26 Ιουλ 2016

«Εθνικό μέτωπο» για τα εργασιακά ενάντια στους εργαζόμενους και το λαό

Σε κοινό κείμενο σχετικά με τα εργασιακά κατέληξε την Τρίτη 19 Ιούλη η συνάντηση μεταξύ της ΓΣΕΕ και των εργοδοτικών ενώσεων ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΕΤΕ που υπογράφουν την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), με τη συμμετοχή του υπουργού Εργασίας Γ. Κατρούγκαλου. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας ανεπίσημου «κοινωνικού διαλόγου» μεταξύ ΓΣΕΕ και ΣΕΒ (κύρια) που είχε ξεκινήσει φανερά το 2014 με τη διαμεσολάβηση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) στη Γενεύη και η οποία αναζωπυρώθηκε από τις προσπάθειες της κυβέρνησης να συγκροτήσει μια δήθεν κοινή «εθνική» γραμμή για τα εργασιακά, ενόψει της διαπραγμάτευσης για τη 2η αξιολόγηση. Διαδικασία η οποία όχι μόνο δεν μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα στις δηλωμένες διαθέσεις ξένου και ντόπιου κεφαλαίου για σφοδρή επίθεση στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων, αλλά αντίθετα επιδιώκει να κρατήσει τις λαϊκές και εργατικές δυνάμεις στο περιθώριο. Ειδικά σε μια περίοδο όπου από κάθε μεριά του συστήματος, μέσα κι έξω από τη χώρα, επισημαίνεται ο κίνδυνος η συσσωρευμένη οργή να εκφραστεί με πλήθος αντιστάσεων και μαζικές κινητοποιήσεις, η συνδικαλιστική ηγεσία θέτει ξανά τον εαυτό της φανερά στην υπηρεσία του συστήματος, με σκοπό να διατηρήσει την υπόσταση και το ρόλο της ως πυροσβέστης κάθε αγωνιστικού σκιρτήματος.

Το σύντομο κείμενο που υπογράφτηκε περιλαμβάνει 5+1 σημεία συμφωνίας. Το πρώτο κάνει αναφορά στο κείμενο αρχών που υπέγραψαν οι ευρωπαϊκές οργανώσεις «κοινωνικών εταίρων» με την Κομισιόν την 27/6/2016, το οποίο θεωρείται ότι περιγράφει το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», που δηλώνεται ότι αποτελεί «ταυτότητα της Ευρώπης» και ότι αποτυπώνει τις μόνες αποδεκτές «βέλτιστες πρακτικές». Εκείνο το κείμενο στην πραγματικότητα περιορίζεται στη μεγαλύτερη εμπλοκή των λεγόμενων «κοινωνικών εταίρων» (τις εργοδοτικές ενώσεις και τις ανώτατες συνδικαλιστικές ηγεσίες) στον επίσημο κοινωνικό διάλογο και τη διαμόρφωση πολιτικής σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, ενώ δεν κάνει καμιά αναφορά στο περιεχόμενο αυτής της πολιτικής. Θέτει δηλαδή με έμφαση την ανάγκη να ντυθούν οι αντεργατικές πολιτικές σε όλες τις χώρες της ΕΕ με δημοκρατικό μανδύα, με σκοπό την υποταγή των εργαζομένων σε αυτές, χωρίς τα προβλήματα (για το σύστημα) που προκαλούν οι μικρές ή μεγάλες αντιστάσεις σε διάφορες χώρες. Εντάσσεται στην κατεύθυνση που έχει χρεωθεί στο Γιουνκέρ με τον τίτλο «Νέα Αρχή για τον Κοινωνικό Διάλογο» από το Μάρτη του 2015 και η οποία παρουσιάζεται, ειδικά από κυβερνητικά στελέχη, ως απόδειξη μιας υποτιθέμενης αλλαγής πλεύσης στην ΕΕ. Αυτό λοιπόν που θέτει το πρώτο σημείο συμφωνίας είναι η θεσμική επαναφορά του κακόφημου «κοινωνικού διαλόγου», ενώ αναπαράγει όλες τις -διαλυτικές για τη συνείδηση της εργατικής τάξης και του λαού- απάτες γύρω από την ΕΕ και την «πολιτισμένη» Ευρώπη «των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων».
Το δεύτερο σημείο συμφωνίας επιβεβαιώνει δύο προηγούμενες συμφωνίες ΓΣΕΕ-ΣΕΒ υπό το συντονισμό της ΔΟΕ. Η πρώτη συμφωνία είχε προκύψει στη Γενεύη το Σεπτέμβρη του 2014 και υποτίθεται πως είχε καταλήξει ότι δεν υπάρχει λόγος τροποποίησης της νομοθεσίας για ομαδικές απολύσεις, ανταπεργία (λοκ άουτ) και συνδικαλιστική δράση, καθώς κρίθηκε ότι εναρμονίζεται με τα κοινοτικά και διεθνή πρότυπα. Για τις ομαδικές απολύσεις όμως, είχε καταγραφεί και από το ΣΕΒ και από τη ΓΣΕΕ η κατεύθυνση ενίσχυσης της δικαιοδοσίας του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ), ο ρόλος του οποίου είχε ήδη αναβαθμιστεί με τότε πρόσφατη ρύθμιση που αφαιρούσε από τον εκάστοτε υπουργό Εργασίας το «βάρος» της έγκρισης ομαδικών απολύσεων πέρα από το όριο του 5%. Είχε επίσης καταγραφεί και η λογική του ΣΕΒ για μεγαλύτερη ελευθερία απολύσεων όταν μια επιχείρηση εμφανίζεται «προβληματική» και η υποταγή της ΓΣΕΕ σε αυτή τη λογική, καθώς το σχόλιό της περιορίστηκε στο «δικαίωμα» των εργαζομένων για ενημέρωση και διαβούλευση. Για τη συνδικαλιστική δράση, η ΓΣΕΕ είχε χαρακτηρίσει «εμβληματικό» το νόμο 1264/1982, ο ΣΕΒ είχε ζητήσει «βελτιώσεις» για την αντιμετώπιση «στρεβλώσεών» του, ενώ κι οι δύο είχαν συμφωνήσει ότι η απρόσκοπτη απόδοση των εισφορών των εργαζομένων στα συνδικάτα είναι «πρωταρχικής σημασίας». Στην ουσία της, εκείνη η πρώτη συμφωνία είχε ανοίξει, αφ’ ενός, τη συζήτηση για ουσιαστική εφαρμογή της έγκρισης ομαδικών απολύσεων χωρίς πολιτικό κόστος στην εκάστοτε κυβέρνηση και ειδικά σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων και, αφ’ ετέρου, την αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου, διατηρώντας όμως την υπόσταση και το θεσμικό ρόλο των εργατοπατέρων στο πλευρό της εργοδοσίας γενικά και ειδικά. Η δεύτερη προηγούμενη συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ είχε ολοκληρωθεί το Νοέμβρη του 2015 στο Ζάππειο και αφορούσε τις ΣΣΕ, εστιάζοντας στη συρροή, δηλαδή την υπερίσχυση των κλαδικών έναντι των επιχειρησιακών όταν οι πρώτες έχουν καλύτερους όρους για τους εργαζόμενους. Στο κείμενο της συμφωνίας αποτυπωνόταν η σχεδόν εξαφάνιση των κλαδικών συμβάσεων μόλις έχασαν τη θεσμική τους αναγνώριση ως υποχρεωτικές και προτεινόταν η επαναφορά τους, σε μια φάση που και οι εργοδοτικές ενώσεις έκλειναν το μάτι στην κυβέρνηση, αφού είχαν διασφαλίσει ότι δεν υπήρχε διάθεση τέτοιας ρύθμισης. Παρά, λοιπόν, τις «δεσμεύσεις», ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Θ. Φέσσας, έχει την άνεση να εκφράζει σε συνέντευξή του στις 14/7/2016 την επιθυμία του ΣΕΒ να συνεχίσουν να υπερισχύουν οι επιχειρησιακές συμβάσεις.
Στο τρίτο σημείο οι υπογράφοντες δηλώνουν ότι «δεν υφίσταται θέμα μείωσης του κατώτατου μισθού ή κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού», ενώ στο τέταρτο σημείο συμφωνούν στον ορισμό του κατώτατου μισθού στο πλαίσιο της ΕΓΣΣΕ μέσω κοινωνικού διαλόγου. Αυτό το ζήτημα, της κατάργησης του ορισμού του κατώτατου μισθού από το κράτος, είναι που ορίζει ως «κεντρικό σημείο της διαπραγματευτικής τακτικής» του ο υπουργός. Αν αυτή η κατεύθυνση επιτρέπει στην κυβέρνηση να εμφανίζεται προοδευτική, από την άλλη, της επιτρέπει να ξεφύγει από τις αρχικές της εξαγγελίες για αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ δεν δεσμεύεται σχετικά με τις υπόλοιπες απαιτήσεις των «δανειστών» για τα εργασιακά. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο για τον τελικό υπολογισμό του κατώτατου μισθού, αφού πέρα από τη μείωσή του καθ’ αυτή έχει τεθεί ζήτημα κατάργησης των τριετιών, ενώ μετέωρο από το νόμο 4093/2012 είναι το επίδομα γάμου (ύψους 10%), το οποίο υποχρεώνονται να καταβάλλουν μόνο οι εργοδότες που είναι μέλη εργοδοτικών ενώσεων, γεγονός που έχει οδηγήσει από τότε σε μαζικές αποχωρήσεις από τις ενώσεις αυτές και έναν αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των εργοδοτών. Αν λάβουμε υπ’ όψη και ποιος πραγματικά ορίζει ποιο θέμα «υφίσταται» και ποιο όχι, γίνεται καθαρό ότι τίποτα δεν μπορούν να θεωρούν οι εργαζόμενοι διασφαλισμένο, πέρα από αυτά που θα μπορέσουν να κατακτήσουν με τον αγώνα τους.
Το πέμπτο σημείο αφορά τη συνδικαλιστική δράση και ειδικότερα τη συμφωνία για τον «εκσυγχρονισμό» του νόμου 1264/1982. Η ορολογία εκφράζει τον πόθο του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου για νομοθετικό πλαίσιο που θα αντιστοιχεί στο βαριά αρνητικό συσχετισμό που έχει διαμορφωθεί. Αν η διατύπωση περί «μη αμφισβήτησης του δικαιώματος στην απεργία και της συνταγματικής προστασίας της συνδικαλιστικής δράσης» δίνει το απαραίτητο άλλοθι στη ΓΣΕΕ, η πλευρά της εργοδοσίας έχει ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της. Ο Φέσσας, σε ομιλία του στη Γ.Σ. του ΣΕΒ στις 21/6/2016, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις απεργίες στα «λιμάνια που παραλύουν», ενώ στη συνέντευξή του που αναφέρθηκε μίλησε για «υπερβολική προστασία των συνδικαλιστών», για ζητήματα καταβολής της αμοιβής τους από τον εργοδότη και για θέματα αντιπροσωπευτικότητας. Παράλληλα, έβαλε και το ζήτημα της διαιτησίας, καθώς η απαγόρευση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ, που επιβλήθηκε με μνημονιακή διάταξη το 2012, κρίθηκε αντισυνταγματική από το ΣτΕ το 2014. Παρά το γεγονός ότι αυτή η απόφαση σε τίποτα δεν άλλαξε τους όρους δουλειάς και αμοιβής για καμία ομάδα εργαζομένων, ο ΣΕΒ θα ήθελε να διασφαλιστεί απέναντι και στο ενδεχόμενο ο γενικός συσχετισμός να είναι σε κάποια στιγμή τέτοιος που να αναγκάσει τον ΟΜΕΔ να πάρει απόφαση υπέρ μιας μερίδας εργαζομένων. Για τη ΓΣΕΕ, το βασικό παραμένει η αναπαραγωγή του θεσμικού της ρόλου και σε καμία περίπτωση δεν ασχολείται με τα προβλήματα της συνδικαλιστικής δράσης στο χώρο δουλειάς, στο πρωτοβάθμιο δηλαδή επίπεδο, που είναι και ο κύριος στόχος της εργοδοσίας.
Το τελευταίο σημείο της συμφωνίας αποκαλύπτει τα όρια που αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι οι υπογράφοντες «κοινωνικοί εταίροι» ότι μπορεί να έχει η παρέμβασή τους. Σε αυτό προτείνουν τη διεξαγωγή τριμερούς «ειλικρινούς κοινωνικού διαλόγου» σχετικά με τη διαπραγμάτευση, σε τρία στάδια: αρχικά με την επιτροπή εμπειρογνωμόνων (η οποία να σημειωθεί ότι συνεδριάζει κανονικά και σχεδιάζει να παραδώσει την έκθεσή της στα τέλη Αυγούστου), στη συνέχεια με την κυβέρνηση και τους «θεσμούς» πάνω στις αρχικές τους προτάσεις και στο τέλος με την ίδια σύνθεση αλλά με βάση τις τελικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Σε κάθε τέτοιο στάδιο, ο ρόλος που διεκδικούν είναι η δυνατότητα έκθεσης των απόψεων και των σχολίων κάθε «κοινωνικού εταίρου».
Οι παραπάνω εξελίξεις είναι πολύ αρνητικές για τους εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν όταν η συνδικαλιστική «τους» ηγεσία δημιουργεί «μέτωπο» με την εργοδοσία και την κυβέρνηση. Οι αλλαγές που προωθούνται στα εργασιακά έχουν στρατηγική σημασία για το κεφάλαιο και γι’ αυτό το λόγο προωθούνται με αποφασιστικότητα. Σε αυτή τους την προσπάθεια, οι δυνάμεις του συστήματος αξιοποιούν μια σειρά ιδεολογημάτων που βρίσκουν έδαφος στην αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης και τη βαθαίνουν περισσότερο. Από διάφορες μεριές (βλ. για παράδειγμα την τελευταία έκθεση του γραφείου προϋπολογισμού της βουλής) γίνεται προσπάθεια να συνδεθούν με την «ανάπτυξη», την «προσέλκυση ξένων επενδύσεων» και τη «δημιουργία θέσεων εργασίας», με σκοπό την άμβλυνση των αντιστάσεων των εργαζομένων και την υποταγή τους στην πολιτική που τους καταστρέφει. Η ΕΕ εξωραΐζεται, με τον Κατρούγκαλο να διαχωρίζει το ΔΝΤ ως «ακραίο παίχτη» και την ΕΕ να παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των εργασιακών δικαιωμάτων. Η κυβέρνηση κάνει λόγο για «κοινωνικό μέτωπο με εθνικά χαρακτηριστικά» και όλοι επαναλαμβάνουν σε βαθμό αηδίας τον όρο «κοινωνικοί εταίροι», κρύβοντας το χωρισμό και της ελληνικής κοινωνίας σε τάξεις με αγεφύρωτες αντιθέσεις και προσπαθώντας να οδηγήσουν τους εργαζόμενους στην αποδοχή της θυσίας τους για το «γενικό καλό», το συμφέρον δηλαδή των ιμπεριαλιστών και της εξαρτημένης από αυτούς άρχουσας τάξης της χώρας. Η απάτη της «σκληρής διαπραγμάτευσης» της κυβέρνησης, με «όπλο» τη συναίνεση των εργοδοτών και της ξεπουλημένης συνδικαλιστικής ηγεσίας που εμφανίζονται ως εκπρόσωποι του λαού (!), επανέρχεται για να συσκοτίσει ακόμα περισσότερο τους πραγματικούς όρους που πρέπει να χτίσουν οι εργαζόμενοι και ο λαός για να αντιμετωπίσουν τη νέα επίθεση.
Σε αυτή τη βαθιά αντιδραστική ιδεολογική πλευρά της επίθεσης, η συνδικαλιστική ηγεσία στο σύνολό της βρίσκεται με τη μεριά του αντιπάλου και προωθεί με τη σειρά της τις ίδιες αντιλήψεις. Την επαναφορά του «κοινωνικού διαλόγου», την προσφυγή σε νομικά, συνταγματικά και κοινοβουλευτικά υποτιθέμενα εργαλεία που σπέρνουν αυταπάτες για το ρόλο του κράτους και των μηχανισμών του, τη λογική της ανάθεσης της υπεράσπισης των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους «έμπειρους» εργατοπατέρες που «ξέρουν να διαβουλεύονται» με την κυβέρνηση, με τους «θεσμούς», με την εργοδοσία και πάει λέγοντας. Στην πραγματικότητα, να διαβουλεύονται τους όρους της δικής τους επιβίωσης, της δικής τους διατήρησης, της αναγνώρισης από το σύστημα της προσφοράς τους στην εκτόνωση των αγωνιστικών διαθέσεων, την καλλιέργεια της ηττοπάθειας, την απομόνωση των «επικίνδυνων» φωνών, την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης. Οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με όλες αυτές τις πλευρές της επίθεσης και, για να μπορέσουν να δώσουν τη μάχη που απαιτείται, πρέπει να αναμετρηθούν με όλες τις δυνάμεις που τις προωθούν. Ορθώνοντας το δικό τους πραγματικό Μέτωπο Αντίστασης και Πάλης, το μόνο που μπορεί να ανατρέψει τη νέα αντεργατική λαίλαπα.

http://www.kkeml.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: