πάντα, πόσο μάλλον δε σε ζητήματα αρχής. Το κατέβασμα από κοινού σε εκλογές όμως μπορεί να εξαρτάται από διάφορες καταστάσεις που αφορούν τη συγκυρία. Το έχουμε δει αυτό όχι μόνο σε συνδικαλιστικές εκλογικές διαδικασίες, όπως είναι οι φοιτητικές που κάποια στιγμή πρέπει να τους δώσουμε τη πραγματική τους διάσταση -δε μπορεί να είναι πιο σημαντικές από εκλογικές διαδικασίες εργατικών χώρων για παράδειγμα-, το έχουμε δει και σε βουλευτικές εκλογικές διαδικασίες ανάμεσα σε δυνάμεις που μπορεί να έχουν και περισσότερες διαφορές απ' ότι έχουν οι Αγ. Κινήσεις και η Πορεία μεταξύ τους, που το κεκτημένο της συνύπαρξής τους και της συνεργασίας τους στα πλαίσια της Λαϊκής Αντίστασης δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Επιπλέον το κοινό εκλογικό κατέβασμα, ούτε καν η κοινή δράση, δε σημαίνει δημιουργία παράταξης, εκεί μπαίνουν πράγματι ζητήματα σοβαρών, έως και αρχειακών, διαφωνιών. Αν και ακόμη και αυτό οι παρατάξεις της "μετάβασης" το έχουν καταρήψει.

Καλά κάνεις/κάνετε και ρωτάς αλλά ίσως, για το καλό της συζήτησης, να ήταν καλό να υπάρξει και εκ μέρους σου/σας τοποθέτηση για αυτού του είδους ζητήματα. Ποιοι για παράδειγμα είναι οι όροι για ένα κοινό σου/σας κατέβασμα με τα ΕΑΑΚ ή την Πορεία ή όποια άλλη παράταξη (αν δεν υπάρχει από μεριάς σου/σας, κάποια επιλεκτική τάση); Για οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας μαζί τους. Γιατί απ' ότι καταλαβαίνω το μοναδικό σοβαρό επίδικο είναι αυτό και τίποτ' άλλο ποιο ουσιαστικό, σε σχέση με τις θέσεις και τη στάση των Αγωνιστικών Κινήσεων.

Γιατί αλλιώς δεν θα προσπερνούσες/προσπερνούσατε με τέτοια άνεση τις επισημάνσεις της πρώτης παραγράφου, και τα "διάφορα άλλα", η οποία μάλλον μπήκε ως ξεκάρφωμα αλλά με σιγουριά θα μπορούσε και να χαρακτηρισθεί ως τουλάχιστον προσβλητική για τα μέλη των Αγωνιστικών Κινήσεων και ως μεγαλοϊδεατισμό εκ μέρους αυτού/αυτών που την έγραψε/αν για τη σχέση κειμένου και επιπέδου των "συμμετεχόντων". Μάλλον οι εκλογικές διαδικασίες παίρνουν μέγαλο μέρος και στο/στα δικά σου/σας μυαλά. Πολύ παραπάνω απ' όσο τους αναλογούν οπότε τα σοβαρά ζητήματα μπροστά σε αυτές μπορεί και να παραβλεφθούν. Ένας τρίτος, κάποιος που δεν έχει σχέση με τα φοιτητικά, σαν και μένα, θα μπορούσε να βγάλει το συμπέρασμα πως εννοείς/τε ότι το "σημαντικότερο" κομμάτι του κειμένου υποβλήθηκε και υπαγορεύτηκε από κάποιους άλλους. Το να μιλά κανείς με αφετηρία τις εκλογές για να καταλήξει σε θέσεις είναι σαν να χτίζει σπίτι ξεκινώντας από τη σκεπή (ή τη ταράτσα). Τότε όσο γερές κι αν είναι οι τραβέρσες (ξύλινα δοκάρια) θα πέσει η σκεπή πάνω του και θα τον πλακώσει.

Κατά τα άλλα υπάρχει και το σχόλιο του Στράτου στο οποίο δε δόθηκε απάντηση.

Πράγματι απορώ και εγώ. Προς τι τόσο άγχος για το κοινό κατέβασμα στις φοιτητικές εκλογές των δύο παρατάξεων τη στιγμή που έγινε ξεκάθαρο εδώ και έξι χρόνια (συνυπολογίζοντας και την ΠΑΑΣ) που υπάρχει η Λαϊκή Αντίσταση ότι αυτό, δεν εκβιάζεται και δεν επιβάλεται αλλά ( ή και παρά το ότι) προσπαθιέται; Όπως και η κοινή τους στάση σε μια σειρά ζητήματα. Γιατί παραβλέται ότι οι δύο παρατάξεις, με τη σκοπιά τους η κάθε μια, αρνούνται να μεταφέρουν τις πρακτικές ΕΑΑΚ στο ρεύμα που εκπροσωπούν; Γιατί θεωρείται λάθος μια προσπάθεια όσο το δυνατόν μεγαλύτερης συμπόρευσης ανάμεσα σε δύο παρατάξεις που συμμετέχουν σε γενικότερο συνεργατικό πολιτικό σχήμα όπως είναι η Λαϊκή Αντίσταση;

Οι Αγωνιστικές Κινήσεις γενικά έχουν δείξει κάποια επιλεκτικότητα ως προς τα ζητήματα κοινής δράσης ή απευθύνονται κάθε φορά και ανάλογα το ζήτημα σε όλους; Οι πρακτική τους τόσα χρόνια που υπάρχουν τι έχει δείξει; Μήπως τελικά υπάρχει επιλεκτικότητα από τον/τους, με μεγάλη προσπάθεια και δυσκολία είναι η αλήθεια, επικριτή/τες τους;

Παρατηρητής (των φοιτητικών)

Ανώνυμος είπε...

@πανλ

Ποια άποψη αντιπροσωπεύει η ερώτηση σου λοιπόν; Να μια ευκαρία για ξεκάθαρες "απαντήσεις", όχι σαν τις δικές μου.

ΑΛΕΠΟΥ

Ανώνυμος είπε...

Κοίτα να δεις. Αν και θεωρούν ότι δεν θέλουν κάποιοι τη γνώμη τους, όταν αυτή τους ζητιέται αυτοί δεν απαντούν!!!

Ανώνυμος είπε...

Παιρνεις το λογο ενω δεν εχεις να πεις τιποτα. Μονο εξυπναδες. Χρειαζομαι υπνο, ξερεις ποια συγμεκριμενη αποψη αντιπροσωπευει η ερωτηση, θα μπορουσα να πω πολλα, αλλα.....;

Μαλλον δεν αξιζει τωρα να τοποθετηθεις επι της ουσιας και στο επιπεδο σου, γιατι δεν θα καταλαβουμε ετσι κι αλλιως τιποτα. Μη χανεις τα λογια σου με τους καφρους.

Ενας χαμηλου επιπεδου καφρος

ΑΛΕΠΟΥ είπε...

Για να έχει μια κριτική πραγματική υπόσταση πρέπει πρώτα από όλα να πατάει στην πραγματικότητα και δίνει διέξοδο στις ανάγκες της περιόδου. Το πάνω σε ποιό ζήτημα επιλέγει κανείς να ανοίξει κόντρα είναι και αυτό ένα πολιτικό ζήτημα. Αντί λοιπόν να κεντράρεις στα ζητήματα γραμμής ή έστω στο κομμάτι για τα διεθνή, το οποίο θα ήθελα ειλικρινά να ακούσω πώς και πού υπερβαίνει το κεκτημένο των Αγωνιστικών Κινήσεων, εσύ επιλέγεις να κοντράρεις στο ζήτημα των φοιτητικών εκλογών. Σε μια συγκυρία που δυνάμεις, απόψεις και σχήματα δοκιμάζονται σε πολύ σημαντικότερα προβλήματα κινήματος, κόντρα στο κλίμα αποσυγκρότησης. Σε μια συγκυρία όπου οι Αγωνιστικές Κινήσεις τοποθετούνται με μεγαλύτερη σταθερότητα και πείσμα σε μια κατεύθυνση που εσύ έχεις απορρίψει και προσπαθούν να την εξειδικεύσουν και να την κάνουν γραμμή δράσης. Η ψευτό-κόντρα για την Πορεία είναι παλιά, έχει ήδη κριθεί και έχει παλιώσει. Ο Στράτος απάντησε συγκεκριμένα. Η κοινή δράση με την Πορεία στους συλλόγους και στα πλαίσια της Λαϊκής Αντίστασης είναι πλέον κεκτημένο:

http://www.nomikithess.gr/2016/10/13102016.html
κοινό ψήφισμα

Γι' αυτό αυτά που λές και εκτός τόπου είναι, και εκτός χρόνου είναι. Τουλάχιστον, εξήγησε μας η ήδη πραγματοποιημένη συμπόρευση με την Πορεία τι κάκο έχει παράξει; Γιατί είναι λαθεμένη;

Μια κριτική οφείλει να συνοδεύεται από μια διέξοδο και πρέπει να έχει και αυτή πολιτικό στίγμα, γιατί αλλιώς καταλήγει να γίνεται ανυπόστατη. Έχουμε δυστυχώς συνηθίσει εδώ μέσα τις σουπιές. Δημιουργούν αρχικά μεγάλη αναστάτωση, όταν όμως πλησιάσεις έχουν διαφύγει από τα επίδικα. Το μόνο που μένει είναι το μελάνι. Βάζουν μεγάλα και βαρύγδουπα ζητήματα όμως δεν συνθηθίζουν να παλεύουν ανοιχτά και μέχρι τέλους τις απόψεις τους. Δεν τους αρέσει η ανοιχτή, πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση. Μόνο το ψου-ψου.

Εμείς εδώ θα είμαστε και αύριο και παραμεθαύριο. Θα θέλαμε όμως να έχουμε απέναντι μας κάποιον με το θάρρος της άποψης και της τοποθέτησης του. Κάποιον που να βάζει μια ανάλυση να αντιπαρατεθεί με την δικιά μας, μια τοποθέτηση για την περίοδο στοιχειωθετημένη. Αυτό είναι το κακό με την πολιτική δημιουργίας εντυπώσεων: όταν πάμε να κάνουμε σοβαρή κουβέντα, "κάτι πάντα συμβαίνει".

Καλή συμμετοχή σε όλους στην πορεία για το Πολυτεχνείο.

ΑΛΕΠΟΥ

ΑΛΕΠΟΥ είπε...

Το λινκ που έβαλα είναι αυτό:
http://www.nomikithess.gr/2016/10/13102016.html