23 Μαΐ 2016

Ο ρεφορμισμός σαν επαναστατική πράξη

Μετά τη μνημονιακή θηλιά και την ψήφιση της αντιασφαλιστικής-φοροληστρικής «κρεμάλας» από την κυβέρνηση των «γρήγορων υποκλίσεων», επανήλθε προς ψήφιση στη βουλή και ο περίφημος μνημονιακός «κόφτης», ο γνωστός, επί σαμαροβενιζελικής διακυβέρνησης και μητσοτακικής διοίκησης, προληπτικός «χειρουργικός» μηχανισμός αυτόματης περικοπής όλων των δημόσιων δαπανών σε περίπτωση αποκλίσεων, που οδηγεί με βεβαιότητα στο… χειρουργείο.
Με προεδρικά διατάγματα θα εφαρμόζει και ο ΣΥΡΙΖΑ τα μνημόνια, θα περικόπτει μισθούς, συντάξεις και όσα δικαιώματα έχουν απομείνει, χωρίς να… μας «ταράζει» στη συνταγματική νομιμότητα και τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Γιατί ακόμη και αυτή η ξεφτισμένη αστική δημοκρατία, ακόμη κι αυτό το κοινοβούλιο-θέατρο σκιών των ιμπεριαλιστών και των κεφαλαιοκρατών, δεν αρκούν για να περάσουν γρήγορα και απρόσκοπτα τα αντιδραστικά διατάγματα και να αποτρέψουν τις όποιες λαϊκές αντιδράσεις και συγκρούσεις. Αντιδράσεις και συγκρούσεις που συνταράσσουν π.χ. τη Γαλλία, οδηγώντας τον… συριζαίο Ολάντ να επιβάλλει επίσης με προεδρικά διατάγματα τον εργασιακό μεσαίωνα.
Όλοι βέβαια εξοργιζόμαστε (και με το δίκιο μας) με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που με περισσό θράσος και αυταρέσκεια, θεωρεί ότι εξουδετέρωσε τις λαϊκές αντιδράσεις γιατί εφαρμόζει ένα «φιλολαϊκό μνημόνιο»(!). Όλοι εξοργιζόμαστε με μια αντιπολίτευση (αξιωματική και μη) που παριστάνει τον «τουρίστα», μια «ομάδα εθελοντών» που κατέφτασε πρόσφατα σε μια ρημαγμένη χώρα. Για να μην αναφερθούμε στα διάφορα ανδρείκελα του κεφαλαίου, που αξιοποιούν τη βαρβαρότητα των «δανειστών» για να επιβάλλουν τη δική τους βαρβαρότητα.
Ωστόσο, όλα όσα αντιδραστικά και απολύτως εχθρικά προς το λαό συμβαίνουν, αλλά κυρίως η ευκολία με την οποία συμβαίνουν, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, «δείχνουν» προς την μεριά όσων μιλούν στο όνομα της υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Δείχνουν κυρίως προς τη μεριά του ρεύματος που κυριαρχεί στο εργατολαϊκό κίνημα, που πάρα τις όποιες αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές αναφορές, τις καταγγελίες που εκτοξεύει δεξιά και αριστερά για οπορτουνισμό και ρεφορμισμό, διατηρεί για τον εαυτό του τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού που δήθεν καταγγέλλει.
Είναι φανερό σε όλους ότι οι «επιτυχίες» του συστήματος δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν, τουλάχιστον στο βαθμό και με τη σφοδρότητα που τις ζούμε τώρα, αν στις προηγούμενες μάχες που δόθηκαν, όπως δόθηκαν, δεν γινόταν διαρκώς πράξη αυτό το ηχηρό σάλπισμα της ηττοπάθειας και της υποχώρησης που, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίζει τον ρεφορμισμό. Αν αυτές οι μάχες δεν αντιμετωπίζονταν σαν «δεδουλευμένα» που πρέπει να εξαργυρωθούν είτε στις εκλογές, είτε στην «κορυφαία μάχη» του «ΟΧΙ» (που βέβαια έγινε «ΝΑΙ»).
Αλήθεια, από πότε «σεσημασμένοι επαναστάτες» θεωρούν τις εκλογικές διαδικασίες «κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης»; Η εξίσου κορυφαία ρεφορμιστική απάντηση τα βάζει με τον λαό ή το κίνημα, που «δεν μπορεί», που έχει «χαμηλή ταξική συνείδηση», με τις συνθήκες που «δεν έχουν ακόμη ωριμάσει». Το πρόβλημα όμως δεν είναι ψυχολογικό και η διάθεση που μπορεί να έχει ο καθένας. Είναι η «διάθεση» του ρεφορμισμού, στις διάφορες εκδοχές του, τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου θα επιχειρήσουμε να καταμετρήσουμε. Κι ο κατάλογος παραμένει βέβαια ανοιχτός, για όποιον θέλει να συμπληρώσει.
Δύο σύντομα παραδείγματα στην αρχή: «Μπορούμε, συνάδελφοι;». Αυτή ήταν η μόνιμη επωδός του ΠΑΜΕ στην μεγάλη απεργία των καθηγητών, που εν είδει «εταιρίας δημοσκοπήσεων» και όχι πολιτικοσυνδικαλιστικής παράταξης, καλούσε τον κόσμο να «δώσει γραμμή»! Κι όταν ο κόσμος αποφάσισε ότι «μπορεί», ακόμη και με επιστράτευση, τότε, είτε υπονόμευε κλιμακώνοντας με… αποκλιμάκωση (24-48ωρες απεργίες), είτε περνούσε σε ανοιχτή επίθεση ενάντια στους «καθηγητές που εκβιάζουν την κυβέρνηση» (ΚΚΕ-Σοφιανός). Όσο για τις άλλες πτέρυγες του ρεφορμισμού, πιο πονηροί και ξεδιάντροποι, αρκέστηκαν στο λευκό ή την καταψήφιση των απεργιακών κινητοποιήσεων στις ομοσπονδίες, αφού δεν υπήρχαν «όροι και προϋποθέσεις». Στις αγροτικές κινητοποιήσεις, αυτή η τακτική «κλιμάκωσης», με οπισθοχώρηση και παρακαταθήκες, γιορτάστηκε με τσίπουρο (κι ας αποδείξουν ότι δεν ήταν… παραγωγής εκ του ΠΕΡΙΣΣΟΥ), που όπως και να το κάνουμε έχει και τον συμβολισμό του. Αλλά από τέτοια βρίθει η ιστορία του ρεφορμισμού.
Με «αριστερή, μαρξίζουσα ή μαρξιστικο-λενινιστική» ανάλυση και επιχειρηματολογία που καμώνεται ότι κατέχει την τέχνη της «υψηλής πολιτικής», τάχα απαλλαγμένη από τη «μικροαστική ανυπομονησία», που δήθεν λαμβάνει υπόψη της τους πράγματι δυσμενείς συσχετισμούς, καταστρώνει διαρκώς μελλοντικά σχέδια ανατροπής και αντεπίθεσης. Όποιο κι αν είναι το είδος του ρεφορμισμού (σοσιαλδημοκρατικής, ριζοσπαστικής, αναρχικής ή κομμουνιστικής προέλευσης), όποια κι αν είναι η ανάλυση και επιχειρηματολογία, περιλαμβάνει πάντα κάποια βασικά χαρακτηριστικά που δικαιολογούν… τον εαυτό του.
Πρώτο, παλεύει πάντα με τα κύματα όταν η θάλασσα είναι «λάδι», ενώ στη τρικυμία εγκαταλείπει το καράβι. Σε περιόδους κινηματική νηνεμίας, «ταξικός αναβρασμός» σε αφθονία, που διεκδικεί να «μην τολμήσει η κυβέρνηση να κατεβάσει μέτρα» ή αν κατεβάσει, προειδοποιεί ότι αυτά «θα μείνουν στα χαρτιά». Αφού, οσονούπω, θα έρθει η εργατική κυβέρνηση και η λαϊκή εξουσία που βρίσκονται φραστικά στην ημερήσια διάταξη. Αντίθετα, σε περιόδους κινηματικής «φουρτούνας» ανακαλύπτονται «μαρξιστικά και λενινιστικά» κολλήματα και ελλείψεις. Τότε απουσιάζει η «ταξική συνείδηση», όπως απουσιάζει και το «επαναστατικό υποκείμενο-κόμμα» που πρέπει πρώτα να γίνει ισχυρό για να παλέψει, κι όχι να παλέψει για να γίνει ισχυρό. Τότε θα γίνουν όλα, και μάλιστα χωρίς να σπάσει τζάμι! Ο ρεφορμισμός «θέλει, αλλά ο κόσμος δεν μπορεί και οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν». Εδώ πάει περίπατο ο καθοδηγητικός ρόλος του κόμματος και οι «στρατηγοί χωρίς στρατό» αποχωρούν μόλις εμφανιστεί ο «στρατός τους».
Δεύτερο, η υπόκλιση στην αστική δημοκρατία, τον κοινοβουλευτισμό, την αστική νομιμότητα. Το «δεν θα σπάσει τζάμι», «φέρτε (ποιοι;) πίσω τα κλεμμένα», «την κρίση να πληρώσει η κεφαλαιοκρατία» και άλλες… δικολαβίστικες απαιτήσεις δεν γίνονται από «ταμπεραμέντο». Πιστοποιούν μια δράση στα όρια του Συντάγματος αλλά και την υποταγή στη ριζωμένη πεποίθηση που κυριαρχεί περί «έντιμης διακυβέρνησης». Ανεξάρτητα από διακηρύξεις, ο ρεφορμισμός θέλει συνδικαλισμό αναγνωρισμένο από το κράτος (εκλογές με δικαστικούς κλητήρες και με όσα ορίζει ο νόμος), θέλει δικαιοσύνη εδώ και τώρα, να τιμωρηθούν οι ένοχοι καπιταλιστές στον καπιταλισμό. Προφανώς, γιατί δεν έχουν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες για κάτι παραπάνω. Που θα ωριμάσουν όταν… με νόμο απαγορευτούν οι απαιτήσεις. Έως τότε οι αστικοί θεσμοί και μηχανισμοί που υπόκεινται στο
γενικό εκλογικό δικαίωμα θεωρούνται «αδύναμοι κρίκοι». Οι υιοθέτηση αστικών τακτικών, αντιλήψεων και συμπεριφορών δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στην εσωτερική λειτουργία του ρεφορμισμού με τον παραγοντισμό, τις «διασημότητες», την υψηλή καθοδήγηση.
Τρίτο, ο δογματισμός, που ντύνεται με τον μανδύα του επιστημονισμού. Αυτός ο δογματισμός-επιστημονισμός μπορεί να βλέπει καθαρά και με κάθε λεπτομέρεια το μέλλον αλλά αδυνατεί να δράσει στο παρόν.
Τέταρτο, ο σεχταρισμός και η συνακόλουθη αυταρέσκεια και ο «επαναστατικός ναρκισσισμός». Δεν υπάρχει πιο αυθεντικός «φίλος του λαού, πρωτοπόρος, επαναστάτης» απ’ τον ρεφορμιστή. Κι ας σέρνεται διαρκώς στην ουρά των γεγονότων, πίσω από κάθε εκλογική διαδικασία που σκαρφίζεται η αστική τάξη. Γι’ αυτό ξέρουν μονάχα να «επιβεβαιώνουν», να «προειδοποιούν» και να «διδάσκουν» τις μάζες, αλλά ποτέ να επιβεβαιώνονται και να διδάσκονται από αυτές.
Η πολύχρονη κυριαρχία του ρεφορμισμού έχει δημιουργήσει καθεστώς. Ούτε εδώ όμως αρκεί να οργιζόμαστε. Γιατί θέλει μεγάλη προσπάθεια ώστε να γίνει «κυρίαρχη αντίληψη» η αντίληψη αυτών που δεν κυριαρχούν.

Προλεταριακή Σημαία

Δεν υπάρχουν σχόλια: