17 Αυγ 2016

Σωτήρης Δημητρίου: Αποχαιρετισμός σε έναν σημαντικό αριστερό διανοούμενο

Πέθανε στις 14 Αυγούστου στην Αθήνα, σε ηλικία 91 χρόνων, ο Σωτήρης Δημητρίου, πολιτικός μηχανικός, κοινωνικός ανθρωπολόγος, συγγραφέας και ποιητής. Το έμαθα δύο ημέρες αργότερα γιατί ακόμα και οι κακές ειδήσεις το κατακαλόκαιρο στην Ελλάδα, ταξιδεύουν αργά. Τρία χρόνια νωρίτερα με τον ίδιο τρόπο περίπου είχα μάθει για το τελευταίο ταξίδι της γυναίκας που τον σημάδεψε και τον συντρόφεψε στην ζωή του σχεδόν για εξήντα χρόνια. Η Αλίντα Δημητρίου έφυγε πριν τρία χρόνια, πάλι μια καλοκαιρινή ημέρα, στις 30 Ιουλίου του 2013. Κάποιος έγραψε για διακριτική φυγή ανάλογη της διακριτικότητας με την οποία έζησαν. Άφησαν πίσω τους και οι δύο ένα σημαντικό έργο και ένα δυσαναπλήρωτο κενό!

Γνώρισα τον Σωτήρη Δημητρίου μαζί με Αλίντα τον καιρό που η σκηνοθέτιδα είχε ξεκινήσει την τελευταία αλλά και κορυφαία κινηματογραφική δουλειά της. Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσίασε η διακριτικότητα της παρουσίας του δίπλα της. Η Αλίντα φρόντιζε πάντα να διορθώσει τις πρώτες εντυπώσεις. Είχε το περίσσευμα ψυχής να δηλώνει με κάθε ευκαιρία πως ο Σωτήρης υπήρξε ο μέντορας της, αυτός που την βοήθησε στην κινηματογραφική δουλειά της, το βασικό της στήριγμα με όλη την σημασία της λέξης. Μερικές φορές μάλιστα εξομολογούνταν με ίχνη ενοχής, αναφερόμενη στην δημοσιότητα των τελευταίων χρόνων, πως ο Σωτήρης που παραμέριζε ευγενικά και βρίσκονταν σε δεύτερο πλάνο ήταν ο πραγματικός πρωταγωνιστής.

Δεν έχω ιδιαίτερες γνώσεις ούτε στην κριτική και την ιστορία της τέχνης, πολύ περισσότερο του κινηματογράφου, ούτε στο βασικό ερευνητικό πεδίο του Σωτήρη Δημητρίου, την κοινωνική ανθρωπολογία. Πρόλαβα μόνο να διαβάσω τις “Μορφές Βίας” μια μελέτη για την βία στο διάβα της ανθρώπινης ιστορίας από τις πρωτόγονες κοινωνίες μέχρι σήμερα, που κυκλοφόρησε το 2003 από το εκδοτικό του Σαββάλα και διέκρινα την σημασία μιας υλιστικής -μαρξιστικής προσέγγισης στο φαινόμενο της βίας. Ο Δημητρίου δεν είχε ακαδημαϊκές περγαμηνές αλλά θεωρώ πως υπήρξε ένας μελετητής και διανοούμενος με την πλήρη σημασία των λέξεων. Με την συγγραφική δουλειά του, την αρθρογραφία του αλλά και την στάση ζωής προσπάθησε να συμβάλλει στην μεγάλη υπόθεση της απελευθέρωσης του ανθρώπου από την προϊστορία του. Μέλος της πιο ελπιδοφόρας γενιάς στον Εικοστό αιώνα, όχι μόνο συμμετείχε ενεργά στον αγώνα της απελευθέρωσης, διώχθηκε και εξορίστηκε άλλα συνέχισε με ανεξάρτητο πνεύμα μέχρι τέλους να αναζητεί δρόμους για την πραγματοποίηση του συλλογικού αιτήματος της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ισότητας. Το εκτεταμένο έργο του στην κοινωνική ανθρωπολογία και ειδικά η εξάτομη μελέτη για την ανθρώπινη εξέλιξη τον καθιστά έναν από τους πρωτοπόρους στην Ελλάδα σε αυτήν την επιστήμη γεγονός που έχει αναγνωριστεί από πολλές πλευρές και σε ακαδημαϊκό επίπεδο στις σχολές ανθρωπιστικών επιστημών.

Στις λιγοστές ευκαιρίες που μας επέτρεψαν οι αποστάσεις και οι συνθήκες να συναντηθούμε στις συζητήσεις ο Δημητρίου ακόμη και τις φορές που η διαφωνία ήταν προφανής απέφευγε να μιλά απόλυτα. Περισσότερο συζητούσε με ερωτήματα που διατύπωνε ο ίδιος σεβόμενος τις διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές διαδρομές του συνομιλητή. Δεν συμφωνούσαμε σε αρκετά αλλά μπορούσαμε να συζητήσουμε χρήσιμα με επίκεντρο τον ίδιο σκοπό και στόχο. Δυστυχώς δεν δόθηκε η ευκαιρία είτε στην Αθήνα είτε στην Θεσσαλονίκη να οργανώσουμε μια παρουσίαση του έργου η κάποιου έστω βιβλίου του Δημητρίου που από καιρό είχα στο μυαλό μου και είχα προτείνει, δυστυχώς, δίχως ιδιαίτερη επιμονή.

Αποχαιρετώντας έναν άνθρωπο την γνωριμία με τον οποίο την θεωρώ ευτυχή στιγμή θέλω να επισημάνω ειδικά προς τους νέους πως αξίζει να τον γνωρίσουν μέσα από το εκτεταμένο και σημαντικό συγγραφικό έργο του. Θα κερδίσουν πολλά!

Δ. Παυλίδης
17 Αυγούστου 2016

Σωτήρης Δημητρίου - Βιογραφικό*
Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Στην περίοδο της Κατοχής συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Κοτζιά, με τον οποίο φοιτούσαν μαζί στο Βαρβάκειο, εξέδωσαν το περιοδικό «Μαθητικά Τετράδια» και εντάχτηκαν στην Αντίσταση, στο ΕΑΜ Νέων και κατόπιν ΕΠΟΝ. Ο Σωτήρης Δημητρίου συνέχισε τη δράση του μετά το 1943 ως φοιτητής του ΕΜΠ, φυλακίστηκε τον Ιούλιο του 1944 στις φυλακές Χατζηκώστα και μετά την απελευθέρωση προσήχθη στην Μακρόνησο.
Από το 1950 άρχισε να εργάζεται ως μηχανικός σε ιδιωτικό γραφείο και στη συνέχεια στο δημόσιο. Στα 1955 παντρεύεται με την Αλίντα (Στέλλα Βαμμένου) και ταξιδεύουν στην Αφρική, στο Τζιμπουτί και στο Κογκό, όπου συνεχίζει να εργάζεται ως μηχανικός. Την εποχή αυτή στράφηκε στη μελέτη της ανθρωπολογίας και, κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, το 1957, παράλληλα με την εργασία του ως μηχανικός, έκανε εγγραφή στη Φιλοσοφική σχολή. Όμως δεν συνέχισε τη φοίτηση και προτίμησε να συμπληρώσει μόνος τη μελέτη της ανθρωπολογίας. Στα 1964 εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του, Προϊστορικοί πολιτισμοί και εξέλιξη. Η θητεία του ως προέδρου του Σύγχρονου Κινηματογράφου, στα 1971-74, τον ώθησε να μελετήσει την έβδομη τέχνη, ενώ το 1990 έκανε σεμινάρια κινηματογράφου στην Πολιτιστική Λέσχη Kορυδαλλού.
Το 1986 ανέλαβε την Ομάδα Ανθρωπολογίας του ΚΜΕ. Με την ομάδα αυτή, εκτός από τα τακτικά σεμινάρια, πραγματοποίησε 4 ημερίδες: «Κοινωνικός αποκλεισμός», «Τιμή και ντροπή», «Οι διακρίσεις των φύλων» και «Το ζήτημα της ιδεολογίας». Από το 1998 ίδρυσε την Ομάδα της Κριτικής Διεπιστημονικότητας, με υπόβαθρο την ανθρωπολογία, με την οποία εξέδωσαν από το 2005 τέσσερα τεύχη ετήσια της Κριτικής Διεπιστημονικότητας. Διετέλεσε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Kριτικών Kινηματογράφου από το 1976, της Eλληνικής Σημειωτικής Eταιρείας από το 1980, του Kέντρου Mελετών και Tεκμηρίωσης από το 1991, της Eταιρείας των Φίλων του Aνθρωπολογικού Mουσείου από το 1992, και της Eταιρείας Kοινωνικών Aνθρωπολόγων (Association of Social Anthropologists) από το 1993. Διετέλεσε μέλος κριτικών επιτροπών σε φεστιβάλ κινηματογράφου – Θεσσαλονίκης 1985, Δράμας 1996 και Δράμας 1997. Συμμετείχε σε Συνέδρια της Σημειωτικής Εταιρείας και του Κινηματογράφου.

Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Προϊστορικοί πολιτισμοί και εξέλιξη (1964), εκδ. Φυτράκη, Γράμματα της Ανακωχής, ποιήματα (1965), εκδ. Φυτράκη Μύθος, Κινηματογράφος, Σημειολογία, Κρίση της αισθητικής (1973), εκδ. Άλμα, Εισαγωγή στο «Δώρο» του Mauss (1979), εκδ. Καστανιώτη, το πεντάτομο Λεξικό Όρων: I. Σημειολογικής και δομικής ανάλυσης της τέχνης (1978), II. Επικοινωνίας και σημειωτικής ανάλυσης (1978), III. Γλωσσολογίας (1983) Α’ & Β’, IV. Σημαντικής (1986), V. Κυβερνητικής, δομισμού και θεωρίας των συστημάτων (1987), εκδ. Καστανιώτη, την πεντάτομη σειρά Η εξέλιξη του ανθρώπου: I. Ανθρωπογένεση (1990), II. Τα πρώτα βήματα (1993), III. Παλαιολιθική εποχή (1993), IV. Αρχές της κοινωνικής οργάνωσης (1996), V. Γλώσσα-Σώμα (2001), εκδ. Καστανιώτη, Μορφές βίας (2003), εκδ. Σαβάλλας, Η πολιτική διάσταση στην τέχνη (2009), εκδ. Σαβάλλας, Ο κινηματογράφος σήμερα (2011), εκδ. Σαβάλλας, και Ανθρωπολογία και Ιστορία, σε συνεργασία με την Σίβυλλα Δημητρίου-Κοτσώνη, (1996), εκδ. Καστανιώτη.
Επίσης, έχει επιμεληθεί τα εξής: Μορφές κοινωνικού αποκλεισμού (1997), εκδ, Ιδεοκίνηση, Ανθρωπολογία των φύλων (2001) εκδ. Σαβάλλας. Ιl Cinema Greco (2002), εκδ. Barbien, και τα ετήσια τεύχη της Κριτικής Διεπιστημονικότητας.

* Το βιογραφικό είναι παρμένο από το ένθετο “Αναγνώσεις” της κυριακάτικης “Αυγής” 17/4/2016, στο οποίο υπήρχε ένα αφιέρωμα για τον Σ. Δημητρίου με άρθρα των Γ. Κυριακάκη, Σ. Σουβατζή, Α. Μπακαλάκη και Ε. Παπαταξιάρχη για το έργο του.

Ακολουθεί μια συζήτηση με την Αλίντα Δημητρίου που δημοσιεύθηκε στην “Προλεταριακή Σημαία” στην οποία συμμετείχε και ο Σωτήρης Δημητρίου, kkeml.blogspot.gr/2012/02/blog-post_6080.html.

«Κορίτσια της βροχής»
Μια συζήτηση με την Αλίντα Δημητρίου

Οποιος έχει συζητήσει με την Αλίντα Δημητρίου ξέρει ότι δεν της παίρνεις συνέντευξη. Μάλλον πίνεις έναν καφέ με ένα πολύ κοντινό σου πρόσωπο και απλώς... τα λέτε. Κάνει αυτό για το οποίο υπερήφανα «κατηγορεί» τις γυναίκες στις ταινίες της: «Μία ερώτηση στην αρχή κι από κει και πέρα λέγανε. Και έγραφε η μηχανή». Για την ακρίβεια, ακόμη κι αυτή την πρώτη ερώτηση την κάνει η ίδια! «Σας άρεσε η ταινία;» ρωτάει με το βλέμμα όλο αγωνία. Κι ύστερα η συζήτηση κυλάει μόνη της. Με την Αλίντα να αναζητάει μόνιμα την κουβέντα του συντρόφου της, Σωτήρη Δημητρίου. Οπως κι εμείς ως συνομιλητές της, για να πούμε την αλήθεια.
Το τρίτο ντοκιμαντέρ της τριλογίας, τα «Κορίτσια της βροχής», προβάλλεται ήδη σε αίθουσες. Πάλι έξω από το επίσημο δίκτυο διανομής, αλλά με το παλιότερο και το νεότερο κοινό της Αλίντας έτοιμο να σκορπίσει σε δεκάδες συνοικίες και πόλεις τις μαρτυρίες των γυναικών της δικτατορίας, δίπλα σ’ εκείνες της Αντίστασης και του δεύτερου Αντάρτικου. Ο δρόμος της καινούριας ταινίας τώρα ξεκινάει. Ευχόμαστε να φτάσει σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους.
Η απάντηση, Αλίντα, ξεκινάει με το «Ναι, μας άρεσε πολύ». Αλλά επειδή ούτε σ’ εμάς και ούτε σ’ εσένα αρκεί αυτή η απάντηση, θα προσπαθήσουμε να αποτυπώσουμε τα υπόλοιπα στα παρακάτω αποσπάσματα από τη συζήτησή μας.

Π.Σ.: Τώρα, με αυτήν την ταινία, έκλεισε ένας κύκλος. Εάν μπορούσες να πας πίσω, έχοντας δει το έργο σου, θεωρείς ότι κάτι θα έπρεπε να γίνει διαφορετικά; Είσαι ευχαριστημένη από αυτό που ήθελες να βγάλεις από μέσα σου; Ιδεολογικά ή κινηματογραφικά θα άλλαζες κάτι, αφού αυτά έτσι κι αλλιώς συνδέονται;

Αλίντα Δημητρίου: Ιδεολογικά όχι, διότι εκείνο που με ενδιέφερε πάντα ήταν τα βιώματα των ανθρώπων. Δεν έκανα Ιστορία, δεν έκανα πολιτική, να έρθω σε σύγκρουση με ανθρώπους οι οποίοι λένε ότι όλα εκείνα τα γεγονότα τα έχουν δει εξ αποστάσεως. Είναι μια καραμέλα το «εξ αποστάσεως με αντικειμενικότητα» κι έτσι τους διαφεύγει όλος ο ψυχισμός των ανθρώπων. Το κίνητρο που βαραίνει σε όλην αυτή την ιστορία είναι ο ψυχισμός των ανθρώπων. Δεν είναι η λογική τους. Γιατί για μένα η λογική είναι στην καθημερινή μας πράξη. Δηλαδή, θα φορέσω γαλότσες γιατί βρέχει έξω. Αλλά άμα είναι να με στήσουνε στον τοίχο, εκείνο που θα με κρατήσει όρθιο είναι ο ψυχισμός μου, δεν είναι η λογική μου. Ολοι εκείνοι οι άνθρωποι που συνάντησα εγώ καταρχάς είναι άσημοι, ανώνυμοι, δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα από την πολιτεία. Εδωσαν τα πάντα. Δεν ξέρω τώρα αν είναι ευχαριστημένοι ή δυσαρεστημένοι. Εχουν επαναλάβει πολλάκις ότι θα το ξανάκαναν. Ηθελα μόνο τα βιώματά τους. Πώς περάσανε. Πώς ξόδεψαν τη νιότη τους. Γιατί δώσαν τη νιότη τους.

Π.Σ.: Παρ’ ότι λες ότι δεν γράφεις Ιστορία, και όντως, ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να κάνει μια καταγραφή αλλά η οπτική μπορεί να διαφέρει. Την ίδια περίοδο με τα δικά σου έργα έχουμε δει άλλα έργα και στη μυθοπλασία, στον κινηματογράφο και στο ντοκιμαντέρ για ίδια ή για πανομοιότυπα γεγονότα με τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα, τελείως διαφορετική οπτική.

Α.Δ. Φυσικά παίζει ρόλο η οπτική. Καταρχάς, πώς πλησιάζεις αυτούς τους ανθρώπους, με πόσο πάθος, με πόση αγάπη και πόσο έχεις την ίδια πίστη μ’ αυτούς. Εάν πιστεύεις στα ίδια πράγματα που πιστεύανε κι αυτοί.

Π.Σ.: Και στις προηγούμενες ταινίες και σ’ αυτήν επιλέγεις να κινηθείς έξω από το επίσημο δίκτυο της διανομής.

Α.Δ.: Ο βασικός μου σκοπός ήταν ο εξής: Να παιχτεί... Η ταινία δεν πήγαινε στο φεστιβάλ, οπότε δεν θα ακουγόταν. Επρεπε κάπου να ακουστεί. Και η ταινία ακούστηκε με το που προβλήθηκε στην Ταινιοθήκη. Είχαμε επιτυχία διότι σπάσαμε τον αστικό Τύπο. Γράψαν κύριες αστικές εφημερίδες, «Βήμα», «Νέα» κ.τ.λ. Οπότε, από τη στιγμή που γίνηκε από ‘κει γνωστό μπορούσε πλέον να μπει στο παράλληλο κύκλωμα. Γιατί το παράλληλο κύκλωμα είναι που με ενδιαφέρει. Και το παράλληλο κύκλωμα είναι οι πιτσιρικάδες. Οι πιτσιρικάδες με ενδιαφέρουν γιατί γι’ αυτούς γίνηκε η ταινία. Θα μπορούσε κανένας να πει πολύ τραβηγμένα ότι είναι σαν όπλο μάχης και το όπλο μάχης είναι μόνο για τους πιτσιρικάδες. Δεν είναι για τους μεγάλους.

Π.Σ.: Οπως και οι προηγούμενες δύο ταινίες. Υπάρχει πλέον ένα πολύ μεγάλο ακροατήριο. Υπήρχε ούτως ή άλλως το ακροατήριο. Η επιτυχία των ταινιών είναι ότι καλύπτουν αυτό το κενό.

Α.Δ.: Ναι, οι νέοι άνθρωποι δεν ξέρουν τα γεγονότα που έχουν συμβεί. Υπάρχουν άνθρωποι που έλεγαν «τι είναι το δεύτερο αντάρτικο;». Εγώ άκουσα κάποιον πιτσιρικά ο οποίος μου είπε «στάσου, στάσου, μην τρέχεις, τι ήταν ο Αρης Βελουχιώτης;». Δεν ήξεραν ποιος ήταν ο Αρης Βελουχιώτης.

Π.Σ.: Για το τρίτο ντοκιμαντέρ, πόσο δύσκολο ήταν να βρεις τις γυναίκες, να τις πείσεις να μιλήσουν;

Α.Δ.: Ηταν πάρα πολύ δύσκολο. Οι προηγούμενες δεν είχαν καμία αντίρρηση να μιλήσουμε. Μιλάγανε πριν ακόμα ανοίξουμε μικρόφωνο, μηχανή. Οι γυναίκες της δικτατορίας αρνήθηκαν συλλήβδην. Ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από δύο χρόνια είχε κάνει μία προβολή στον Ιανό. Εκεί τις κάλεσα να έρθουν και ήρθαν και μετά την προβολή δεχτήκανε. Διότι είχαν κακοποιηθεί από διάφορους δημοσιογράφους κ.τ.λ. και φοβόντουσαν τι θα γίνει. Δεν είχαν μιλήσει ποτέ. Υπήρξαν όμως και γυναίκες, δεν μπορώ να πω πόσες, εγώ τουλάχιστον κράτησα 4-5, οι οποίες δεν μιλήσανε για λόγους καθαρά ψυχολογικούς. Και υπήρξαν και μερικές, δυο-τρεις, οι οποίες δεν μιλήσανε γιατί… δεν ξέρω για ποιους άλλους λόγους. Για ιδεοληψίες. Οι άλλες όμως μιλήσανε. Οταν αποφάσισαν να μιλήσουν, μιλήσανε.

Π.Σ.: Οταν κατάλαβαν πώς θα χειριστείς το υλικό αυτό και πώς θα τις αντιμετωπίσεις…

Α.Δ.: Ναι, πώς θα τις αντιμετωπίσω. Δηλαδή, έδωσα διαπιστευτήρια για να μπορέσω να περάσω στις τάξεις τους. Διότι θα έλεγα ότι είχαν κάνει μία σιωπηλή συμφωνία να μη μιλήσουν, να μη δώσουν τα άγια τοις κυσί. Γιατί πραγματικά ήταν άγια αυτά που τραβήξανε.

Π.Σ.: Δεν βλέπω να έχεις μετανιώσει για την επιλογή σου να κάνεις τα πάντα χωρίς χρηματοδότηση, να έχεις δηλαδή αυτή την ανεξαρτησία.

Α.Δ.: Αυτό δεν είναι επιλογή, είναι θέση.

Π.Σ.: Ναι, αυτό εννοώ. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η θέση μου είναι να πάρω τα λεφτά και να το κάνω όπως θέλω εγώ. Υπάρχουν πολλοί που το ισχυρίζονται.

Α.Δ.: Κάθε πράγμα έχει το τίμημά του.

Π.Σ.: Προφανώς. Κι εσύ εμμένεις σ’ αυτή σου τη θέση.

Α.Δ.: Αμα θέλω να είμαι ανεξάρτητη... Αμα θέλω να πογηδετηθώ θα ζητήσω χρήματα. Αν κι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν χρήματα από πουθενά.

Π.Σ.: Ενα από τα πράγματα που κέρδισες είναι ότι γνωρίστηκες με κόσμο με τον οποίο υπό άλλες συνθήκες δεν θα ερχόσουν σε επαφή. Εχεις μιλήσει με πολύ κόσμο με αφορμή τις ταινίες σου.

Α.Δ.: Αυτή είναι η πληρωμή μου. Οταν γίνεται η προβολή και κατόπιν ακολουθεί η συζήτηση. Είναι η μέγιστη πληρωμή μου. Διότι είναι μεγάλο πράγμα το να μιλάς μ’ αυτούς που έχουν δει κάτι που έχεις φτιάξει.

Π.Σ.: Θυμάμαι την πρώτη προβολή, της πρώτης ταινίας, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Εκείνη τη μικρή αίθουσα. Που ήταν μισοάδεια. Λίγα χρόνια μετά, είμαι στην πρεμιέρα της τρίτης ταινίας, που είναι κλειστή προβολή, υποτίθεται, και είναι γεμάτη. Σ’ αυτήν την πορεία, δεν γέμισαν μόνο οι αίθουσες, έκανες και εσύ βήματα, φαίνεται και στην πορεία του έργου σου, κάναμε κι εμείς βήματα.

Α.Δ.: Εσείς κάνατε τα βήματα, εγώ δεν έκανα κανένα βήμα. Είναι δικό σας το έργο κι όχι δικό μου. Δικό σας και των γυναικών. Εγώ ήμουν απλώς ένας αχθοφόρος ο οποίος τα ‘παιρνε από τη μία μεριά και τα πήγαινε στην άλλη.

Π.Σ.: Ο αχθοφόρος δεν επιλέγει να το κάνει. Εκεί είναι που υποτιμάς κι αυτό που κάνεις. Ο αχθοφόρος πληρώνεται για να το κάνει και το κάνει για βιοποριστικούς λόγους.

Α.Δ.: Και ποιος σου είπε ότι εγώ δεν πληρώθηκα; Βλέποντας όλους αυτούς τους ανθρώπους, δεν πληρώνομαι; Είναι η ύψιστη πληρωμή που μπορεί να λάβει ένας άνθρωπος. Οταν μπορείς και αρνείσαι χρήματα, είναι η ύψιστη πληρωμή. Από μία εφημερίδα μου τη ζητήσανε τρεις φορές. Και μου είπαν θα τα δώσεις σε φιλανθρωπικό σκοπό. Λέω, εγώ φιλάνθρωπος δεν είμαι. Δεν κλείνω τις τρύπες του συστήματος. Αποκλείεται. Μου τη ζητήσαν κι από την τηλεόραση. Δεν την έδωσα.

Π.Σ.: Είναι παράξενο ότι, ενώ έχουν διακινηθεί πολύ τα dvd, δεν το έχει ανεβάσει κανείς στο διαδίκτυο.

Α.Δ.: Ο σκοπός είναι να το δούνε μέσα σε μια αίθουσα, με τις κατάλληλες συνθήκες, μαζί με άλλους ανθρώπους και τότε να ΄χουν άποψη. Και γι’ αυτό δεν το δίνω και σε μοναχικούς. Πολλοί μου το ζητάνε, δεν το δίνω. Το δίνω σε συλλογικότητες.

Π.Σ.: Συμφωνώ με τον τρόπο που θέτεις το ζήτημα της συλλογικότητας. Αυτός που ζητάει όμως να δει την ταινία σου με μία έννοια ζητάει από κάπου να πιαστεί. Σε μία περίοδο που η επίθεση είναι ίσως η χειρότερη… Αντιλαμβάνομαι έναν άνθρωπο που θέλει να τη δει, σε περίπτωση που δεν έχει άλλη πρόσβαση. Γιατί κάποιος από την άλλη άκρη της Ελλάδας να παίρνει τηλέφωνο και να τη ζητάει;

Σωτήρης Δημητρίου: Κοίταξε να δεις. Είναι το θέμα του στρατευμένου κινηματογράφου. Είναι μεγάλο θέμα. Εχει ξεκινήσει από τη Λατινική Αμερική, από τη δεκαετία του ’50-60. Εχουν γραφτεί κείμενα, έχουν γίνει ομιλίες. Πέρασε μετά στο Μάη του ’68. Εχει αποκτήσει ένα χαρακτήρα που εδώ μας είναι άγνωστος, όπως μας είναι άγνωστα ένα σωρό άλλα πράγματα. Ο στρατευμένος κινηματογράφος είναι όπλο κοινωνικής πάλης. Γίνεται υπό ορισμένους όρους. Να διασφαλιστούν οι συνθήκες της αίθουσας, να παιχτεί μεν, αλλά στη συνέχεια να γίνει συζήτηση. Η ατομική θέαση του θεάματος ανήκει στην αστική κοινωνία. Αυτό μετά μπορεί να αποτελέσει ιστορικό αρχείο και να χρησιμοποιηθεί όπως ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη, για να έχουμε επίγνωση του τι έγινε, είναι θεμιτό. Αλλά αφού εκτελέσει την κοινωνική του λειτουργία. Ο στρατευμένος κινηματογράφος όπου παίζεται έξω παίζεται μ’ αυτές τις συνθήκες. Και στην Αφρική ακόμα που κάνουνε στρατευμένο κινηματογράφο, έτσι τον δουλεύουνε. Αυτό δεν μας έχει έρθει ακόμα εδώ γιατί κάτι άλλο ζούμε, όσο κι αν είμαστε αριστεροί, ζούμε κάτω από τα ιδεολογήματα και τα κριτήρια του κυρίαρχου λόγου του συστήματος. Θέλει δουλειά. Οχι πώς να γίνουμε πιο επαναστάτες ή πιο μαχητικοί, αλλά να ξεκαθαρίσουμε ορισμένες βασικές θέσεις. Οπως στο ζήτημα των δύο φύλων. Λέμε κι εμείς αέρα κοπανιστό για την ισοτιμία της γυναίκας. Στην πράξη δεν υπάρχει ούτε από τους αριστερούς. Ακολουθούμε τον κυρίαρχο λόγο. Παντρεύομαι σημαίνει κρεμιέμαι. Και το λένε όλοι. Είναι ντροπή να τα λέμε αυτά. Αλλά είναι μέσα μας. Οπως λέει ο Χόλογουεϊ, «πρέπει να πετάξουμε από μέσα μας τον καπιταλισμό».

Π.Σ.: Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι οι θεατές σου, κυρίως οι νεότερης ηλικίας, παρακολουθούν ιστορικά γεγονότα που αγνοούσαν, από την άλλη όμως προσπαθούν να δουν μέσα από τις μαρτυρίες των γυναικών τον εαυτό τους. Υπάρχει μια ερώτηση που γίνεται μετά τις προβολές των ταινιών σου. «Εμείς θα αντέχαμε;»

Α.Δ.: Αυτή την ερώτηση την ξέρω. Αυτή την ερώτηση μου την κάνανε πρώτη φορά σε ένα κέντρο απεξάρτησης. Εχει παιχτεί σε δύο κέντρα απεξάρτησης. Ηταν μια κοπελιά 19 χρονών που ήταν πολύ βαριά εθισμένη. Και την είχαν πάρει τα κλάματα και μου είπε «εμείς αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε». Και της είπα «είναι λάθος». Κάτω από τις ίδιες συνθήκες, τα ίδια πράγματα θα έκανες. Οι ήρωες δεν γεννιούνται, γίνονται. Ο Σωτήρης, ενθυμούμενος την Κατοχή, μου ’χει πει πολλές φορές ότι άνθρωποι που ήταν σαν κορίτσια…

Σ.Δ.: ...έγιναν ήρωες. Ανθρωποι που ήταν μαλακοί, που δεν τους έκανε το μάτι σου. Περισσότερο σπάγαν οι λεβέντες παρά αυτοί οι άνθρωποι. Αυτό μου ’χει κάνει εντύπωση. Αντεχαν βασανιστήρια απίθανα.

Α.Δ.: Είναι οι συνθήκες που δημιουργούν τους ήρωες. Δεν γεννιούνται. Οπως δεν γεννιούνται και οι εγκληματίες. Οπως δεν γεννιούνται και οι έξυπνοι, όπως δεν γεννιέται κανείς. Απλώς δυνατότητες έχουμε. Και ανάλογα πού θα βρεθούμε και πού θα αναπτυχθούν αυτές οι δυνατότητες.

Π.Σ.: Οι διαφορές είναι κυρίως δύο. Η μία είναι τα ίδια τα γεγονότα. Ιδίως στην Αντίσταση, ήταν ένα κομμάτι ενός γιγαντιαίου κύματος που πήγαινε με αισιοδοξία προς τα μπροστά, στην τρίτη υπήρχε έκπληξη και ίσως απογοήτευση και μία απίστευτη βία. Και ήταν και πιο μόνοι τους. Ηταν αντικειμενικό να φανεί ότι ήταν μόνες τους. Και απέναντι στο βασανιστή και απέναντι σε μια κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό το ξεκίνημα της ταινίας για το πόσο ανέτοιμες ήταν, η διαβεβαίωση ότι δεν θα γίνει χούντα. Εκεί είσαι όντως μόνος. Αυτό δεν το έβγαλε η ταινία. Απλώς ανέδειξε αυτό που υπήρχε τότε.
Η άλλη διαφορά έχει να κάνει με το τι είχαν να χάσουν. Η αγρότισσα από ένα χωριό των Αγράφων που βγήκε στο βουνό είχε να κερδίσει. Η φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, της Νομικής, της Ιατρικής που μπορούσε να κάτσει στ’ αυγά της, να τελειώσει τη σχολή της και να γίνει γιατρός ή δικηγόρος έως ένα βαθμό είχε και άλλη διέξοδο. Να αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν όπως έκαναν πολλοί άλλοι. Εδειξε το δύσκολο δρόμο. Και είπε ότι θα το ξανάκανε. Ο κοινός τόπος και των τριών ταινιών είναι το αμετανόητο.

Α.Δ.: Είναι τελείως διαφορετικά τα πράγματα. Ιδιαίτερα στην πρώτη, υπήρχε ένας λαός πίσω. Στη δεύτερη λιγότερο και στην τρίτη κανένας. Ολομόναχες. Είναι φοβερό πράγμα να είσαι ολομόναχος. Και ήταν νέες κοπέλες. Ηταν 20 χρονών και αντέξανε. Για σκέψου εκείνη που έχασε τη δυνατότητα να κάνει παιδί.

Π.Σ.: Το ανέμενες ότι θα ήταν κάτι τόσο διαφορετικό ή προέκυψε στην πορεία;

Α.Δ.: Βγάλαν τα σώψυχά τους. Είπανε πολλά. Εγώ καθόμουν και άκουγα. Δεν έβαζα ερωτήσεις. Μία ερώτηση στην αρχή και πέφτανε κι από κει και πέρα λέγανε. Και έγραφε η μηχανή. Κατόπιν εγώ έπρεπε να κάνω την επιλογή, το ξεκαθάρισμα, κι εκεί ήταν η δυσκολία η μεγάλη. Αυτή που μίλησε στην Αθήνα να ’χει συνέχεια μ’ αυτή που μίλησε στο Κορωπί.

Π.Σ.: Δύσκολο, αλλά υπήρχε. Δύσκολο τεχνικά για σένα που επεξεργάστηκες όλο αυτό το υλικό, αλλά υπήρχε συνέχεια στα λόγια τους.

Α.Δ.: Κι αυτό δείχνει ότι δεν υπάρχει λήθη. Αυτό που λένε για συλλογική λήθη, δεν υπάρχει. Δεν μπορεί να επαναλαμβάνουν πενήντα γυναίκες το ίδιο πράγμα. Πολλές φορές λένε το ίδιο πράγμα, αλλά επίτηδες το έχω αφήσει. Να το χωνέψουν καλά, να τους μπει μέσα τους, να το καταλάβουν καλά τι είναι η φάλαγγα. Να το νιώσουν. Αν δεν θέλουν, να κλείσουν τα μάτια τους. Αν δεν μπορούν, να σηκωθούν να φύγουν. Μου είπαν ότι η ταινία δεν δίνει ανάσα. Μα ούτε αυτές είχαν ανάσα. Σ’ αυτές δώσανε καμία ανάσα;
Νομίζω ότι έκλεισε αυτή η περίοδος των πολιτικών αγώνων με την τριλογία των γυναικών, μέσα στον 20ό αιώνα. Δεν έχουμε άλλες πολιτικές εξεγέρσεις. Τρία ήταν τα γεγονότα που σημάδεψαν. «Μπαίνεις μια χαρά μέσα και βγαίνεις κομμουνιστής».
(…) Μου είπαν ότι τα βασανιστήρια είχαν μεγάλη διάρκεια στην ταινία. Τόσα ήταν! Δεν ήταν ήθελα ή δεν ήθελα, μόνα τους πηγαίναν. Ολη η ταινία πήγαινε μόνη της, δεν την πήγαινα εγώ. Ημουν θεατής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: