18 Ιουλ 2016

Το μαύρο τανγκό του αντικομμουνισμού

Για το Νίκο Ζαχαριάδη, για τα θετικά του και τα αρνητικά του, για το τι αντιπροσωπεύει τελικά, έχουμε πει την άποψή μας στο παρελθόν. Όπως και για την ιδιαίτερη ενασχόληση μαζί του (αλλά και για την υποτιθέμενη αποκατάστασή του από το ΚΚΕ) τα τελευταία χρόνια με την έκδοση βιβλίων, "αριστερών" και μη συγγραφέων όπου κατά βάση η προσπάθεια είναι να αποδομηθεί όχι μόνο -ή τόσο- ο ίδιος αλλά ο αγώνας του λαού μας, του κομμουνιστικού κινήματος, του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, του ΔΣΕ, με ιδιαίτερη προτίμηση φυσικά τη δεκαετία του '40 όπου ο λαός μας βρέθηκε πολύ κοντά, μέσα από τη μαζική και ένοπλη πάλη του, στο να πάρει την εξουσία. Εντελώς τυχαία αυτή η ...ενασχόληση με τον Ζαχαριάδη ξεκίνησε με την παράλληλη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ προς τη κυβερνητική εξουσία. Με αφορμή την έκδοση ενός τέτοιου πονήματος στη Κόντρα γράφτηκε το παρακάτω άρθρο, το οποίο, με μια μικρή συμπληρωματική σημείωση (θα τη δείτε), επί της ουσίας έχει δίκιο και καθόλου δε πειράζει η γλώσσα που χρησιμοποιεί, κι ας ενοχλήθηκαν κάποιοι της ...ευγενικής αριστεράς. Η ουσιαστική αντιπαράθεση έχει και τη σκληρή της πλευρά. Το ζήτημα είναι κατά πόσο μπορούν να την αντέξουν κάποιοι, πολύ περισσότερο οι οπαδοί του πλουραλισμού της αριστεράς, και να σταθούν στην ουσία των λεγόμενων και όχι στην επιφάνεια των λέξεων! Γιατί πως να το κάνουμε, για να βγαίνουν κάποιοι κομπλεξικοί μικροαστοί και να παριστάνουν τους τιμητές της Αριστεράς και του Κομμουνιστικού Κινήματος, κάποιοι τους έστρωσαν το έδαφος!

Θα ήταν τραγικό, πραγματικά τραγικό, αν τελικά οι συντελεστές του «Bαμμένα κόκκινα μαλλιά» κατάφερναν να γυρίσουν τηλεοπτικά τον λίβελο που θέλει να λέγεται μυθιστόρημα και ονομάζεται «Κόκκινο τανγκό». Να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι δεν θεωρούμε τίποτε που αρθρώνει πολιτικό λόγο, έστω και ξώφαλτσα, «αθώο». Δεν θεωρούμε ότι μπορεί να υπάρξει τέχνη που να μην είναι στρατευμένη. Ακόμα και αυτοί που θέλουν να το παίξουν ενδιάμεσοι, αντικειμενικοί κλπ, για μας απλά δεν υφίστανται ως τέτοιοι. Αυτά τα επιχειρήματα είναι για αφελείς, ειδικά όταν στο επίκεντρο του οίστρου των συγγραφέων του «Κόκκινου τανγκό» βρίσκεται το κομμουνιστικό κίνημα, οι αγωνιστές του και οι ηγέτες του.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης «τιμήθηκε» για άλλη μια φορά από τις αλεπούδες του «πολιτισμού». Και «τιμήθηκε» όπως τιμάται χρόνια τώρα από την αστική τάξη και τα τσιράκια της. Βαστάζοι αυτής της «τιμητικής» ήταν και συνεχίζουν να είναι οι αριστεροί αναθεωρητές όλων των αποχρώσεων, οι σοσιαλδημοκράτες, οι τροτσκιστές, οι εσωτερικάκηδες και οι απόγονοι των Κυρκομπανιάδων (Α.σ.Γ.: εγώ θα πρόσθετα και τους Κολιγιαννοφλωράκηδες με τους απογόνους τους!). Ισως αυτό είναι και το κοινό που βγήκε ευχαριστημένο από αυτή τη σαχλαμάρα, γιατί έχει γαλουχηθεί ακριβώς με αυτά τα επιχειρήματα υποταγής στην αστική τάξη. Αυτό το κοινό είναι που αγκάλιασε αυτόν τον λίβελο. Δηλαδή οι παντός είδους άσχετοι με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, οι διάφοροι ημιμαθείς γλαστράκηδες του οπορτουνιστικού χώρου - οι αυτοαποκαλούμενοι δημοκράτες, αντισυγκεντρωτικοί, αντικομφορμιστές και πάει μακριά η βαλίτσα…
Το βιβλίο έρχεται να προστεθεί στην προσπάθεια που κάνουν οι αντικομμουνιστικές δυνάμεις του τόπου για να διαστρεβλώσουν πρόσωπα και καταστάσεις. Κεντρικά χτυπιέται οτιδήποτε έχει σχέση με την ένοπλη πάλη του λαού. Το ΚΚΕ και ο ΔΣΕ «τιμούνται» δεκαετίες τώρα από το απέναντι στρατόπεδο και από τους αποστάτες της μεταπολιτευτικής αριστεράς, που η πλειοψηφία της πέρασε σε αστικές θέσεις. Οι συγγραφείς του βιβλίου κατάφεραν να κάνουν μυθιστόρημα ό,τι διακηρύττουν οι μαρατζιδοκαλύβηδες εδώ και χρόνια κουνώντας μας το δάχτυλο. Οπως οι βασιλικοί επίτροποι τότε, έτσι σήμερα οι ιστοριογράφοι και οι φιλολογούντες του αστισμού χτυπάνε με χυδαιότητες την πάλη του λαού. Από κοντά, νέοι σύμμαχοι στέκουν στο πλευρό τους μυθιστοριογράφοι όπως η Μουρλοσώτη, ο πασοκοθρεμμένος Κουτσομύτης και ο δημοτικός σύμβουλος Μαυρουδής -ανίκανος να διαχειριστεί μια αποχέτευση στο Πικέρμι- που ήρθαν να δώσουν τα «φώτα» τους για την αριστερά και την ιστορία της…
Εμείς δεν κάνουμε τους ενδιάμεσους, ξέρουμε με ποιους είμαστε και γιατί. Εμείς προερχόμαστε από τους ηττημένους και οι ζωές μας είναι άμεσα συνυφασμένες με εκείνη την ήττα. Το μέγεθός της μόνο αυτοί που δεν αλλαξοπίστησαν γνωρίζουν, αυτοί που κράτησαν, έσφιξαν τα δόντια, είτε στη πολιτική προσφυγιά είτε στις φυλακές και τα ξερονήσια. Οι υπόλοιποι ας μείνουν να διασκεδάζουν την αστική τάξη με τα πολιτικά τους «θρίλερ» και τα τετριμμένα κλισέ για τον «Αρχηγό» και τα «πρόβατα» που τον ακολουθούσαν…
Το ζήτημα που βαθιά τους «καίει» είναι πώς κατάφερε αυτός ο μικρός λαός να σηκώσει ανάστημα στην αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές. Τους «καίει» που κανένας αστός πολιτικός δεν ήταν λαοφιλής σαν τον Νίκο Ζαχαριάδη. Τους «καίει», ακόμα, η παραλίγο στα δύο κομμένη Ελλάδα. Τους «καίει» που ο στρατός των φτωχών είχε ανώτερα ιδανικά από τον στρατό του Βαν Φλιτ και του μοναρχοφασισμού. Επομένως, για να αναλύσουν τα φτωχά τους μυαλουδάκια όλα αυτά, επειδή δεν μπορούν καν να αγγίξουν τη δύναμη της εξέγερσης που καίει τα πάντα στο διάβα της, αρχίζουν τη μεταφυσική…
Βίαιοι, στρατολογημένοι, μικροί και αμόρφωτοι οι αντάρτες, πράκτορες, μικρόψυχοι, εξουσιολάγνοι, δικτατορίσκοι… «Θα μας κάνανε Αλβανία», «ευτυχώς που δεν νίκησαν οι κατσαπλιάδες» κλπ. Οσοι έχουν βρεθεί με μαχήτριες και μαχητές του ΔΣΕ ξέρουν ότι υπήρξαν ο ανθός της ελληνικής νεολαίας, των εργαζομένων, των επιστημόνων και της αγροτιάς. Ανθρωποι που υπηρέτησαν τη σοσιαλιστική επανάσταση στη χώρα, άνθρωποι του μόχθου, με ιδανικά που για πάντα θα φοβίζουν τους αστούς και τα τσιράκια τους.
Το βιβλίο είναι γεμάτο λάσπη και χυδαιότητα, ειδικότερα ως προς τη ματιά των στελεχών στις γυναίκες, και επειδή οι συγγραφείς έχουν βαθιά μικροαστικά συμπλέγματα στον τρόπο που βλέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις, είχαν την ψευδαίσθηση ότι έτσι αντιλαμβάνονταν τα ζητήματα και οι επαναστάτες κομμουνιστές. Ανθρωποι που ήταν σε ανοιχτή ρήξη με τον αστισμό και την οπισθοδρόμηση. «Θρίλερ» γίνεται το βιβλίο για κάθε κομμουνιστή και προοδευτικό άνθρωπο με αυτά που γράφονται εκεί. Η ασχετοσύνη τους είναι ολοφάνερη, όταν μηχανιστικά αντιγράφουν ό,τι πιο καραμπινάτο σε επίπεδο γεγονότων και προσπαθούν να το πλασάρουν ως «κλίμα εποχής». Χωρίς να μπορούν να το κατανοήσουν, προσπαθούν να το παίξουν ξερόλες, και όπως πάντα είναι οι ξερόλες που την πατάνε… Παραθέτοντας μια «πλουραλιστική» κουτσή βιβλιογραφία και για να αποδείξουν ότι αυτά που γράφουν είναι τεκμηριωμένα, παραθέτουν στο τέλος αποσπάσματα-ντοκουμέντα…
Το κομμουνιστικό κίνημα όμως δεν μπορεί να κατανοηθεί από αντιδραστικά μικροαστικά στοιχεία, γιατί η ματιά τους είναι εξαρχής αρνητική στην πάλη των τάξεων και τον προλεταριακό αγώνα. Συνέλεξαν «χτυπητά» και γαργαλιστικά στοιχεία και νόμισαν ότι βρήκαν το μονοπάτι που οδηγεί στην άλλη πλευρά του φεγγαριού… Οτι θα σκιαγραφήσουν με αυτά τα «στοιχεία» το ένοπλο αντάρτικο και τον «αρχηγό» του. Είχαν μεγάλες βλέψεις, το βιβλίο όμως δεν τσούλησε, παρόλο που είχε έρωτες, αρνίσια κεφαλάκια, μίση, πάθη, στριφνές φάτσες, ξύλινο λόγο, δολοπλόκους νάνους, αρχηγίσκους, υπόγεια, λεπίδια και προδοσίες…
Τα «χτυπητά» αυτά στοιχεία που παραθέτουν τα βάζουν στην αφήγηση για να δείξουν πόσο ανώφελα ήταν όλα, πόσο δεν χρειάζονταν όλα αυτά. Θέλει ταλέντο να αποδομήσεις με όρους γυναικοδουλειάς… και νεαρών καλλονών που τους βάζουν χέρι κάτω από το τραπέζι… τον ΔΣΕ, σε σύγκριση με την «επιστημονική» αφήγηση του Νίκου Μαρατζίδη και των φίλων του. Το βιβλίο θίγει και υποτιμά το επαναστατικό κίνημα. Τους ανθρώπους του. Εχει πλάκα, όταν οι συγγραφείς του προσπαθούν να αντιγράψουν στα ζητήματα του σεξουαλικού πάθους στις ανθρώπινες κοινωνίες την πολύ ανώτερη και συμπαθέστατη Λένα Μαντά. Αλλά δεν είναι ικανοί ούτε στην κλειδαρότρυπα της φαντασίας τους να κοιτάξουν για να «περιγράψουν» κάτι έστω δήθεν τολμηρό! Πόσο μάλλον να κυλιστούν πίσω από έναν βράχο του Γράμμου για να μας «ταξιδέψουν» με το οτιδήποτε θεωρούν «τολμηρό».
Φτωχό πλήρως το κείμενο και από άποψη υπαίθρου. Οι ήρωες είναι σαν να διακτινίζονται, οι περιγραφές είναι σαν να γίνονται από το google map. Και αυτό φυσικά δείχνει την προχειρότητα με την οποία πήγαν να στήσουν το «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά 2». Θα ταίριαζε στην αρχή της τηλεοπτικής σειράς του «Κόκκινου τανγκό» (σε περίπτωση που το γύριζαν), την ώρα που θα έπεφταν οι τίτλοι, να ξεκινούσε με τους δύο «επαναστάτες» τραγουδοποιούς που προδόθηκαν στη Βάρκιζα (εδώ γελάνε και οι πέτρες στο Γράμμο…), Πανούση και Αγγελάκα. Θα έδενε ωραία το γλυκό. Θα ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Πλην ίσως του Νταλάρα που είχε εκείνη την αξέχαστη ερμηνεία στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Αλλά θα μπορούσε και ο ραδιοσταθμός «Κόκκινο» να το διαβάζει σε συνέχειες για το κοινό του, που είναι γαλουχημένο με τον αντικομμουνισμό και τη χυδαιότητα, μπας και «περπατήσει» στις πωλήσεις.
Η αντιδραστικότητα του βιβλίου απέτυχε να «προβληματίσει» όσους ξέρουν γιατί και εναντίον ποιων παλεύουν. Απέτυχε. Και για αυτό, ξεκινώντας με την τραγικότητά του, κλείσαμε με την κωμικότητά του. Το βιβλίο πέτυχε στο να περάσει ως μετάλλαξη στα ήδη λασποειδή σκουπίδια της αστικής ιστοριογραφίας και της παραλογοτεχνίας και να δείξει για άλλη μια φορά το επίπεδο των απογόνων και απολογητών του αστισμού.

Υγ1. Τις ομιλίες από τη βιβλιοπαρουσίαση του «επιτυχημένου» πολιτικού Βενιζέλου και του… «έλληνα Ντοστογιέβσκι» Τατσόπουλου από τον «ναό» του πολιτισμού Ιανό μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει στις εξής διαδικτυακές διευθύνσεις: https://www.youtube.com/watch?v=c0kx8_fIZp4 και https://www.youtube.com/watch?v=VQQJa-d1AuY

Υγ2. Ειδικότερα ο δεύτερος δίνει ρέστα στην κοτσάνα γύρω από τα ζητήματα του ΚΚΕ κλπ. Είμαστε σίγουροι ότι θα τον ζήλεψε ο γιος της Ελλης Παππά.

Υγ3. Επιτέλους, αυτό το βιβλίο συναγωνίζεται επάξια το «μοναδικό» στο είδος της αντιζαχαριαδολογίας και του αντικομμουνισμού, που δεν είναι άλλο από αυτό που έγραψε η οικογένεια Γερμανού με τίτλο: Το αντικείμενο (Νίκος Ζαχαριάδης). Λόγω θανάτου του Φρέντυ Γερμανού, το βιβλίο το συνέχισε και το ολοκλήρωσε η κόρη του Ναταλία Γερμανού! Πάλη γιγάντων για το λογοτεχνικό στερέωμα…

Λέσχη φίλων
2ης Ολομέλειας


http://www.eksegersi.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: