18 Απρ 2016

Το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές διαφορές μέχρι σήμερα

*** Η αναδημοσίευση δεν συνιστά απαραίτητα και συμφωνία με όλες τις απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο. Κυρίως ως προς την ιστορική περιγραφή των γεγονότων που αφορούν το κυπριακό και των ελληνοτουρκικών σχέσεων και στο ρόλο των ιμπεριαλιστών, ιδιαίτερα των Αμερικάνων που στη τελική έχουν καθοριστικό λόγο στις εξελίξεις. Εξακολουθούμε να θεωρούμε με λίγα λόγια ότι οι ιμπεριαλιστές αποτελούν τη κύρια απειλή για τους λαούς της περιοχής μας.


Του Γιάννη Πιλαφτσή.

Α. Η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων
Η βραχύβια «σταθερότητα και ανοδική πορεία» του καπιταλισμού με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, δημιούργησε πληθώρα μύθων και ψευδαισθήσεων ως προς τις δυνατότητες μιας μόνιμης καπιταλιστικής ευημερίας.
Η Μεγάλη Κρίση του 1929-1931 που προηγήθηκε του πολέμου, διακηρύχθηκε για πολλές δεκαετίες ως η τελευταία κρίση.
Η εμπλοκή του τότε ανατολικού κόσμου μπορεί να εντοπιστεί με την πτώση του ρυθμού ανάπτυξης από τα μέσα του 1950. Η πτώση αυτή συνδυάστηκε με την ενσωμάτωση του ανατολικού κόσμου στο πρότυπο ανάπτυξης της «Δύσης».
Η «στασιμότητα» στην οικονομία που διακήρυττε ο Γκορμπατσώφ με την περεστρόικα για τη σοβιετική οικονομία και κοινωνία έγκειται σύμφωνα με το ίδιο στην μη αποφασιστική προώθηση των αρχών των μεταρρυθμίσεων Χρουστσώφ και Μπρέζνιεφ.
Η κατάρρευση αυτών των ψευδαισθήσεων για την παγκόσμια οικονομία μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο τοποθετείται προδρομικά το 1965, περίοδο έντασης του πολέμου του Βιετνάμ.
Οι κυρίαρχες μορφές αυτών των ψευδαισθήσεων είναι στενά αλληλένδετες στο ενιαίο σύστημα κοινωνικών σχέσεων που άρχισε να διαμορφώνεται με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Η μεταπολεμική ανάπτυξη που στηρίχθηκε στην «καταναλωτική κοινωνία» και το λεγόμενο «αμερικάνικο όνειρο», αποδεικνύει ότι το διαγραφόμενο μέλλον είναι γεμάτο ρήξεις, συγκρούσεις, πολέμους και επιβολή σκληρών συχνά μέτρων για τους εργαζόμενους (κατάργηση της πλήρους απασχόλησης και του «κράτους πρόνοιας»), αλλά και ανίσχυρα και χρεωκοπημένα κράτη.
Όμως το μοντέλο αυτό των «30 ένδοξων χρόνων» δημιούργησε τους όρους για νέες «ρήξεις» του συστήματος. Η μια φάση διαδέχεται την άλλη όπου η «ύφεση» και «ανάκαμψη» παρουσιάζει τα κλασικά κυκλικά χαρακτηριστικά. Ο πόλεμος ανάμεσα στις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις συνεχίζεται με ανοιχτές ή καλυμμένες μορφές.
Αρχικά, ολοκληρώνονται οι μηχανισμοί αποπειρών «ρύθμισης» σε διεθνές επίπεδο με την δημιουργία του συστήματος Μπρέτον-Γουντς και την εκτόπιση της Μεγάλης Βρετανίας από το ρόλο του ηγεμόνα στη διεθνή οικονομία.
Το 1971 έχουμε από τον Νίξον τη μη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό, γεγονός που σηματοδότησε το τέλος της «διεθνούς νομισματικής σταθερότητας». Το πρώτο και το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ του 1973 και 1979 δεν είναι παρά μία εκδήλωση αυτής της νέας κατάστασης «πτώσης και ανάκαμψης».
Μια νέα οξεία φάση αποτέλεσε το χρηματιστηριακό κραχ του Οκτώβρη του 1988. Ο «αδύνατος κρίκος» της αλυσίδας του διεθνούς χρηματιστικού συστήματος έγινε για τους ίδιους κύκλους το χρηματιστήριο του Τόκιο. Ενώ ο γαλλογερμανικός άξονας δεν είναι ισχυρός όσο παλιά, καθένας ακολουθεί τη δική του πολιτική. Η Γερμανία με πρωτεύουσα τη Βόννη είναι διαφορετική από τη Γερμανία του Βερολίνου, όπου «βαραίνει» όλο και περισσότερο το «εθνικιστικό-διεθνικό».
Η παγκοσμιοποίηση, η αγορά και οι νόμοι της αναδεικνύονται ρυθμιστές της νέας κατάστασης. Κι εδώ αναπτύσσεται όλη η φιλολογία για ανεπάρκεια του μεταπολεμικού κράτους-πρόνοιας. Η ανεπάρκεια όμως βρίσκεται αλλού, στους συστημικούς κινδύνους που δημιουργεί ένα καταδικασμένο πρότυπο που αγωνίζεται να παρουσιαστεί σαν παγκοσμιοποίηση, «κοινωνία των πολιτών», δημοκρατία κλπ. Στην ουσία πρόκειται για το «αόρατο χέρι» της αγοράς, που ρυθμίζει στην πράξη και κυβερνά δεσποτικά όχι μόνο τις οικονομικές ή χρηματικές συναλλαγές, αλλά το σύνολο των ανθρώπινων κοινωνικών δραστηριοτήτων. Η απόλυτη εξαθλίωση, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, το «μοίρασμα της εργασίας» μέσα από την μείωση των ωρών εργασίας με παράλληλη μείωση αποδοχών με στόχο την «καταπολέμηση» της ανεργίας μέσα από την εξάπλωσή της. Αποδεικνύεται ολοένα και πιο καθαρά ότι η νέα ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική, στην αυγή του 21ου αιώνα, είναι το βάθεμα και η συνεχής διεύρυνση της δυαδικής κοινωνίας.

Β. «Το δένδρο θα προτιμούσε την ηρεμία αλλά ο άνεμος αρνιέται να υποχωρήσει»
Οι ελπίδες που γεννήθηκαν με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου γρήγορα αποδείχθηκαν φρούδες. Η ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση πέθανε προτού καν προλάβει να γεννηθεί.
Είμαστε παγιδευμένοι σε μια οπτική συνεχών συγκρούσεων σε περιφερειακή και πλανητική κλίμακα. Με την ΕΕ να υψώνει νέα τείχη ανάμεσα στους λαούς της, οι διανοούμενοι του νεοφιλελευθερισμού αλλά και «αριστεροί» προωθούν την άποψη περί «πολέμου μεταξύ πολιτισμών». Αυτές οι θέσεις του καθηγητή Χάντιγκτον αμφισβητούνται έντονα από πολλούς σαν αντιδραστικές εξαιτίας των απλουστεύσεών τους για την χάραξη των πολιτιστικών συνόρων.
Η αποσταθεροποίηση στην ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί νέο κύκλο εντάσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με αφορμή τις μεταναστευτικές ροές στο Αιγαίο. Η βασική συνισταμένη που διαπερνάει και καθορίζει τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο «συμμάχους» είναι οι γεωπολιτικές και στρατηγικές επιλογές του ΝΑΤΟ και των Μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η ένταση αυτών των σχέσεων είναι αυτή που σε κάθε περίοδο τις καθορίζει.
Ο Μεσοπόλεμος είναι μια περίοδος ελληνοτουρκικής συνεννόησης και συνεργασίας, με συμφωνίες ανάμεσα στον Ελ. Βενιζέλο και τον Κεμάλ Ατατούρκ, που θα διατηρηθεί μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η «ουδετερότητα» της Τουρκίας θα αποδυναμώσει τη θέση της στη διεθνή σκηνή, ενώ υπήρξε μετά τον πόλεμο και εξέγερση των Κούρδων.
Μια ανασκόπηση της ιστορίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων βοηθάει στην κατανόηση της σύγχρονης κατάστασης που διαμορφώνεται στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Γ. Η ανοιχτή πληγή του Κυπριακού
Η συνθήκη της Λωζάννης το 1923 θα προσδιορίσει τα οριστικά σύνορα μεταξύ των δύο χωρών, με την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης, της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου στην Τουρκία. Η Κύπρος είχε παραδοθεί στα χέρια του αγγλικού ιμπεριαλισμού.
Το 1914 με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Κύπρος έγινε «Αποικία του Βρετανικού Στέμματος». Η πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων στο θέμα της Κύπρου μέχρι το 1922 ήταν μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του «μεγαλοϊδεατισμού». Όμως, μετά την μικρασιατική καταστροφή, επέρχονται σοβαρές μεταβολές στην εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους. Χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της αλλαγής είναι η αρνητική στάση του Βενιζέλου απέναντι στην εξέγερση του 1931, όπου κάηκε η ύπατη αρμοστεία των Βρετανών αποικιοκρατών. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου τίθεται τότε εκτός νόμου.
Το 1946, όταν κυπριακή αντιπροσωπεία επισκέπτεται την Αθήνα, η κυβέρνηση ως υπάκουο όργανο του αγγλικού ιμπεριαλισμού ξεπουλάει την κυπριακή υπόθεση, ενώ ο πρωθυπουργός Τσαλδάρης δηλώνει: «Ο κόσμος είναι διηρημένος εις δύο στρατόπεδα, το αγγλοσαξονικό και το σλαβικό. Η Αγγλία είναι φίλη και σύμμαχος. Κάθε απόσπασις εδάφους της βρετανικής αυτοκρατορίας ευνοείται υπό του σλαβικού συνασπισμού».
Το σύνολο του πολιτικού προσωπικού της χώρας οδηγεί το κυπριακό σε ξεπούλημα. Το ΚΚΕ και ο Νίκος Ζαχαριάδης προβάλλουν τη θέση «Ελεύθερη Κύπρος σε μια ελεύθερη Ελλάδα» και 150 Κύπριοι αγωνιστές έρχονται και εκπαιδεύονται στον ΔΣΕ.
Στις 15 Γενάρη 1950 γίνεται δημοψήφισμα, στο οποίο η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων ψηφίζει υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα σε ποσοστό 96%. Το δημοψήφισμα βάζει το Κυπριακό σε μια νέα φάση, γεγονός που αναγκάζει τους Άγγλους αποικιοκράτες να πάρουν όλο και πιο ανελεύθερα μέτρα σε βάρος του κυπριακού λαού. Η αντίθεση την περίοδο αυτή είναι ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και στους Άγγλους ιμπεριαλιστές, ενώ το τουρκικό στοιχείο παραμένει έξω από αυτή την αντιπαράθεση.
Τον Μάρτιο του 1947 το δόγμα Τρούμαν υποκαθιστά την αγγλική βοήθεια. Βάσει αυτού του δόγματος οι ΗΠΑ παρέχουν στην ελληνική κυβέρνηση οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Εγκαθιστούν στον ελλαδικό χώρο αμερικανικές στρατιωτικές και άλλες αποστολές, ενώ πέντε χρόνια αργότερα, το 1952, η Ελλάδα γίνεται χώρα του ΝΑΤΟ και η εξωτερική της πολιτική εντάσσεται στους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις της αμερικανικής πολιτικής.
Οι Αμερικανοί, έχοντας αναλάβει τον έλεγχο της ανατολικής Μεσογείου και αντιμετωπίζοντας ήδη το Μεσανατολικό, θέλουν να αναλάβουν τον έλεγχο της Κύπρου. Ο καλύτερος τρόπος να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι η αποαποικιοποίηση του «νησιού της Αφροδίτης», γεγονός που ενοχλεί τους Άγγλους.
Η διάσταση αυτή άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, όταν η κυβέρνηση της Βρετανίας συγκάλεσε το Σεπτέμβριο του 1955 την τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου, για να εξετάσει «πολιτικά και αμυντικά ζητήματα που επηρεάζουν την Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου». Η βρετανική κυβέρνηση επιδίωκε με τη σύγκληση της Διάσκεψης να προβάλλει την Τουρκία σαν ενδιαφερόμενο μέρος, ακολουθώντας την πάγια τακτική του «διαίρει και βασίλευε», θέτοντας ζήτημα προστασίας των Τουρκοκυπρίων, βάζοντας δηλαδή στο παιχνίδι και την Τουρκία.
Από την άλλη, ο ελληνικός και κυπριακός αστισμός άρχισαν να έχουν διαφορετικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα να ιδρυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία με τη συμφωνία Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959, με την εγγύηση της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας.
Στην Αθήνα, η κυβέρνηση Παπάγου με τις ευλογίες των ΗΠΑ παίρνει πρωτοβουλία για την ίδρυση ένοπλων ομάδων στο νησί. Το αίτημα των Ελληνοκυπρίων για ένωση Κύπρου-Ελλάδας θα οξύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς θα σήμαινε περαιτέρω υποβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στην περιοχή. Την 1η Απριλίου του 1955 ιδρύεται η ΕΟΚΑ με σκοπό να προκληθεί εμφύλιος πόλεμος και να ασκηθεί πίεση στην Αγγλία.
Σε απάντηση της προκλητικής δράσης της ΕΟΚΑ σε βάρος Τουρκοκυπρίων, έχουμε από την τουρκική πλευρά διώξεις σε βάρος της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη το 1955.
Η όξυνση της κυπριακής κρίσης έχει λοιπόν σαν άμεση συνέπεια την εμπλοκή των δύο κρατών και την ενεργοποίηση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Η αντίθεση ανάμεσα στο ελληνικό στοιχείο και την αγγλική αποικιοκρατία όπου εντοπιζόταν αρχικά, μετατοπίζεται σταδιακά σε αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.
Η όξυνση αυτή την περίοδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι κατά κάποιο τρόπο όξυνση των διακοινοτικών αντιθέσεων στην Κύπρο. Ελλάδα και Τουρκία οδηγούνται σε όξυνση των σχέσεών τους σε μια περίοδο όπου η διεθνής συγκυρία δεν συναινούσε σε τέτοιες πολιτικές και στρατηγικές επιλογές.
Η ανοιχτή πλέον παρέμβαση των ΗΠΑ ως δεσπόζουσας δύναμης στόχευε καταρχήν στο ξεπέρασμα της κρίσης και την εξομάλυνση των αντιθέσεων των δύο χωρών, για να διαφυλαχθούν τα γενικότερα συμφέροντά τους στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, να πάψει η Κύπρος να είναι εστία αναταραχής και να αναδιατυπωθούν οι όροι της «ελληνοτουρκικής φιλίας» που είχε πληγεί επικίνδυνα.
Με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου θα ιδρυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Το κυπριακό παύει τυπικά να είναι «εθνικό θέμα», και εντάσσεται πια στα θέματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Το ερμαφρόδιτο κράτος που προέκυψε δεν θα ηρεμήσει καθόλου την κατάσταση, αντίθετα το Κυπριακό μπαίνει σε μια νέα, πιο περίπλοκη περίοδο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, που θα ανακηρυχθεί στις 15 Αυγούστου 1960, θα διαμορφωθεί με τη συμμετοχή στη διοίκηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων με βάση την αναλογία του πληθυσμού. Το 1960 θα εκλεγεί και η κοινή Βουλή των δύο εθνοτήτων με πρόεδρο τον Μακάριο και αντιπρόεδρο τον Φαζίλ Κουτσιούκ. Όμως, η ένταξη της Κύπρου στο κίνημα των Αδέσμευτων χωρών το Σεπτέμβριο του 1961, διαφοροποιεί ουσιαστικά την πολιτική της Κύπρου από αυτήν της Αθήνας.
Η αμερικανοσοβιετική κρίση το 1962 εξαιτίας των σοβιετικών πυραύλων στην Κούβα και η στάση της Αιγύπτου και άλλων αραβικών χωρών προς την ΕΣΣΔ καθιστούν τη νοτιοανατολική Μεσόγειο επίκεντρο σοβαρών πολιτικών εξελίξεων. Η προσχώρηση της Κύπρου στο κίνημα των Αδέσμευτων –που έγινε ενάντια στο πνεύμα των συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου- δημιουργεί δυσαρέσκεια και καχυποψία στους ελλαδικούς και νατοϊκούς κύκλους, γεγονός που επηρεάζει τις σχέσεις του ΝΑΤΟ με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Το 1963 έχουμε μια νέα κορύφωση της κρίσης που διαταράσσει σοβαρά τις σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας. Ο Μακάριος θα θελήσει να τροποποιήσει 13 σημεία του κυπριακού συντάγματος, με συνέπεια οι Τουρκοκύπριοι να αποχωρήσουν από την κοινή Διοίκηση. Και να προκληθεί ένταση και επεισόδια ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Η Τουρκία δεν θα μείνει αδιάφορη και θα βομβαρδίσει την κυπριακή εθνοφρουρά, απειλώντας με απόβαση στην Κύπρο. Η Ελλάδα διαμαρτύρεται και δηλώνει πως τουρκική επέμβαση στην Κύπρο θα σημάνει ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ταυτόχρονα, ο Γεώργιος Παπανδρέου στέλνει μια μεραρχία στην Κύπρο. Η αποστολή στρατού έγινε γρήγορα γνωστή. Η Τουρκία θα ζητήσει τότε έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ και ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού θα απειλήσει με στρατιωτική επέμβαση. Τελικά, η πολεμική σύρραξη θα αποφευχθεί μετά από παρέμβαση των ΗΠΑ, αλλά οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οξύνθηκαν στο έπακρο.
Τον Ιούλιο του 1964 αποστέλλεται η επιστολή Τζόνσον στον Ινονού, με την οποία αποτρέπεται οποιαδήποτε σκέψη για «δυναμική» ανάμειξη της Τουρκίας στην Κύπρο.
Η αμερικανική παρέμβαση στο διάστημα Ιουλίου-Αυγούστου 1964, με το σχέδιο του υπουργού Εξωτερικών Ντην Άτσεσον, αναθέτει τη διαχείριση και την εξομάλυνση της κυπριακής κρίσης στην ελληνική κυβέρνηση, συναινώντας ουσιαστικά στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
Η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει το σχέδιο αυτό με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να πετύχει περαιτέρω βελτίωση, ώστε να γίνει αποδεκτό και από την κυπριακή κυβέρνηση.
Όμως ο Μακάριος θα απορρίψει το «σχέδιο Άτσεσον» με το επιχείρημα ότι προέβλεπε «διπλή ένωση» της Κύπρου. Το Μάιο του 1965 αρχίζουν οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες –ερήμην της Κύπρου- με βάση τις ελληνικές θέσεις για την Ένωση και τα ανταλλάγματα που θα λάμβανε η Τουρκία. Τότε εγείρονται και οι πρώτες τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Οι συνομιλίες που γίνονται δεν αποδίδουν και πολλά πράγματα, λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα.
Με βάση τις σχέσεις εξουσίας που είχαν διαμορφωθεί στην Κύπρο, είχε αναπτυχθεί μία «αυτοτελής» αστική τάξη με διαφορετικά συμφέροντα από τον ελληνικό αστισμό. Τα συμφέροντά της αυτά εναντιώνονταν στην προοπτική της «Ένωσης» και σταδιακά την ακύρωναν, ενώ η διεθνής συγκυρία (Μέση Ανατολή, Κίνημα των Αδέσμευτων, προσέγγιση με την ΕΣΣΔ) της έδινε συγκριτικά πλεονεκτήματα από την αντίστοιχη της Ελλάδας.
Το μπλοκάρισμα της προοπτικής ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα από την πολιτική του Μακάριου είχε σαν αποτέλεσμα να προσανατολιστούν οι ελληνικές κυβερνήσεις στην αναζήτηση λύσης μέσω απευθείας συνεννοήσεων με την Τουρκία.
Τον Μάρτιο του 1966 η ελληνική κυβέρνηση αναθέτει την αρχιστρατηγία όλων των κυπριακών δυνάμεων στον Γρίβα, με στόχο να ελέγξει στρατιωτικά το νησί. Ο Μακάριος απορρίπτει την υπαγωγή της εθνοφρουράς στον Γρίβα και για να αντιπαραταχθεί στην εχθρική στάση της ελληνικής κυβέρνησης παραγγέλνει όπλα από την Τσεχοσλοβακία για τις ανάγκες της κυπριακής αστυνομίας. Το γεγονός αυτό ενέτεινε τη ρήξη Μακάριου-Γρίβα και δημιούργησε προβλήματα ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Η ελληνική κυβέρνηση ερμήνευσε την προμήθεια των όπλων σαν μια προσπάθεια του Μακάριου να δημιουργήσει δική του στρατιωτική δύναμη σε αντιστάθμισμα της Εθνοφρουράς, που ελεγχόταν αποκλειστικά από την Αθήνα.
Τα όπλα, μετά από πιέσεις, παραδίδονται στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Όμως, ουσιαστική εκτόνωση της κρίσης θα υπάρξει μετά το πραξικόπημα του 1967, όταν η Χούντα, πιστή στα κελεύσματα των Αμερικανών, υποχωρεί στις τουρκικές απαιτήσεις και όλα δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο «ελληνοτουρκικής φιλίας», ενώ το κύριο μέλημα της Χούντας είναι η ανατροπή του Μακαρίου.
Το 1967 η σοβιετική παρουσία στη Μεσόγειο συνεχώς αυξάνει και η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Η Κύπρος αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη σημασία για το ΝΑΤΟ. Η ανάγκη επιβολής μιας λύσης που να εξυπηρετεί τα νατοϊκά συμφέροντα γινόταν ολοένα πιο επιτακτική, ιδιαίτερα μετά τον αραβοϊσραηλινό Πόλεμο των Έξι Ημερών.
Η Χούντα προβαίνει σε μια σειρά από ενέργειες που έχουν ως στόχο την ανατροπή του Μακαρίου. Η υπονόμευση του Μακαρίου κινείται αρχικά σε συνωμοτικό επίπεδο με σημείο καμπής την απόπειρα δολοφονίας του το Μάρτιο του 1970. Η αντιπαράθεση προσλαμβάνει στη συνέχεια πολιτικό χαρακτήρα, με την άφιξη στην Κύπρο του Γρίβα και την ανάληψη από αυτόν της ηγεσίας της ΕΟΚΑ-Β΄ το 1971, με την υπόδειξη της Χούντας προς το Μακάριο να παραιτηθεί τον Ιανουάριο του 1972, με την κίνηση των 3 Μητροπολιτών της Κύπρου, που ζητούσαν την παραίτησή του, τον Φλεβάρη του 1972.

Ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, λίγο καιρό πριν την εισβολή στην Κύπρο, είχε μεταβληθεί σοβαρά. Ο σοβιετικός στόλος με την παρουσία του στην Ανατολική Μεσόγειο ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων, ενώ η κατάσταση στη νοτιοανατολική Ασία ήταν ακόμα μια ανοιχτή πληγή για τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και οι ΗΠΑ ήθελαν με κάθε τρόπο να κλείσει το Κυπριακό σύμφωνα με το σχέδιο Άτσεσον, δηλαδή με την διχοτόμηση του νησιού.
Επίσης, δύο σημαντικά γεγονότα είχαν δημιουργήσει νέες καταστάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο:
α. Η Τουρκία αποκτούσε την πρώτη «δημοκρατική» κυβέρνησή της μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971. Όμως, ο νικητής των εκλογών Μπουλέντ Ετζεβίτ δεν καταφέρνει να αποκτήσει μία αυτοδύναμη πλειοψηφία. Η Τουρκία βρισκόταν σε φάση σοβαρής οικονομικής κρίσης και αντιμετώπιζε τεράστια κοινωνικά προβλήματα, γεγονός που έκανε τους πολιτικούς να κατευθύνουν την προσοχή του τουρκικού λαού σε άλλα θέματα –στην προκειμένη περίπτωση στο Κυπριακό.
β. Ο αραβοϊσραηλινός πόλεμος των Έξι Ημερών κατέληξε χωρίς νικητή, γεγονός που έκανε τους Άραβες να συνειδητοποιήσουν τη δύναμή τους και μέσω του πετρελαίου να ασκήσουν πιέσεις. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να αναθεωρήσουν πολλές χώρες τη στάση τους απέναντι στην αραβοϊσραηλινή διένεξη.

Οι παραπάνω εξελίξεις απομάκρυναν τη δυνατότητα ειρηνικής λύσης του Κυπριακού και ο κίνδυνος μιας στρατιωτικής επέμβασης γινόταν από μέρα σε μέρα μεγαλύτερος.
Η Τουρκία, αντιλαμβανόμενη ότι ευνοείται από όλη αυτή την κατάσταση αλλά και από την ελληνοκυπριακή αντιπαράθεση, δεν δείχνει διατεθειμένη να δεχτεί το υπάρχον καθεστώς των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο. Το 1973 η Τουρκία θέτει για πρώτη φορά θέμα Αιγαίου, υφαλοκρηπίδας, εναέριου χώρου κλπ.
Τελικά στις 15 Ιουλίου 1974 γίνεται το πραξικόπημα στην Κύπρο από τον Σαμψών και στις 20 Ιουλίου η τουρκική εισβολή, που πυροδοτούν νέες εντάσεις. Η δυναμική «λύση» του κυπριακού προβλήματος προωθήθηκε σε μια εποχή που η αμερικανική πολιτική περνούσε βαθιά κρίση.

Δ. Η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών διαφορών μετά το 1974
Η μεταπολίτευση βρήκε την Ελλάδα στη χειρότερη κρίση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τα γεγονότα είναι σε γενικές γραμμές γνωστά.
Η Τουρκία επωφελούμενη του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου εισβάλλει στο «νησί της Αφροδίτης» (Ατίλλας I), για να εξαπολύσει στις 13-16 Αυγούστου νέα επίθεση (Ατίλλας II), μετά και την αποτυχία των βραχύβιων διασκέψεων της Γενεύης. Το 40% του κυπριακού εδάφους βρίσκεται κάτω από τουρκική κατοχή με 200.000 πρόσφυγες.
Η πτώση της Χούντας στην Ελλάδα θα σηματοδοτήσει μια νέα εποχή στις σχέσεις των δύο χωρών. Η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή επιχειρεί να βρει «συμμάχους» στην Ευρώπη για να αντικρούσει την τουρκική επίθεση. Το σύνθημα «Ελλάς – Γαλλία, συμμαχία» σηματοδοτεί αυτή την πολιτική τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1974 γίνεται σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την νατοϊκή ανοχή στην τουρκική εισβολή. Μερικούς μήνες μετά, η κυβέρνηση, πιστή στο δόγμα «ανήκουμε στη Δύση», αποφάσισε ότι δεν συνέφερε η απομόνωση από το Δυτικό Κόσμο. Από τότε έχουμε συνεχείς προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να επανέλθει η χώρα στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, που όμως αντικρούονταν λόγω του συστηματικού βέτο της Τουρκίας. Τελικά, με βάση το σχέδιο Ρότζερς, η Ελλάδα θα επανέλθει στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ στις 16 Οκτωβρίου 1980, σε ένα δυσχερέστερο καθεστώς για τις ελληνικές θέσεις.
Στην Κύπρο η τουρκική απαίτηση για μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία θα καταλήξει στις 13 Νοεμβρίου 1983 στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους του Ντενκτάς.
Η Τουρκία όλα αυτά τα χρόνια προβάλλει τη στρατηγική σημασία της ως περιφερειακή δύναμη. Σημαντικό ρόλο σε αυτά έπαιξε ο έλεγχος των Στενών, τα κοινά σύνορα με την ΕΣΣΔ και η γειτνίαση με τις χώρες της Μέσης Ανατολής.
Ο τουρκικός επεκτατισμός εκδηλώνεται αρχικά στην Κύπρο, στη συνέχεια στα 12 μίλια, την υφαλοκρηπίδα και τελευταία, με την «για πρώτη φορά αριστερά» στο θέμα συνδιαχείρισης του Αιγαίου με αφορμή το προσφυγικό. Η μετατροπή του Αιγαίου σε ζώνη ελληνοτουρκικής συνδιαχείρισης και ενδιαφέροντος, με την παρουσία του ΝΑΤΟ και με τα τετελεσμένα που δημιουργεί ο τουρκικός επεκτατισμός αποσκοπεί στην αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάννης του 1923.
Σήμερα, με βάση το προσφυγικό οδηγούμαστε στη συνδιαχείριση του Αιγαίου. Ο αστισμός της χώρας παρουσιάζεται διασπασμένος, αναβλητικός και με σπασμωδικές αντιδράσεις. Οι όποιες προσωρινές «επιτυχίες» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έχουν τελειώσει άδοξα στο Νταβός, με τη διακήρυξη Α. Παπανδρέου και Οζάλ για «μη πόλεμο» ανάμεσα στις δύο χώρες. Η υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στην παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα σχετίζεται με τα σχέδια του ιμπεριαλιστικού διευθυντηρίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τους πολέμους στον Περσικό Κόλπο, στο Ιράκ, τη Συρία, τον Καύκασο, την Κριμαία κλπ, μπαίνουμε σε μια νέα εποχή όπου δημιουργούνται όροι για την επιδίωξη του τουρκικού αστισμού να μετατραπεί η Τουρκία σε περιφερειακή δύναμη. Εκδήλωση αυτής της προσπάθειας είναι και η εμπλοκή στη Συρία, η πολεμική σύγκρουση στο Κουρδιστάν κλπ.
Η δυναμική της ελληνοτουρκικής αντίθεσης δεν τελειώνει στο κυπριακό, τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, το Αιγαίο. Ο τουρκικός επεκτατισμός αποτελεί απειλή όχι μόνο για τη χώρα μας, αλλά για όλους τους λαούς της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

http://antapocrisis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: