15 Μαρ 2016

Λίγα λόγια για την πρακτική άσκηση του τμήματος αγγλικής γλώσσας του ΑΠΘ

Το ζήτημα της σύνδεσης της πανεπιστημιακής θεωρίας με την εκπαιδευτική πρακτική και την εφαρμογή της γνώσης στην πράξη, είναι ένα θέμα το οποίο δείχνει να ταλαιπωρεί πολύ τις συζητήσεις μας στα “πηγαδάκια” και στις συνελεύσεις. Αυτό που δείχνει να προκύπτει συνεχώς ως αναγκαίο να επιλυθεί, είναι το αν και κατά πόσο μπορεί η πρακτική άσκηση να χάσει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της, στο κάτω-κάτω δηλαδή το ερώτημα που πραγματικά τίθεται είναι αν η πρακτική άσκηση στη διδασκαλία της Αγγλικής ως ξένη γλώσσα μας βγάζει περισσότερο προετοιμασμένους για τη διδασκαλία σε σχολεία, φροντιστήρια κλπ. Επομένως θα ήταν χρήσιμο να αποσαφηνιστούν λίγο τα πράγματα και οι καταστάσεις που περιτριγυρίζουν το δίπτυχο θεωρία-πράξη.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, θέτοντας κάποια βασικά ερωτήματα: υπάρχει πραγματικά ουσιαστική σύνδεση μεταξύ της θεωρίας, δηλαδή των όσων μαθαίνουμε στο πανεπιστήμιο, και της πράξης, δηλαδή των όσων αργότερα θα εφαρμόσουμε στους μαθητές μας; Η πρακτική στο πανεπιστήμιο του σήμερα έχει στόχο να μας προετοιμάσει για την αυριανή διδακτική πράξη; Τι ρόλο παίζει μια τέτοια διαδικασία εντός του προγράμματος σπουδών μας; Και εν τέλει, πρέπει να παλεύουμε (και αν ναι γιατί) για την αλλαγή του χαρακτήρα της πρακτικής από υποχρεωτική σε προαιρετική;
Κάνοντας λοιπόν μια προσπάθεια να απαντηθούν όσο πιο διεξοδικά γίνεται αυτά τα ερωτήματα, μπορούμε να ξεκινήσουμε λέγοντας τα παρακάτω:
Έχει φανεί από την ίδια την εμπειρία ότι η διδακτική θεωρία δεν είναι ο καταλύτης της αποτελεσματικής διδακτικής πράξης. Από το ότι πολλές καθηγητικές σχολές δεν έχουν καν υποχρεωτική πρακτική μέχρι το δικό μας τμήμα που για χρόνια ούτε η δική του ήταν υποχρεωτική. Θα μπορούσαμε εδώ να θέσουμε το ερώτημα αν εν τέλει αυτοί οι καθηγητές ήταν αποτελεσματικοί από άποψη διδασκαλίας. Επειδή σίγουρα εδώ ο καθένας μπορεί να εκφράσει τις δικές του ενστάσεις για τους καθηγητές και δασκάλους που είχαμε στο σχολείο και επειδή δεν είναι (προφανώς) μετρήσιμο ποσό η αποτελεσματικότητα, ούτε είναι δυνατόν να εξετάσουμε αν οι “καλοί” καθηγητές είχαν κάνει πρακτική και αν οι “κακοί” όχι, το ζήτημα μάλλον πρέπει να απαντηθεί πιο πολιτικά.
Κάθε εκπαιδευτική διαδικασία μέσα σε οποιοδήποτε οικονομικό σύστημα, έχει να επιτελέσει κάποιο ρόλο, προς όφελος των επιδιώξεων αυτού του συστήματος. Και για να μην εξηγούμε πολλά-πολλά ιστορικά, η εκπαιδευτική διαδικασία στο εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού δεν έχει άλλο στόχο από το να διατηρήσει την εκμεταλλευτική λογική του ίδιου του συστήματος. Εκτός λοιπόν του ότι δεν μαθαίνουμε μεθόδους οι οποίες είναι πραγματικά προς όφελος των μαθητών, εκτός του ότι στην πρακτική δεν γίνεται καν η δέουσα προσπάθεια να συνδεθούν έστω αυτές οι μέθοδοι με την πράξη, είναι γνωστό σχεδόν σε όλους τους εκπαιδευτικούς ότι ακόμη κι αν προσπαθήσει κανείς να αξιοποιήσει μεθόδους φιλικές προς τους μαθητές, τις οποίες βεβαίως δεν του τις έμαθε το καπιταλιστικό πανεπιστήμιο, αλλά μετά κόπων και βασάνων ίσως ανακάλυψε από μόνος του μέσω έρευνας, θα βρει μπροστά του μια σειρά φραγμούς• αυτοί οι φραγμοί άλλοτε έχουν να κάνουν με το ίδιο το κράτος που ζητάει και τα ρέστα από τον εκάστοτε καθηγητή για την αλλαγή των ενδεικτικών μεθόδων, ή την παράκαμψη από την απαραίτητη διδακτέα ύλη, άλλοτε έχουν να κάνουν με αντικειμενικές δυσκολίες: έλλειψη χρόνου, τεράστιος όγκος διδακτέας ύλης, πολυμελή τμήματα και βεβαίως οι τόσο ταμπού ταξικές διαφορές των ίδιων των μαθητών. Άρα φαίνεται πως η πρακτική δεν μπορεί να συνδέσει τη θεωρία που μαθαίνουμε στο πανεπιστήμιο με την ίδια τη διδακτική πραγματικότητα που θα συναντήσουμε στις αίθουσες και στα ιδιαίτερα.
Με λύπη βέβαια παρατηρήσαμε ένα προηγούμενο διάστημα μέλη της ΠΚΣ (αυτοί που αυτοαποκαλούνται “κομμουνιστές”) να παλεύουν με νύχια και με δόντια να παραμείνει η πρακτική υποχρεωτική ως ένα “αναπόσπαστο κομμάτι για την ολοκληρωμένη εκπαίδευση των φοιτητών”. Σαν να μη λαμβάνουν υπ' όψιν τους τον ταξικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης που αφ’ ενός στόχο έχει να αποκλείσει τα παιδιά “ενός κατώτερου θεού” κι αφ' ετέρου δεν πρόκειται μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού να αποκτήσει χαρακτήρα χειραφέτησης του λαού.
Για να φτάσουμε λοιπόν στο ρόλο της πρακτικής ως κομμάτι του προγράμματος σπουδών, θα πρέπει να δούμε λίγο συνοπτικά το χαρακτήρα αυτής, το χαρακτήρα της εντατικοποίησης καθώς και τις εξελίξεις πάνω στο ζήτημα τόσο στο προηγούμενο εξάμηνο όσο και σε αυτό.
Στο προηγούμενο εξάμηνο μας ανακοινώθηκε ότι για λόγους “έλλειψης χρηματοδότησης” στο μάθημα της πρακτικής άσκησης θα γίνουν δεκτοί μόνο 50 (περίπου) συμφοιτητές μας, ενώ η δουλειά θα είναι χωρίς μισθό. Εκτός του ότι με αυτόν τον τρόπο αποκλείστηκαν πολλοί από τα σεμινάρια, με το απαράδεκτο κριτήριο του τεστ γλωσσομάθειας(!!), καθυστέρησαν την αποφοίτησή τους άτομα 5ου+ έτους. Με έναν παρόμοιο τρόπο και σε αυτό το εξάμηνο γύρω στους 50 συμφοιτητές μας αποκλείστηκαν από την πρακτική άσκηση, έχοντας (άκουσον-άκουσον) χαμηλότερο βαθμό στο τεστ γλωσσομάθειας από τον απαιτούμενο! Σε αυτό το εξάμηνο βέβαια, αφού είναι εαρινό, είναι πολύ περισσότερος ο κόσμος που δε θα μπορέσει να αποφοιτήσει παρά με ένα εξάμηνο καθυστέρηση τουλάχιστον, μιας και τώρα στο παιχνίδι του αποκλεισμού εντάσσονται φοιτητές και φοιτήτριες του 4ου έτους. Δεν πρέπει βέβαια να μικροποιείται το γεγονός ότι καταργήθηκε η μισθοδοσία, κάτι που συνάδει χρονικά και δένει άπταιστα πολιτικά με τα σχέδια της κυβέρνησης και των ιμπεριαλιστών για το ασφαλιστικό και τις μειώσεις συντάξεων, ασφαλίσεων κλπ.
Ένας αριθμός συμφοιτητών μας αποφάσισε δικαίως να επιληφθεί επί του θέματος, απευθυνόμενοι στους υπεύθυνους καθηγητές (υπεύθυνη πρακτικής, πρόεδρος τμήματος κλπ). Όχι μόνο αντιμετώπισαν ειρωνεία αλλά υπήρξε και η προσπάθεια να μας διασπάσουν από τις συλλογικές διεκδικήσεις μας, λέγοντας σε ορισμένους ότι δε θα έπρεπε να μας νοιάζουν τα προβλήματα των υπόλοιπων. Αυτό θα πρέπει να μας κάνει να καταλάβουμε ότι στην προσπάθειά μας να σταματήσουν οι αποκλεισμοί των φοιτητών από την πρακτική και κατά δεύτερον να γίνει προαιρετική πρέπει να παλέψουμε ως φοιτητές χώρια από τα συμφέροντα των καθηγητών, τα οποία όπως φάνηκε είναι διαφορετικά από τα δικά μας.
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, η πρακτική δεν έχει κανένα στόχο την προετοιμασία μας για τη διδακτική πραγματικότητα. Αντιθέτως, τέτοιο μεράκι που δείχνει το πανεπιστήμιο να μας θέσει φραγμούς δείχνει ακριβώς ότι ένα μάθημα σαν και αυτό, με απουσίες, όπως είναι και πολλά άλλα, κυρίως στα πρώτα έτη, με υποχρεωτική αμισθί εργασία, και άλλα σχετικά, οφείλει να μας κάνει να εξάγουμε το συμπέρασμα πως ο λόγος που η πρακτική έχει αυτό το χαρακτήρα, έχει ως στόχο να βαθύνει την εντατικοποίηση, την τάση δηλαδή να γίνουν οι σπουδές η μόνη κι αποκλειστική μας ενασχόληση για όσα χρόνια σπουδάζουμε, και να αποκλείσει όσους φοιτητές δεν θα αντέξουν είτε οικονομικά είτε με πολλούς άλλους τρόπους να συνεχίσουν μέχρι το πτυχίο.
Επομένως στόχος μας δε θα πρέπει να είναι μόνο το να κάνουν όλοι οι φοιτητές πρακτική άμεσα, αλλά και το πιο έμμεσο, που είναι να καταργηθεί η πρακτική από υποχρεωτικό μάθημα, μιας και δεν πρόκειται να συνδέσει τις διδακτικές θεωρίες με την υπάρχουσα πραγματικότητα, παρά μόνο θα μας θέσει έναν ακόμα σημαντικό φραγμό, όπως φάνηκε ήδη από το προηγούμενο εξάμηνο και εντονότερα στο τρέχον.

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου
Αγγλικό ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: