8 Απρ 2016

Βασίλης Τσιράκης: «Τα Χρόνια Ανάμεσα»

Προδημοσίευση του βιβλίου «Τα Χρόνια Ανάμεσα» του Βασίλη Τσιράκη που θα κυκλοφορήσει την Δευτέρα 11 Απριλίου από τις Εκδόσεις Τόπος


Γράφει ο Αντώνης Ν. Φράγκος - Λογοτεχνία + Ποίηση - 06/04/2016 - Το Περιοδικό

Ο Βασίλης Τσιράκης ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη. Έχει πλούσια αρθογραφία σε θέματα σχετικά με τον πολιτισμό. Η εργογραφία του περιλαμβάνει τρία μυθιστορήματα, ένα από τα οποία είναι και το «Σελανίκ» – πρώτο μέρος τις τριλογίας για την ιστορία της συμπρωτεύουσας στον 20ο αιώνα – επίσης, δυο ταινίες μικρού μήκους και ένα θεατρικό. «Τα Χρόνια Ανάμεσα» αποτελούν το δεύτερο μέρος καθώς ξεκινούν από τον ερχομό των προσφύγων το 1922 και καταλήγουν στον διωγμό των Εβραίων το 1943. Ένα ιστορικό πανόραμα με συγκλονιστικά γεγονότα, με την κρίση του ’29- ’30, την ανταλλαγή πληθυσμών, τον Μάη του ’36, τον εμπρησμό του Κάμπελ έως τα τραίνα της επιστράτευσης για το Άουσβιτς και από εκεί στο μεσοπολεμικό Βερολίνο, στην Μόσχα των βίαιων καιρών και στην Βαρκελώνη του Εμφύλιου. Οι βασικοί χαρακτήρες εμπλέκονται συνειδητά ή όχι με την κίνηση της ιστορίας και υφίστανται τις όποιες συνέπειες της. Το ρεμπέτικο, η λογοτεχνία – ο Γληνός, ο Καζαντζάκης,ο Χικμέτ και ο Χέμινγουέϊ – και η αριστερά – Πασαλίδης, Ζαχαριάδης - συμπληρώνουν τους αγώνες για την γυναικεία χειραφέτηση και την αλλαγή της κοινωνίας.

«(…) – Τα μεταξωτά βρακιά τη μάραναν.
Η Πολυάνθη κούμπωσε το στηθόδεσμο και ντύθηκε βιαστικά, όχι δεν θα της έκανε τη χάρη να της απαντήσει, να ανοίξει λόγια μαζί της, τα λόγια δεν βγάζουν πουθενά τέτοιες ώρες, τώρα είχε άλλες προτεραιότητες, να κοιτάξει πέντε παιδιά κι έναν άνδρα, ούτε και τις συνήθειές της θα έκοβε, όσες μπορούσε τουλάχιστον και τα μεταξωτά εσώρουχα ήταν μια από αυτές, ήξερε ότι την έβλεπαν, οι σκοροφαγωμένες κουρελούδες και τα τρύπια τσουβάλια έμπαζαν βλέμματα μικρών και μεγάλων, μα δεν την ένοιαζε, όταν λουζόταν στη σκάφη ένιωθε να την τρώνε με τα μάτια τους, κώλος είν’ κι ας φαίνεται, κι ας μη σας κακοφαίνεται, θυμήθηκε τη μάνα της, ας τολμούσαν και στη Σμύρνη να ξεστομίσουν κουβέντες, εδώ βρήκαν και τα κάνουν, αφεντικά και δούλοι, ίδιοι γενήκαμε ούλοι, μα η επιστροφή ήταν θέμα χρόνου και όλα θα έμπαιναν στη θέση τους, υπομονή χρειαζόταν, υπομονή και να κρατήσει τη θέση της, το κακό που τους βρήκε είχε τριτώσει, μα ως εκεί και μη παρέκει, νισάφι πια με τα κακά μαντάτα.

Ο Νικήτας άνοιξε το βήμα του στον χωμάτινο δρόμο που οδηγούσε στο Ντεπό, πίσω του η Καλαμαριά έρημη και μουντή, μια στήλη καπνού λικνιζόταν πάνω από το λοιμοκαθαρτήριο του Μικρού Καραμπουρνού και ένα μαύρο σύννεφο λοξοκοιτούσε απειλητικά προς τους εγγλέζικους συμμαχικούς θαλάμους, στο διάβα του συναντούσε απομεινάρια σιδηροδρομικών γραμμών, λείψανα πυροβόλων, σκασμένα λάστιχα αυτοκινήτων και τσαλακωμένα φτερά αεροπλάνων, προσπερνούσε μισογκρεμισμένα χαρακώματα και κομμένα συρματοπλέγματα, μια οσμή από ψοφίμι έφτασε στα ρουθούνια του, ένα σμήνος κοράκια σκύλευε το άψυχο σώμα ενός αλόγου και μια αγέλη αδέσποτων σκύλων πλησίαζε να διεκδικήσει το μερτικό της, πήρε τα μάτια του, μα το βλέμμα του δεν προχώρησε πέρα από σκουροπράσινα βαλτόνερα, καλαμιώνες και βούρλα, με το μυαλό του μόνο μπορούσε να ξεφύγει, πήρε τα πράγματα με τη σειρά, από την αρχή τους.

Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις εικοσιδυό του Αυγούστου του ’82, την ίδια μέρα με τον καλύτερο παιδικό του φίλο, τον Δημήτρη, τον γιο του Γληνού του κρασέμπορα που είχε την ταβέρνα στην Μπέλα Βίστα, μεγάλωσαν μαζί παίζοντας ξυλίκι στα Γυαλάδικα και τσερνέκια στο Παραλλέλι και στο δημοτικό κάθονταν πάντα στο ίδιο θρανίο, αχώριστοι φίλοι στην εφηβεία τους επισκέπτονταν παρέα τα κακόφημα Χιώτικα και στα δεκαοκτώ τους αποφοίτησαν και οι δύο με άριστα από την Ευαγγελική Σχολή, μετά ο καθένας πήρε τον δρόμο του, ο Νικήτας στο Παρίσι, ο Δημήτρης στην Αθήνα, κάπου άκουσε πως πρόκοψε στα γράμματα, πως έγινε μεγάλος και τρανός.

Με την επιστροφή του από την πόλη του φωτός τον περίμενε η επιχείρηση του πατέρα του, η σαπωνοποιία »Μουράτογλου και Υιός» και η Πολυάνθη, η ομορφότερη ελληνίδα νύφη της Σμύρνης, κόρη του ελαιοπαραγωγού Παρασκευόπουλου, από το λάδι βγαίνει το σαπούνι, έτσι ο Νικήτας έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά στο εργοστάσιο και στο κρεβάτι, διπλασίασε τις πωλήσεις και έσπειρε πέντε παιδιά, οι δύο πρώτες κόρες και εκεί που στην τρίτη εγκυμοσύνη ανέμενε τον διάδοχο, ήρθαν οι δίδυμες, μα ο Νικήτας δεν το έβαλε κάτω, το πέμπτο γεννήθηκε αγόρι, Θεόδωρος, Θεού δώρο, από τότε ούτε θυμάται τα βαφτιστικά των θυγατέρων του, μόνο της πρωτότοκης, Δάφνη, το όνομα της μάνας του.

Κι έπειτα αποβιβάστηκαν τα ελληνικά στρατά, χαρά και περηφάνια, για τον Νικήτα κουμπωμένη, δεν τις πίστευε τις απότομες αλλαγές, τις επαναστάσεις που ξεφύτρωναν η μια μετά την άλλη σαν μόδα τελευταία, αγάλι αγάλι και φασούλι το φασούλι, με επιμονή και υπομονή έλεγε να προχωράς, όταν κατέρρευσε το μέτωπο και έφτασαν οι πρώτοι ρακένδυτοι και πεινασμένοι φαντάροι έδωσε τον οβολόν του, μα όταν κάποιοι από δαύτους τού πρόσφεραν προστασία στο εργοστάσιο για κάμποσες χρυσές λίρες – οι τούρκοι, λέει, θα του το κάψουν – τους κυνήγησε και ενημέρωσε το φρουραρχείο, τζάμπα κόπος, ο μοναδικός που πήρε το μέρος του ένας κουλοχέρης δεκανέας, θεσσαλονικιός.

Μέτρησε με ψυχραιμία τα πράγματα και όταν αυτά αγρίεψαν, πήρε την οικογένεια και τράβηξε για το Μπουντρούμ, οι δυο άμαξες έφτασαν ασφαλείς στην Αλικαρνασσό με συνοδεία πέντε οπλισμένους έφιππους τούρκους, τα καλύτερα παλικάρια του στα χωράφια και τον Παράσχο, τον επιστάτη του στο εργοστάσιο, οι παππούδες έμειναν πίσω, πόσο θα κρατήσει, ένα, δυο, πέντε μήνες, τόσοι και τόσοι πόλεμοι έδιωξαν τους αμάχους από τα σπίτια τους, μα πάντα επέστρεφαν στη γης τους, ήταν θέμα χρόνου, για τα πρώτα έξοδα τράβηξε ρευστό από την τράπεζα και κατέλυσε στο πολυτελέστατο Hotel Αστόρια, με το πρώτο κακό μαντάτο, το γιαγκίνι της Σμύρνης βόλεψε την οικοσκευή του σε έξι μπαούλα με σιδερένιο σκελετό και μοίρασε τις λίρες σε οκτώ δερμάτινα πουγκιά, κρέμασε τα πέντε στον λαιμό των παιδιών και κράτησε από ένα για τον εαυτό του, την Πολυάνθη και τον Παράσχο, ο πιστός επιστάτης του ξαγρυπνούσε στο Κε να προλάβει να δει πρώτος το καράβι να μπαίνει στο λιμάνι, η οικογένεια κοιμόταν με τα ρούχα και τα ποδήματα στο ξενοδοχείο, περιμένοντας το σινιάλο του από στιγμή σε στιγμή.

Το κακό μαντάτο τούς πρόφτασε εν πλω για τη Χίο, κάποιοι σμυρνιοί που επιβιβάστηκαν στη Σάμο ορκίζονταν πως είδαν με τα μάτια τους τους γονείς του κρεμασμένους στην πύλη της σαπωνοποιίας, οι μαντατοφόροι ήταν άνθρωποι αξιοσέβαστοι, μετρούσε ο λόγος τους, δεν είχε νόημα να ελπίζουν στο λάθος, στην παραγνώριση, ο φόβος και η ελπίδα όταν ανταμώσουν φτιάχνουν κακό σύμβουλο, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, μα οι ζωντανοί δίπλα τους έμοιαζαν νεκροί, σε κάθε λιμάνι ο πόνος βάραινε, γινόταν δυσβάστακτος και από τα αμπάρια ξεχείλιζαν ανάκατες κραυγές απελπισίας, σταφιδιασμένα τα χείλη, κόκκινα σαν φλόγες τα μάτια, αυλακωμένα τα πρόσωπα από την αλμύρα, ξηρά τα στόματα δεν μπόραγαν ούτε να φτύσουν, οι αρρώστιες έδιναν κι έπαιρναν και οι επιδημίες καραδοκούσαν και τι ντροπή, εικοσάχρονα παλικάρια έβγαζαν δειλά δειλά τα τσεμπέρια και τα φακιόλια, τα γυναικεία ρούχα τούς στεναχωρούσαν, μα δεν τα αποχωρίζονταν ωσότου πιάσουν στεριά, να σιγουρέψουν τον κίνδυνο.

Μελίχρυσο κουβάρι ο ήλιος κι ο ουρανός αμόλυντος, ούτε ένα συννεφάκι, τι ειρωνεία, όλα άχραντα σαν τα μυστήρια, χωρίς ψεγάδι πάνω τους, μα ο αέρας που ταξίδευε δεν ξεγελιόταν, μύριζε πένθος κι η ατμόσφαιρα βαριά κι ακατάδεκτη, θλιμμένο το κρώξιμο των γλάρων πάνω στα κεφάλια τους σαν ψαλμωδία εξόδιου ακολουθίας και στην πρύμνη τα δελφίνια ακολουθούσαν στοιχημένα, σαν επικήδεια πομπή, ώσπου γιαβάς γιαβάς έφτανε το δείλι και τα χρώματα μαλάκωναν, ένα σούσουρο σερνόταν τότε στο κατάστρωμα, ήταν η ώρα που οι πεθαμένοι ρίχνονταν στη θάλασσα μη και τους δει το φως της μέρας και τα βογκητά γύριζαν σε μοιρολόγια, φτάσαμε στο Τσανταρλί, σε λίγο πιάνουμε Μυτιλήνη, ακούστηκε μια φωνή, Ρόδος, Κως, Σάμος, Χίος, Μυτιλήνη, μπουνάτσα ο καιρός κι ο άνεμος μαΐστρος, μα ανοιχτά του Άι Στράτη σηκώθηκε φουσκονεριά, μολυβής ο ουρανός κι η θάλασσα ανταριασμένη, μέτρα ψηλά τα θυμωμένα κύματα, απομένουν ακόμα Λήμνος, Θάσος, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Βόλος, Πειραιάς, έχει ο Θεός, ο άνεμος γύρισε σορόκος κι ο ουρανός υγρός, έτοιμος να κλάψει, ένα δάκρυ στάλαξε στον ορίζοντα κι ένα αστραποβόλημα τρόμαξε τα γυναικόπαιδα, ο Νικήτας αποφάσισε πως η Σαλονίκη ήταν πιο κοντά στα χνότα τους, εκεί θα στέριωναν προσωρινά.

Το κακό τρίτωσε στα λοιμοκαθαρτήρια του Καραμπουρνού, δεν έπιασαν λιμάνι, τους έβγαλαν στην Καλαμαριά, καραντίνα είπαν, οι λίρες άρχισαν να πιάνουν τόπο, γλίτωσαν το κούρεμα με την ψιλή και τα ρούχα τους δεν μπήκαν στον κλίβανο, μα ούτε λόγος να αποφύγουν την ταπείνωση, τα στραβά μάτια για τα μπάνια, ένεκα ο φόβος της επιδημίας, σήκωναν επιτόπου τυφεκισμό, τους γύμνωσαν και τους πέρασαν από τα λουτρά, άνδρες, γυναίκες ξέχωρα, η Πολυάνθη με τα παιδιά στον προθάλαμο μάζεψε τα πουγκιά σ’ ένα σαλβάρι και κάθισε πάνω του, όταν ήρθε η σειρά της άφησε στο πόστο της τη Δάφνη, μα όταν επέστρεψε, τη βρήκε λιπόθυμη και το σαλβάρι άφαντο, τα πουγκιά είχαν κάνει φτερά.

Ο Νικήτας ξεσήκωσε τον κόσμο με φωνές και απειλές, ο Παράσχος έψαξε έναν έναν τους πρόσφυγες που έβγαιναν από το λοιμοκαθαρτήριο, μα δεν βρήκαν άκρη και όταν κάποτε έφτασε η χωροφυλακή, ήταν πια αργά, τους οδήγησαν στα συμμαχικά, όπου στον μεγάλο πόλεμο στρατωνίζονταν οι εγγλέζοι φαντάροι της Αντάντ, ξύλινα παραπήγματα από χοντρά μαδέρια στηριγμένα σε πασσάλους μπηγμένους στο έδαφος, για να χωρίσουν τους θαλάμους έδεσαν τριχιές από τοίχο σε τοίχο και για μπερντέδες κρέμασαν κουρελούδες και τσουβάλια, σκόρπισαν άχυρο στο σανιδένιο πάτωμα και συμμάζεψαν ό,τι δυνάμεις τούς είχαν απομείνει, μπόρα είναι θα περάσει, ο Θεός μάς δοκιμάζει, έφτασαν τα πρώτα φορτηγά με τις κουραμάνες του Ερυθρού και τα πρώτα κάρα με τρόφιμα και πραμάτειες, όσοι είχαν χρήματα παζάρευαν τα πρώτα αναγκαία, κατσαρόλες, κουβάδες και μαγκάλια, τα στρώματα, τα μιντέρια και οι σοφράδες ήταν πολυτέλεια, η Πολυάνθη αγόρασε και μια μεγάλη τσίγκινη σκάφη, νερό έπαιρναν με τη σειρά άπαξ της ημέρας από τα λοιμοκαθαρτήρια, όταν η οικογένεια μπανιαριζόταν μοσχοβολούσε ο θάλαμος από τα μυρωδικά τους, μέρα με τη μέρα τα πράγματα άρχισαν να μπαίνουν σε σειρά, έραψαν εφημερίδες στα χωρίσματα, έστρωσαν κιλίμια, μοσχομύρισαν οι πρώτες κατσαρόλες, κάπνισαν τα τσακνοτσούκαλα και τα βράδια, δίπλα στο μαγκάλι, τα τυλιγμένα με στεναγμούς λόγια των παραμυθιών τρύπωναν κάτω από τις κουρελούδες, η καραντίνα κρατούσε ακόμα. (…)».


http://www.toperiodiko.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: