24 Ιαν 2016

Ασφαλιστικό: Πρόβλημα διαχείρισης ή ζήτημα ταξικής πάλης;

Στα προηγούμενα δύο φύλλα της εφημερίδας τοποθετηθήκαμε στο πώς έχει για μας το ασφαλιστικό ζήτημα από άποψη ουσίας. Ποια είναι τα βασικά δεδομένα που το προσδιορίζουν, ποια η βασική αντίθεση πάνω στην οποία εκτυλίσσεται ως προς το ζήτημα αυτό η αντιπαράθεση κεφαλαίου από τη μια και κόσμου της δουλειάς από την άλλη. Η πρόσφατη εξαγγελία των μέτρων που προτίθεται να προωθήσει η κυβέρνηση στο ασφαλιστικό επιβεβαιώνουν αυτές τις εκτιμήσεις. Ταυτόχρονα «βοηθάνε» με τον τρόπο τους στη διάλυση των συγχύσεων ως προς το ποια είναι τα πραγματικά ζητήματα που τίθενται.
Τα ζητήματα που «αποφασίζουν»
Οπως έχουμε ήδη αναφέρει, αυτό που θα “θελε το σύστημα και προς το οποίο τείνει είναι η μετάθεση όλου του ασφαλιστικού κόστους στην «ατομική ευθύνη των εργαζομένων». Η απαλλαγή του κεφαλαίου από την υποχρέωση να «επιστρέφει» ένα μέρος της παρακρατημένης υπεραξίας στους εργαζόμενους με τη μορφή συντάξεων, δαπανών υγείας κ.λπ. Δηλαδή να μειώσει ακόμη περισσότερο το μερίδιο του κόσμου της δουλειάς στο παραγόμενο προϊόν. Η «ιδανική» μορφή για το κεφάλαιο θα ήταν η πλήρης «ιδιωτικοποίηση» του ασφαλιστικού και για πάρα πολλούς λόγους.

Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης, προωθεί διαρκώς ρυθμίσεις που την υλοποιούν, που μεταθέτουν το «σημείο ισορροπίας» όλο και περισσότερο προς την πλευρά των συμφερόντων και επιδιώξεων του κεφαλαίου. Σ” αυτή την κίνηση, δύο είναι οι αποφασιστικές ρυθμίσεις υλοποίησής της. Η μια αφορά τη μετάθεση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης (κατά κλάδο, κατά κατηγορία και συνολικά). Δηλαδή, η όσο γίνεται μεγαλύτερη «απομάκρυνση» του χρόνου κατά τον οποίον το κεφάλαιο θα αρχίσει να επιστρέφει ένα μέρος της παρακράτησης ή αλλιώς ο δραστικός περιορισμός της χρονικής διάρκειας καταβολής συντάξεων. Ενα ζήτημα κρίσιμου χαρακτήρα στο βαθμό που προσδιορίζει το χρονικό «διάνυσμα» εντός του οποίου εξελίσσονται, διαμορφώνονται, προσδιορίζονται τα άλλα μεγέθη του ζητήματος.
Η δεύτερη αφορά το ύψος των παρεχόμενων συντάξεων, τον προσδιορισμό τους στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, με άμεσους ή και έμμεσους τρόπους (λ.χ. τρόπος «υπολογισμού» της). Αυτό, σε συνδυασμό με τη μείωση των χρόνων συνταξιοδότησης, δίνει ένα «γινόμενο» που εκφράζει την τάση δραστικής μείωσης του συνολικού μεριδίου που παίρνει ο κόσμος της δουλειάς από το Εθνικό Εισόδημα.
Φυσικά και έχουν τη σημασία τους όλα τα άλλα μέτρα, ρυθμίσεις και δεδομένα του ζητήματος. Μόνο που, αν κάνουμε μια αναγωγή στο πώς εκφράζονται «υλικά», στο ποιο είναι αυτό που πραγματώνουν συγκεκριμένα, θα «συναντήσουμε» πάλι αυτά τα δύο στοιχεία. Λ.χ., σε σχέση με τα μέτρα που ανήγγειλε ο Μαγγίνας, η επικρατούσα ερμηνεία των αναλυτών στα διάφορα ΜΜΕ είναι πως με την ενοποίηση των ταμείων «τα πλούσια ταμεία θα τροφοδοτούν τα ελλείμματα των προβληματικών». Εμείς, ωστόσο, αυτό που βλέπουμε σαν κύριο σ’ αυτή τη ρύθμιση είναι πως οι δικαιούχοι των «πλούσιων» ταμείων θα παίρνουν πλέον μικρότερη σύνταξη (από αυτήν που θα έπαιρναν αλλιώς) και οι δικαιούχοι των ελλειμματικών θα συνεχίσουν να παίρνουν τη δική τους, ίσως και μειωμένη.
Ταυτόχρονα, όλη αυτή η μείωση του μεριδίου των εργαζομένων (συνολικά και ατομικά), όλη η ανασφάλεια που δημιουργείται ωθεί, εξαναγκάζει τον κόσμο να στρέφεται στην ιδιωτική «ασφάλιση». Διαμορφώνεται έτσι το έδαφος και το κλίμα για την υλοποίηση εν ευθέτω χρόνω της «τελικής λύσης», της συνολικής μετάθεσης του ασφαλιστικού ζητήματος στις πλάτες των εργαζομένων. Η παράδοσή τους στα αρπακτικά των ασφαλιστικών εταιρειών που ήδη ακονίζουν τα νύχια τους.
Ενα ολάκερο κεφάλαιο, που αποτελεί μια ιδιαίτερη έκφραση του ασφαλιστικού ζητήματος, αποτελεί ο τομέας περίθαλψης, υγείας. Ενα ζήτημα που έχει άμεση σχέση με τα προηγούμενα, αλλά ορίζεται και από τις δικές του ιδιαίτερες παραμέτρους. Στο κείμενο αυτό η αναφορά μας θα περιοριστεί σε δύο βασικά ζητήματα. Θεωρούμε πως το δικαίωμα των εργαζομένων (και όλου του λαού) στην ίση, πλήρη και δωρεάν περίθαλψη για όλους έχει την ίδια βάση με το συνολικό δικαίωμα ασφάλισης όπως το προσδιορίσαμε στα προηγούμενα φύλλα.
Θεωρούμε ότι συνολικά το σύστημα περίθαλψης και υγείας, τα νοσοκομεία (και δεν εννοούμε μόνο τα δημόσια), οι εν γένει υποδομές, το κόστος εκπαίδευσης ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, όλα όσα απαιτούνται για τη λειτουργία του έχουν δημιουργηθεί από τη δουλειά συνολικά του εργαζόμενου λαού. Από το μέρος εκείνο του Εθνικού Εισοδήματος που επί δεκαετίες διατίθεται σ’ αυτό το πεδίο.
Αυτό που διεκδικούν οι εργαζόμενοι δεν είναι κάτι που τους «χαρίζεται». Τους ανήκει, είναι δικό τους δημιούργημα. Αυτή είναι μια θέση-οδηγός για μας όσον αφορά την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος.
Σ’ αυτή τη βάση εναντιωνόμαστε με τον πιο απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο τρόπο στα μέτρα που προωθούνται και σ’ αυτό το πεδίο. Την κατεύθυνση της όλο και μεγαλύτερης μετακύλισης του κόστους περίθαλψης και υγείας στις πλάτες των εργαζομένων. Ταυτόχρονα και στο πλαίσιο που διαμορφώνουν αυτές οι αλλαγές, έχουμε μια γιγαντιαίων πλέον διαστάσεων επιχείρηση εμπορευματοποίησης, ασύδοτης εκμετάλλευσης του εργαζόμενου λαού, που αποφέρει τεράστια κέρδη στα τμήματα του κεφαλαίου που δραστηριοποιούνται με διάφορους τρόπους σ’ αυτό το πεδίο. Μια επιχείρηση «ιδιαζόντως ειδεχθής» αν αναλογιστούμε ότι τα όρνεα αυτά εκμεταλλεύονται με τον πιο αδίστακτο τρόπο τα προβλήματα υγείας των ανθρώπων και το ίδιο το φυσικό τους δικαίωμα ζωής.
Το ασφαλιστικό σύστημα και οι αντιφάσεις του
Εχει σημασία να κατανοηθεί η λειτουργία του υπάρχοντος ασφαλιστικού συστήματος τόσο από άποψη -κύρια- ουσίας όσο και μορφών. Το υπάρχον σύστημα είναι προϊόν και έκφραση της ταξικής πάλης, των συσχετισμών και των όρων που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιό της και σε αναφορά με αυτό το πεδίο. (Από την άποψη αυτή είναι λαθεμένη η συσχέτισή του με τα ταμεία εργατικής αλληλοβοήθειας πολύ παλιότερων εποχών. Μια άποψη που μάλλον αποτελεί προϊόν σύγχυσης και την οποία αναπαράγει). Σαν τέτοιο, φέρει τα αποτυπώματα από τη μια της εργατικής πάλης και των διεκδικήσεών της και από την άλλη των προσπαθειών του κεφαλαίου να περιορίσει, υπονομεύσει, να φαλκιδεύσει διεκδικήσεις και δικαιώματα. Η ύπαρξη αντιφατικών στοιχείων στη δομή και λειτουργία του αποτελούν ακριβώς έκφραση της προσπάθειας του κεφαλαίου να ελέγξει την εφαρμογή του ώστε να μπορεί να το χειρίζεται στη βάση των συμφερόντων του και ανάλογα με τις συνθήκες και τους συσχετισμούς. Αυτές οι αντιφατικές πλευρές εκφράζονται τόσο στη γενική μορφή της «ανάληψης» του ζητήματος από το κράτος όσο και στις ειδικότερες μορφές με τις οποίες υλοποιούνταν.
Εδώ, και χάριν οικονομίας του κειμένου, παρακάμπτουμε το γεγονός ότι όλα αυτά υλοποιήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικούς χρόνους από χώρα σε χώρα, από εποχή σε εποχή και τα παίρνουμε σαν μια συνολική εξέλιξη με κοινά ουσιαστικά στοιχεία. Η ανάληψη της ρύθμισης του ασφαλιστικού ζητήματος από το κράτος είχε κατ’ αρχάς μια θετική πλευρά. Την έμμεση, έστω, αναγνώριση ότι αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα-δικαίωμα. Ταυτόχρονα και εκ των πραγμάτων συνέβαλε στο να κατοχυρωθεί σαν τέτοιο στις συνειδήσεις των μαζών, στο «σώμα» των κοινωνικών αντιλήψεων.
Από την άλλη, ήταν γεγονός ότι αυτή η «αναγνώριση» δεν ήταν κάτι στο οποίο προχώρησε «οικειοθελώς» το κράτος του κεφαλαίου, αλλά του επιβλήθηκε από την ταξική πάλη. Σ’ αυτή τη βάση το σύστημα δεν αναγνώρισε καθαρά και ολοκληρωμένα το δικαίωμα αυτό των εργαζομένων και αντίθετα προσπάθησε να το υπονομεύσει και περιορίσει. Μια συγκεκριμένη έκφραση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το ζήτημα και της βάσης στην οποία τοποθετήθηκε ήταν η καθιέρωση της εργατικής εισφοράς για τη δημιουργία ταμείων ασφάλισης. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, αποτελούσε συγκάλυψη, είναι παραγνώριση του ότι οι εργαζόμενοι είχαν ήδη εισφέρει (παρακράτηση υπεραξίας). Περιέκοπτε τις αμοιβές των εργαζομένων και στην ουσία αφαιρούσε πρόσθετη υπεραξία. Κατηγοριοποιούσε, διαίρεε, διασπούσε τους εργαζόμενους. Τοποθετούσε το ζήτημα σε βάση «ανταπόδοσης», σαν κάτι που αφορούσε και το δικαιούνταν μόνο όσοι κατέβαλλαν αυτή την πρόσθετη εισφορά.
Ταυτόχρονα, το όλο ζήτημα εμφανιζόταν σαν υπόθεση «ηθικού» κυρίως χαρακτήρα και στη βάση μιας (γενικά και αφηρημένα) έννοιας κοινωνικής αλληλεγγύης και όχι στη σχέση στη βάση της οποίας πραγματικά υφίσταται. Δηλαδή σε μια λογική που ελαστικοποιούσε την όποια υποχρέωση αναλάμβανε το κράτος (δηλαδή το κεφάλαιο) απέναντι στο ασφαλιστικό ζήτημα.
Στην πορεία καθιερώνεται (σε διάφορες παραλλαγές, χρόνους και μορφές κατοχύρωσης) ο θεσμός της τριμερούς χρηματοδότησης. Τι αλλάζει και τι δεν αλλάζει πραγματικά με αυτή την εξέλιξη. Στα υπέρ της, η ισχυροποίηση (και θεσμικά) της έννοιας της υποχρέωσης του κράτους (του κεφαλαίου) απέναντι στο ασφαλιστικό πρόβλημα. Ενα είδος αλλαγής συνιστά και το ότι ένα μέρος του κόστους προέρχεται άμεσα από το κεφάλαιο (για την ακρίβεια, από όσους κεφαλαιοκράτες καταβάλλουν τις εισφορές τους) και όχι έμμεσα (μέσω της κρατικής συμβολής).
Η πραγματική λειτουργία, ωστόσο, του όλου συστήματος δεν αλλάζει τόσο όσο φαίνεται από πρώτη ματιά. Στην πραγματικότητα και όπως ήδη έχουμε αναφέρει, όλα αυτά αποτελούσαν μέρος και έκφραση της διαδικασίας διανομής (και ανακατανομής) του Εθνικού Εισοδήματος. Ας δούμε λίγο τι γινόταν (και γίνεται) στην πράξη. Οσοι δικαιούνταν (με βάση τα θεσμοθετημένα) σύνταξη την πληρώνονταν κανονικά και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα (στα 58, στα 60, στα 65 χρόνια κ.λπ.). Και τις πληρώνονταν όλοι, κι αυτοί που έπαιρναν μικρή σύνταξη κι αυτοί που έπαιρναν μεγάλη. Και αυτοί που τα ταμεία τους θεωρούνταν «υγιή» και αυτοί που τα δικά τους αντιμετωπίζονταν σαν «ελλειμματικά». Αυτά για έναν πολύ σοβαρό λόγο. Οι δαπάνες αυτές (οι συντάξεις) ανήκουν πλέον στην κατηγορία των λεγόμενων «ανελαστικών» δαπανών. Σ’ αυτές που δεν μπορούσε (και δεν μπορεί) το σύστημα να περικόψει (ή πολύ περισσότερο να καταργήσει) έτσι απλά. Πρέπει πρώτα να διαμορφώσει τους κατάλληλους όρους και συνθήκες και αναλόγως και στο μέτρο αυτό να πράξει. Αυτό που με άλλα λόγια επιχειρεί σήμερα.
Αλλά ας ρίξουμε μια ματιά και στο ποιες ήταν (και είναι) οι πηγές χρηματοδότησης αυτής της ετήσιας «διανομής». Από τις αντίστοιχες ετήσιες εισφορές των εργαζομένων (εξ ου και το πρόβλημα των αναλογιών). Από τις ανάλογες των εργοδοτών (όσων καταβάλλουν τις εισφορές τους). Το υπόλοιπο -και ανεξάρτητα με ποιες μορφές εμφανίζεται (ποια κονδύλια φαίνεται να χρησιμοποιούνται)- από το κράτος. Δηλαδή από το Εθνικό Εισόδημα. Ως προς τα ταμεία -εδώ- να θυμίσουμε μόνο αυτό που ήδη αναφέραμε. Το ότι πληρώνονταν κανονικά και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα οι συντάξεις τόσο των «υγιών» όσο και των «ελλειμματικών» ταμείων. Τώρα, το πόσο και πώς πιστώνονταν ή χρεώνονταν αντίστοιχα, η σημασία του πράγματος δεν έχει τις διαστάσεις με τις οποίες εμφανίζεται.
Αλλού βρίσκεται η ουσία του πράγματος και άλλες είναι οι παράμετροι που αλλάζουν πραγματικά το τοπίο προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Αυτές αφορούν: Το πόσοι και ποιοι (ποιες κατηγορίες εργαζομένων) δικαιούνται σύνταξη. Το ύψος των συντάξεων και πώς προσδιορίζεται ανά κατηγορία και συνολικά. Το ύψος των εισφορών που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι. Και βέβαια το όριο ηλικίας στην οποία αρχίζουν να δικαιούνται και να παίρνουν σύνταξη. Ανάλογης σημασίας, το πόσοι, ποιοι δικαιούνται περίθαλψη, τι είδους και υπό ποιους όρους κ.λπ.
Οι πραγματικές αλλαγές σ’ αυτό το πεδίο δεν ήταν ποτέ και δεν είναι ζήτημα τέτοιας ή αλλιώτικης διαχείρισης. Η διεύρυνση, λ.χ., των κατηγοριών εργαζομένων που δικαιούνται ασφάλιση, ο προσδιορισμός τού ποια επαγγέλματα είναι βαριά και ανθυγιεινά, τα όρια ηλικίας, οι προϋποθέσεις κ.λπ. ήταν και παραμένουν ζητήματα που λύνονται στο πεδίο της ταξικής αναμέτρησης.
Για τα ταμεία και τα αποθεματικά τους
Ας αναφερθούμε πλέον στα ταμεία, τα αποθεματικά τους, στο πρόβλημα της διαχείρισής τους, συνολικά, ένα ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της σχετικής συζήτησης και αναδεικνύεται σαν το πλέον κρίσιμο των ζητημάτων που έχουν τεθεί. Δεν έχουμε καθόλου αυτή την άποψη, αλλά την ακριβώς αντίθετη. Εχουμε μάλιστα την εκτίμηση ότι την «ίδια» ακριβώς άποψη έχει και το σύστημα, «ερχόμενο» βεβαίως από την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Γνωρίζοντας πολύ καλά πού βρίσκονται τα πραγματικά επίμαχα ζητήματα, ακριβώς σ’ αυτά επικεντρώνει τη στόχευσή του.
Ας δούμε, ωστόσο, τα δεδομένα του ζητήματος. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να γίνουν ορισμένες απαραίτητες διευκρινίσεις ακριβώς επειδή έχουν δημιουργηθεί συγχύσεις ακόμη και στα πιο απλά των πραγμάτων. Ως προς την έννοια των ταμείων, θα πρέπει κατά πρώτον να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός.
Στη σύσταση της έννοιας «ταμείο» εκφράζεται, κατ’ αρχάς, και πιστοποιείται το δικαίωμα των εργαζομένων στην ασφάλιση. Μια πιστοποίηση που είναι ιδιαίτερα (και νομικά) ισχυρή όσον αφορά τις (επιπλέον) εισφορές τους. Γι’ αυτό άλλωστε η κυβέρνηση είναι ιδιαίτερα «προσεκτική» ή και «εξαιρεί» από τις ρυθμίσεις της αυτά που χαρακτηρίζει σαν «ώριμα» ασφαλιστικά δικαιώματα. Ως προς αυτό, φυσικά και δεν παρακάμπτουμε αυτή την πλευρά, φυσικά και θεωρούμε ότι πρέπει να αξιοποιείται διεκδικητικά και αυτό το δεδομένο. Από την άλλη μεριά είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα η οικονομική τους υπόσταση και λειτουργία, ως ταμεία στα οποία τίθενται στη διάθεσή τους και στη δυνατότητα διαχείρισης από μεριάς τους χρηματικά ποσά (και μάλιστα μεγάλα).
Μια δεύτερη διευκρίνιση αφορά την έννοια της διαχείρισης. Είναι ένα πράγμα η διαχείριση ταμειακού, λογιστικού, τεχνικού, ας το πούμε έτσι, χαρακτήρα και άλλο πράγμα η οικονομικού χαρακτήρα διαχείριση με την έννοια της «αξιοποίησης», επένδυσης κ.λπ. αυτών των κεφαλαίων. Ως προς το πρώτο δεν θα σταθούμε ιδιαίτερα, μια και το θεωρούμε ήσσονος σημασίας. (Παρ” ότι διάφοροι σοσιαλδημοκράτες και ρεφορμιστές δεν «αδιαφορούν» καθόλου και για την τέτοιου είδους «διαχείριση», μια και προσφέρει πόστα και ρόλους, αλλά ανοίγει και κάποιες πιο υλικά επωφελείς «πόρτες»). Μας απασχολεί βασικά η δεύτερη πλευρά, μια και κυρίως γύρω απ’ αυτήν αναπτύσσεται όλη η σχετική φιλολογία, γίνονται διάφορες «εποικοδομητικές» προτάσεις και κυρίως σπέρνονται συγχύσεις που αποπροσανατολίζουν τον κόσμο.
Πριν απ’ αυτό να θέσουμε ένα ακόμη ζήτημα πάνω στο οποίο να ομολογήσουμε την «αδυναμία» μας να εκφέρουμε μια τελική άποψη. Αφορά τα ταμεία και τα αποθεματικά τους. Ποια είναι αυτά τα αποθεματικά, ποια ταμεία αφορούν; Ποια θεωρούνται ελλειμματικά και ποια πλεονασματικά και με ποια κριτήρια; Πώς σχηματίστηκαν, με τη συμβολή πόση και ποιων, από ποιους και με ποια κριτήρια υπολογίζεται αυτή η συμβολή; Τι έχει διατεθεί (σε συντάξεις, σε δαπάνες περίθαλψης ή ό,τι άλλο) απ’ αυτά, με ποια μορφή, πού, από ποιους υπολογίζεται αυτή η δαπάνη; Ενα πραγματικό «ναρκοπέδιο» δεδομένων που η κάθε πλευρά τα προσδιορίζει και τα υπολογίζει με το δικό της τρόπο. Σ’ αυτά θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι νομικού χαρακτήρα περιπλοκές, το πόσο ισχυροί νομικά μπορούν να είναι, λ.χ., οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, καθώς πρέπει να «περάσουν» μέσα από ένα ολάκερο πλέγμα νόμων, διαταγμάτων, διοικητικών πράξεων. Ενας πραγματικός λαβύρινθος όπου το μόνο αναμφισβήτητο είναι η… αμφισβήτηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Ταυτόχρονα και ένα προνομιακό πεδίο για το σύστημα καθώς διαθέτει όλο το αναγκαίο οπλοστάσιο (από τη Βουλή μέχρι τα δικαστήρια) για να «δικαιώσει» τον… εαυτό του. Το γεγονός, λ.χ., ότι η κυβέρνηση μπορεί να «ενοποιεί» τα ταμεία (και τα αποθέματά τους) είναι μια συγκεκριμένη έκφραση ακριβώς αυτού του ζητήματος.
Ετσι εχόντων των πραγμάτων, αυτό που κυρίως εκφράζει η ύπαρξη των ταμείων και των όποιων αποθεματικών τους είναι, όπως έχουμε κιόλας αναφέρει, μια πιστοποίηση δικαιώματος των εργαζομένων. Ενα δικαίωμα που οπωσδήποτε δεν απαλλοτριώνουν, αλλά που η διεκδίκησή του θα πρέπει κατά κύριο λόγο να επιχειρηθεί στο δικό τους «προνομιακό» πεδίο. Το πεδίο της μαζικής λαϊκής αντίστασης και πάλης.
Για το ζήτημα της διαχείρισης
Περνώντας στο ζήτημα της (οικονομικής) διαχείρισης, θα θέλαμε και πάλι να διευκρινίσουμε προκαταρκτικά δύο ζητήματα. Πρώτον, πως όποιο απόθεμα, όπως κι αν σχηματίζεται, όποια μορφή κι αν έχει, σε όποιον και αν «ανήκει», εφόσον δεν επενδύεται, απαξιώνεται, εξανεμίζεται και συνήθως σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δεύτερο, πως όποιο ονομαστικό ύψος κι αν έχουν, αυτό που πραγματικά έχουν λαμβάνειν είναι αυτό που μπορεί να τους διαθέσει ο συνολικός οικονομικός σχηματισμός. Και αυτό που μπορεί να τους διαθέσει αυτός ο σχηματισμός (το κράτος) είναι αυτό που έχει προς διάθεση. Δηλαδή το παραγόμενο εθνικό προϊόν. Με ποια κριτήρια κατανέμεται, διανέμεται αυτό, αποτελεί μιας άλλης τάξης πρόβλημα. Ή μάλλον αποτελεί το κυρίως και επίμαχο πρόβλημα.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μας και τα προηγούμενα, ας περάσουμε στις συγκεκριμένες μορφές με τις οποίες τίθεται το ζήτημα. Αυτά τα αποθέματα (όσα και με όποιον τρόπο κι αν υπολογίζονται) τα διαχειριζόταν, τα χρησιμοποιούσε (μαζί με το σύνολο της παρακρατημένης υπεραξίας) το κεφάλαιο. Και μια και ως προς αυτό έχουν υπάρξει λογιών και λογιών συγχύσεις, ας προσθέσουμε κι εμείς το δικό μας «παράδοξο». Εχουμε λοιπόν την άποψη πως το κεφάλαιο (παρμένο σαν σύνολο και όχι κατά μεμονωμένο καπιταλιστή) «δεν εισφέρει» στο σχηματισμό αυτών των αποθεμάτων ακόμη και όταν -όσοι και όσο- εισφέρει. Οτι τα παίρνει και τα χρησιμοποιεί ακόμη και όταν «δεν τα παίρνει». Ας εξηγηθούμε.
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι τα χρήματα αυτά δεν δίνονταν πουθενά, ότι έμεναν αποθηκευμένα στα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας ή σε κάποιες «κάσες», ας πούμε, των εργατικών συνδικάτων. Το μόνο λοιπόν που δεν θα σήμαινε κάτι τέτοιο ήταν ότι θα «σταματούσε», λ.χ., η λειτουργία της οικονομίας. Η οικονομία θα συνέχιζε να λειτουργεί σχεδόν με απόλυτα ίδιο τρόπο, σαν αυτά τα «αδρανή» χρήματα, τα «εν υπνώσει» κεφάλαια, να βρίσκονταν σε κυκλοφορία. Αυτό που θα συνέβαινε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι ότι οι χρηματικές μορφές (χρήμα, ομόλογα κ.ά.) που θα βρίσκονταν σε κυκλοφορία, το «ζωντανό χρήμα» όπως λένε και στην «πιάτσα», θα υπεραξιωνόταν σε ευθεία αναλογία με τους ρυθμούς απαξίωσης του «αποθηκευμένου» χρήματος. (Υπάρχει ίσως εδώ μια σχέση με το πλέγμα που διαμόρφωναν οι εισφοροδιαφυγές, οι χαριστικές και παραγραφές χρεών, μια και τα χρήματα αυτά έβγαιναν από τη μια τσέπη του κεφαλαίου -συνολικά παρμένου- για να μπουν από άλλο δρόμο στην άλλη. Τώρα αν κάποιες μερίδες του κεφαλαίου ωφελούνταν περισσότερο σ’ αυτό το αλισβερίσι, αυτό δεν είναι το δικό μας πρόβλημα.)
Λογικές διαχείρισης
Οπως και να “χει, αυτή η σχέση πραγμάτων αποτελεί την αντικειμενική βάση για την ανάδειξη ενός σημαντικού προβλήματος το οποίο δεσπόζει στον προβληματισμό που αναπτύσσεται, τις θέσεις και τις προτάσεις που διατυπώνονται από πολλές πλευρές. Να «αφεθούν» αυτά τα χρήματα (τα αποθεματικά) στη διαχείριση του κεφαλαίου και με ποιους όρους ή να βρεθούν άλλοι τρόποι διαχείρισης ανάμεσα στους οποίους προβάλλει και η πρόταση της «αυτοδιαχείρισης» των αποθεματικών «από την εργατική τάξη»;
Θεωρούμε πως πρόκειται για ψευτοδίλημμα στο οποίο παγιδεύονται (ηθελημένα ή όχι) αυτοί που διατυπώνουν τις ανάλογες προτάσεις. Εχουμε την άποψη πως η απάντηση δεν βρίσκεται ΜΕΣΑ σ’ αυτό (δηλαδή στους όρους με τους οποίους το θέτει το σύστημα) αλλά ΕΞΩ απ’ αυτό και στον τρόπο που μπορεί και πρέπει να το θέσει ο κόσμος της δουλειάς.
Ας σταθούμε όμως λίγο περισσότερο σ’ αυτές τις απόψεις. Λέει, λ.χ., ο ΣΥΝ μέσω του Δ. Στρατούλη («Αυγή» 18-11-07): Ανάμεσα σε διάφορες (και σωστές ορισμένες) θέσεις και διεκδικήσεις, προτείνει την «πάταξη της εισφοροδιαφυγής», την «επιστροφή των διαχρονικά λεηλατηθέντων αποθεματικών» και φτάνει στην «ασφαλή και εγγυημένη αξιοποίηση των αποθεματικών» κ.λπ. κ.λπ.
Λέει και το ΚΚΕ (σε φυλλάδιό του για το Ασφαλιστικό) ανάμεσα σε βροντερές «ταξικές» διακηρύξεις ή και σε σωστές επισημάνσεις και διεκδικήσεις: «Αμεση απόσυρση των αποθεματικών των ταμείων από τον χρηματιστηριακό και τραπεζικό τζόγο, κάλυψη όλων των απωλειών από το κράτος. Η αξιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων προϋποθέτει εξασφάλισή τους από κάθε πιθανό κίνδυνο». Και γιατί παρακαλώ όχι στο χρηματιστήριο; Αμα δηλαδή μπούμε στη λογική της «αξιοποίησης» και συνεπώς της «συνευθύνης» ως προς αυτήν, με ποια κριτήρια θα «αποφασίσουμε» (λέμε τώρα) ποια είναι η πιο «ασφαλής» και «αποδοτική» μορφή; Στις ρεφορμιστικές απόψεις και τη λογική με την οποία κινούνται θα επανέλθουμε, αφού πούμε την άποψή μας και για το ζήτημα της (εργατικής) «αυτοδιαχείρισης» που τίθεται από κάποιες άλλες πλευρές.
Η άποψη της «αυτοδιαχείρισης» εμφανίζεται σαν η πλέον ριζοσπαστική (έως και επαναστατική). Στην πραγματικότητα όσοι την υποστηρίζουν πέφτουν με τα τέσσερα στην παγίδα που διαμορφώνουν οι όροι με τους οποίους υφίσταται το όλο πρόβλημα. Να τα «διαχειριστεί» λοιπόν η εργατική τάξη, «σύμφωνοι». Ερώτημα πρώτο: Τι να διαχειριστεί; Να διεκδικήσει τη διαχείριση του συνολικού υπερπροϊόντος, το οποίο δεν πιστοποιείται (νομικά) αλλά παρακρατείται και υπάρχει; Ή μήπως να αρκεστεί στο μέρος εκείνο που το σύστημα αναγνωρίζει ότι παρακρατείται (με τις εισφορές κ.λπ.) και ό,τι άλλο προβλέπεται; Υποθέτουμε ότι δεν εννοούν το πρώτο, μια και αυτοί που την προτείνουν δεν νομίζουμε πως εκτιμούν πως είναι η στιγμή που η εργατική τάξη μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει την εξουσία. (Εκτός και κάνουμε λάθος, μια και κάποιοι στοχεύουν στον «κομμουνισμό εδώ και τώρα»)! Μιλάμε συνεπώς για τη δεύτερη εκδοχή (και πάντα, όπως ήδη αναφέραμε προηγούμενα, για την όχι «τεχνικού» αλλά οικονομικού χαρακτήρα διαχείριση). Μόνο που εδώ αναπηδούν ορισμένα πολύ σοβαρά ζητήματα.
Πρώτο και θεμελιώδες: «Απαλλάσσεται» το κράτος (δηλαδή το κεφάλαιο) από την ευθύνη αντιμετώπισης του ασφαλιστικού ζητήματος, η οποία μετατοπίζεται στην πλευρά των εργαζομένων. Συγκαλύπτεται, «νομιμοποιείται» η παρακράτηση που δεν πιστοποιείται, που την ύπαρξή της δεν αναγνωρίζει το σύστημα. Συγκαλύπτεται το ότι οι εισφορές των εργαζομένων αποτελούν μια πρόσθετη επιβάρυνση πέρα από αυτά που ήδη έχουν παρακρατηθεί. Ενισχύεται, «νομιμοποιείται» η άποψη της «ανταποδοτικότητας». Ενισχύεται η λογική που θέλει «κεφαλαιοποιητικό» και «επενδυτικό» το όλο θέμα.
Ερώτημα δεύτερο: Να «διαχειριστεί» (να «αξιοποιήσει» κ.λπ.) η εργατική τάξη. Δηλαδή πώς; Να ανοίξει εργοστάσια και επιχειρήσεις; (Στο πλαίσιο ίσως και ενός «λαϊκού καπιταλισμού» «επαναστατικής» κοπής;) Να αγοράσει μήπως μετοχές και ποιες; Της ΔΕΗ, του ΟΤΕ ή καλύτερα της TEXACO; Κι αν τελικά τα «δομημένα ομόλογα» αποδειχτούν πιο κερδοφόρα «επένδυση», τι κάνουμε; Φυσικά και αστειευόμαστε. Μόνο που αυτό που μας προκαλεί αυτή τη διάθεση είναι «το αστείον μιας υπόθεσης» που συντίθεται από απόψεις που ορισμένοι ξεφουρνίζουν αβασάνιστα.
Ερώτημα τρίτο: Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (εισφορές, «αποδόσεις διαχείρισης» κ.λπ.) σχηματίζονται κάποια κεφάλαια. Εδώ -θεωρητικά- ισχύουν δύο υποθέσεις. Μία, ότι αυτά τα ποσά φτάνουν για να καλύψουν τις ανάγκες των εργαζομένων, οπότε «έχει καλώς». (Παρακάμπτοντας βέβαια το πρόβλημα του ποιοι και με ποια κριτήρια προσδιορίζουν αυτές τις ανάγκες). Υπάρχει όμως και η άλλη εκδοχή. Τα ποσά να μην επαρκούν, οπότε τι κάνουμε; Η εργατική τάξη, η «αυτοδιαχειριζόμενη» το ασφαλιστικό της ζήτημα, λέει καλά, εντάξει, δεν πειράζει, θα δούμε πώς θα τα βολέψουμε; Ή μήπως θα διεκδικήσει την κάλυψη των αναγκών της με τον μόνο αποτελεσματικό τρόπο που έχει μάθει να διεκδικεί το δίκιο της εδώ και πάρα πολλά χρόνια;
Υποθέτουμε ότι και οι υποστηρικτές της άποψης θα έδιναν την τελευταία απάντηση. Αλλά, τότε, για ποια «αυτοδιαχείριση» μιλάμε; Και στο κάτω κάτω, γιατί βρε αδερφέ να πάμε Θεσσαλονίκη-Λάρισα μέσω… Καλαμάτας;
Οπως έχουμε κιόλας αναφέρει, το πραγματικό πρόβλημα (ή «δίλημμα»), το πεδίο σύγκρουσης, αφορά το διανεμόμενο προϊόν και τα κριτήρια διανομής του με όποια μορφή κι αν εμφανίζονται όλα αυτά. Και αυτό δεν είναι θέμα ούτε «διαλόγου» ούτε «προτάσεων» ούτε μορφών «διαχείρισης». Ηταν και παραμένει πάντα ζήτημα πάλης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη.
Τα προηγούμενα δεν σημαίνουν καθόλου ότι είναι χωρίς καμιά σημασία για μας το πρόβλημα που έχει ανακύψει με τα ταμεία ή πως «αδιαφορούμε» γι’ αυτό. Σημαίνουν ότι αντιμετωπίζουμε το ζήτημα στη βάση του συνόλου των -και αντιφατικών- πλευρών που εμφανίζει, χωρίς να υποτιμούμε αλλά και χωρίς να υπερεκτιμούμε καμιά απ’ αυτές. Πάνω απ’ όλα στη βάση της σχέσης τους με το πραγματικό πρόβλημα που κατά την άποψή μας αντιμετωπίζει ο κόσμος της δουλειάς. Αναφέραμε ήδη ότι στην ύπαρξη του ταμείου εκφράζεται με έναν τρόπο η υποχρέωση του κράτους ως προς το ασφαλιστικό, μια έμμεση «αναγνώριση» του κοινωνικού του χαρακτήρα. Η πιστοποίηση του δικαιώματος των εργαζομένων, ιδιαίτερα όσων έχουν εισφέρει συγκεκριμένα. Ενα «κεκτημένο» που σαφώς και το υπερασπίζουμε. Γι’ αυτό, λ.χ., είμαστε ενάντια στην ενοποίηση των ταμείων, όχι επειδή είμαστε κατά της ορθολογικής διαχείρισης, αλλά επειδή θεωρούμε πως αυτό που επιδιώκεται είναι η «εξίσωση» προς τα κάτω, με τον περιορισμό κεκτημένων δικαιωμάτων ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων. Γι’ αυτό είμαστε ενάντια στην αντι-μεταρρύθμιση που προωθείται, γι’ αυτό διεκδικούμε την κατάργηση των νόμων Ρέππα και Σιούφα. Οχι γιατί το σύστημα όπως λειτουργούσε εξέφραζε την άποψή μας, αλλά επειδή αυτό που προωθείται είναι πολύ χειρότερο.
Θα μπορούσε να ειπωθεί πως αυτά εντάσσονται σε μια «γραμμή άμυνας», αντίστασης των εργαζομένων στην επίθεση που δέχονται. Αλλά και σε μια τέτοια βάση -αντίστασης- το πρόβλημα δεν απαντιέται με την επικέντρωση του κινήματος στην αναζήτηση του μίτου της Αριάδνης στο λαβύρινθο των διαχειριστικών λογιστικών και νομικών δεδομένων του ασφαλιστικού. Σ’ ένα πεδίο που, όπως ήδη αναφέραμε, είναι προνομιακό για το σύστημα, αλλά στο να κινηθεί στους δικούς του δρόμους και στη βάση των ουσιαστικών διεκδικήσεων. Ας περάσουμε ωστόσο σ’ αυτό.
Η πολιτική διάσταση του ζητήματος
Το ζήτημα, πέρα από το πώς προσδιορίζονται από κάθε πλευρά οι έννοιες των προβλημάτων, έχει και μια σαφή πολιτική διάσταση. Ως προς αυτό έχει σημασία το τι προωθεί η κυβέρνηση και για λογαριασμό του κεφαλαίου. Ποιες δυνάμεις αντιτίθενται, σε ποια βάση, τι διεκδικούν, με ποιον τρόπο και μέχρι πού είναι διατεθειμένες να αντιπαρατεθούν. Πώς θα πρέπει να εκτιμηθεί η στάση αυτών των δυνάμεων. Ποια η γραμμή πάλης. Για το τι προωθεί και πώς η κυβέρνηση έχουμε κιόλας αναφερθεί αναλυτικά και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε. Στις κυβερνητικές επιδιώξεις αντιτίθενται και με τον τρόπο της η καθεμιά ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων (ακόμη και μέσα στη ΝΔ έχουν κάποιοι τις «αντιρρήσεις» τους, όπως βέβαια και στο ΠΑΣΟΚ). Στην πραγματικότητα και στο πλαίσιο αυτών των δυνάμεων λειτουργούν βασικά δυο κατευθύνσεις. Η μια που θεωρεί «αναγκαιότητα» τις «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή την αντιμεταρρύθμιση που υπαγορεύει το κεφάλαιο. Την πολιτική δηλαδή που εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ και συνεχίζει με ακόμα πιο έντονους ρυθμούς η ΝΔ. Από την άλλη μεριά έχουμε απόψεις που κατά βάση υποστηρίζουν τη διαχείριση του υπάρχοντος συστήματος με κάποιες ρυθμίσεις, τροποποιήσεις, διασφαλίσεις. Σ’ αυτή τη βάση αντιτίθενται (με διαφορετικούς βαθμούς έντασης) στα κυβερνητικά μέτρα αλλά και τις ρυθμίσεις που έχουν επιβληθεί από τους νόμους Σιούφα και Ρέππα. Στην πρόταση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Στην αλλαγή υπολογισμού που ωθεί το ύψος των συντάξεων προς τα κάτω. Στην ενοποίηση των ταμείων. Στην «εξίσωση» των γυναικών ως προς το ασφαλιστικό. Στον περιορισμό-κατάργηση των βαρέων και ανθυγιεινών.
Αντιπροτείνουν τη διατήρηση -στην ουσία- των ταμείων ως έχουν και του συστήματος της τριμερούς χρηματοδότησης (εργαζόμενοι, εργοδοσία, κράτος). Την ευθύνη-εγγύηση του κράτους γι’ αυτή τη χρηματοδότηση (είσπραξη εργοδοτικών εισφορών, καταβολή κρατικών οφειλών, χτύπημα εισφοροδιαφυγής, «επιστροφή των κλεμμένων» κ.λπ.). Διατυπώνουν προτάσεις αναζήτησης πρόσθετων πόρων από τη φορολόγηση του κεφαλαίου, περικοπές άλλων δαπανών, την επέκταση της ασφάλισης (και των μεταναστών) κ.ά. Γενικά ρυθμίσεις που κατά τις αντιλήψεις τους εκφράζουν και εγγυώνται τον δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα της ασφάλισης.
Ταυτόχρονα, στην κινδυνολογία της κυβέρνησης περί ελλειμμάτων και κατάρρευσης των ταμείων αντιπαραθέτουν μελέτες και εκτιμήσεις περί της βιωσιμότητάς τους κ.λπ. Στην ίδια λογική αντιπροτείνουν την ορθολογική διαχείριση και αξιοποίηση των αποθεματικών «προς όφελος των εργαζομένων» κ.λπ. Σε σχέση με όλα αυτά, αυτό που βλέπουμε είναι ένα είδος «συνύπαρξης» σωστών θέσεων και διεκδικήσεων με λαθεμένες, ρεφορμιστικές και αποπροσανατολιστικές. Κατ’ αρχάς για την «αποδοχή» της διατήρησης των εργατικών εισφορών: Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι δεν μπορεί να τεθεί σαν άμεσος στόχος η κατάργησή τους, θεωρούμε ότι δεν μπορεί να τίθεται σαν «πρόταση» του κινήματος. Αλλά αυτό που χαρακτηρίζει συνολικά το «σώμα» των ρεφορμιστικών απόψεων είναι ότι μπαίνουν στη λογική των «προτάσεων». Στην πραγματικότητα «συμμετέχουν» άτυπα σ’ ένα «διάλογο» που υποτίθεται απορρίπτουν. Μάλιστα προχωρούν και σε προτάσεις «αξιοποίησης» των αποθεματικών, ενισχύοντας έτσι την «κεφαλαιοποιητική» και «ανταποδοτική» λογική.
Μπαίνουν στη λογική της «αναζήτησης χρηματικών πόρων» (με προτάσεις φορολογίας κ.λπ.) λες και είναι δουλειά του εργατικού κινήματος να υποδείξει στο κεφάλαιο το πώς θα διακανονίσει τους «εσωτερικούς» του λογαριασμούς. Εμπλεκόμενοι -και με τον τρόπο που το κάνουν- στην όλη φιλολογία περί «κρίσης» και «ελλειμμάτων», «εισροών» και «εκροών», συμβάλλουν στη μετατόπιση του προβλήματος από το πεδίο της ταξικής πάλης σε ζήτημα της αρμοδιότητας του τμήματος επίλυσης οικονομικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Πώς θα μπορούσαμε να σταθούμε απέναντι σ’ αυτές τις αντιλήψεις και αυτό που εκφράζουν. Αν μπορούσαμε να διαχωρίσουμε τις σωστές απόψεις και διεκδικήσεις που υπάρχουν μέσα στο σύνολο των θέσεών τους, θα λέγαμε ότι μπορεί κατ’ αρχάς να βρεθεί μια βάση συμπαράταξης και κοινής δράσης. Από την άλλη μεριά, υπάρχει σειρά απόψεων και αντιλήψεων που είναι όχι απλά λαθεμένες και αποπροσανατολιστικές, αλλά και που ανοίγουν «πόρτες» συνδιαλλαγής και συμβιβασμών με το σύστημα.
Η εξέλιξη των πραγμάτων, η πορεία αυτής της αντιπαράθεσης θα συναρτηθεί με μια σειρά παράγοντες. Ως προς αυτές τις δυνάμεις και τη στάση τους, αν ένα μέτρο μάς δίνουν οι θέσεις τους απέναντι στο συγκεκριμένο πρόβλημα, ένα άλλο μπορεί να μας δώσει η γενικότερη ως τα τώρα πολιτική τους γραμμή και στάση απέναντι στα προβλήματα της ταξικής πάλης.
Για τη στάση των άλλων πολιτικών δυνάμεων
Με το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσαμε και να μην ασχοληθούμε. Πρόκειται για κόμμα στην υπηρεσία του συστήματος. Τη δική του πολιτική συνεχίζει η ΝΔ, δικό του υπήρξε το ν/σ Γιαννίτση που αναγκάστηκε να αποσύρει, δικός του στη συνέχεια ο νόμος Ρέππα που επικαλείται και εφαρμόζει η ΝΔ. Αν χρειάζεται μια αναφορά σ’ αυτό, συνδέεται με τον -σε απίστευτο βαθμό γελοιότητας- συναγωνισμό «αριστεροσύνης» ηγετικών του στελεχών. Μόνο που το «υπαρξιακό» πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ δεν αλλάζει στο ελάχιστο τα δομικά στοιχεία ενός κόμματος σταθερά προσανατολισμένου στην υπηρεσία του συστήματος. Σ’ αυτή τη βάση, η αναζήτηση «αριστερών» προσήμων από το ΠΑΣΟΚ έχουν τον ίδιο ακριβώς χαρακτήρα και την ίδια σημασία που έχει η αναζήτηση από μια επιχείρηση του κατάλληλου ντιζάιν για το πλασάρισμα του προϊόντος της στην αγορά. Από κει και πέρα είναι εντελώς άλλο θέμα, και το παίρνουμε σοβαρά υπόψη μας, το πώς θα σταθεί απέναντι στο πρόβλημα ο εργαζόμενος κόσμος που πρόσκειται στο ΠΑΣΟΚ (πράγμα που μ’ έναν τρόπο ισχύει και για τους εργαζόμενους που πρόσκεινται στη ΝΔ).
Ως προς τις άλλες -ρεφορμιστικές- δυνάμεις, ιδιαίτερη σημασία έχει η τάση τους αναζήτησης «ρόλων» στο πλαίσιο του συστήματος. Πιο ανοιχτά στον ΣΥΝ (ΣΥΡΙΖΑ) που διεκδικεί «ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών», πιο συγκαλυμμένα στο ΚΚΕ. Συγκεκριμένη και σοβαρή έκφραση των προηγούμενων, η αποφυγή πραγματικής αντιπαράθεσης με το σύστημα, ιδιαίτερα όταν τέτοιο ζήτημα μπαίνει στην ημερήσια διάταξη όχι σαν ρητορικό σχήμα αλλά σαν πολιτικό ζήτημα που απαιτεί την ανάληψη της αντίστοιχης ευθύνης. Πρόσφατη άλλωστε είναι η επαίσχυντη στάση που κράτησαν απέναντι στο νεολαιίστικο κίνημα και την πολιτική μάχη που αυτό ανέδειξε. Ταυτόχρονα, και η στάση τους απέναντι στο πρόβλημα που έχει τεθεί (το ασφαλιστικό), ο τρόπος που το ιεραρχούν και το αντιμετωπίζουν γεννά πολλά ερωτηματικά ως προς το πώς και μέχρι πού σκοπεύουν να κινηθούν.
Οι γενικότερες αντιλήψεις τους και η στάση τους απέναντι στο κίνημα. Οταν, λ.χ., στην «Αυγή» (11-11-07) και σε σχέση με το ασφαλιστικό προβάλλεται η άποψη του Σ. Ρομπόλη πως «η σύγκρουση γενεών επωάζεται και η επιδείνωσή της θα σημάνει τις κοινωνικές συγκρούσεις του 21ου αιώνα», τότε δεν έχουμε μια άποψη απλώς λαθεμένη ή ρεφορμιστική. Εχουμε την ευθεία όσο και αχρεία προβολή των απόψεων και της λογικής του συστήματος, της «κατανόησης» των προβλημάτων που αυτό αντιμετωπίζει. Την ανάπτυξη ενός «προβληματισμού» ανάλογου με εκείνον που έβρισκε παλιότερα «υπερβολικές» και «συντεχνιακού χαρακτήρα» τις διεκδικήσεις των εργαζομένων. Την επίδειξη ενός «πνεύματος» τόσο «ανοιχτού» ώστε να διατηρεί σε πλήρη «ετοιμότητα» τους διαύλους επικοινωνίας με το σύστημα.
Οσον αφορά το ΚΚΕ και πέρα από το «σώμα» των ρεφορμιστικών απόψεων που το «βαραίνουν», το κρίσιμο εδώ -και όχι άσχετο με τα προηγούμενα- βρίσκεται στη στάση του απέναντι στο κίνημα. Επειδή, πέρα από τις βαρύγδουπες «κομμουνιστικές» ρητορείες και «ταξικές» αναφορές, αυτό για το οποίο αγωνιά η ηγεσία του ΚΚΕ είναι μην τυχόν υπάρξει κίνηση από τα κάτω που δεν θα βρίσκεται υπό τον πλήρη δικό της έλεγχο. Γι’ αυτό και προωθεί μόνο απόλυτα περιχαρακωμένες, ελεγχόμενες «κινητοποιήσεις» και σε συγκεκριμένη «ποσόστωση». Από τη μια για να εκτονώνει ανώδυνα τις διαθέσεις ενός αριστερού κόσμου που κινείται στο πλαίσιο του ΚΚΕ. Από την άλλη, για να δημιουργεί ένα αντιστάθμισμα σε μια στάση παρεμπόδισης της ανάπτυξης ενός πραγματικού μαζικού κινήματος. Ακριβώς γιατί γνωρίζει ότι η ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος και στην κλίμακα που απαιτούν οι συνθήκες θα την έβαζε ξανά μπροστά σε ευθύνες που καμιά διάθεση δεν έχει να τις αναλάβει. Για τους ίδιους λόγους εμφανίζεται μάλιστα ορισμένες φορές το ΚΚΕ ακόμα πιο «συγκρατημένο» και από τον ΣΥΝ, που έχοντας δώσει εδώ και χρόνια επιτυχώς τις εξετάσεις του στο σύστημα, του «επιτρέπεται» και καμιά «αταξία».
Ωστόσο, η στάση αυτών των δυνάμεων δεν θα καθοριστεί μόνο από τις αντιλήψεις που κουβαλάνε και τις διαθέσεις των ηγεσιών τους. Θα εξαρτηθεί από την οξύτητα και το βάθος της επίθεσης του συστήματος. Τα περιθώρια ελιγμών, συμβιβασμών και «συμψηφισμών» που θα τους αφήνει. Μπορούμε μάλιστα από τα τώρα να πούμε ότι, με δεδομένες τις διαθέσεις του συστήματος, αυτά τα περιθώρια είναι πολύ περιορισμένα. Θα καθοριστεί από τις διαθέσεις του κόσμου στον οποίο αναφέρονται, την πίεση που θα ασκεί πάνω τους. Ενός κόσμου οργισμένου, που νιώθει άμεσα πάνω του τις συνέπειες των κυβερνητικών μέτρων. Ενός κόσμου που θα εμφανίζεται όλο και πιο απαιτητικός απέναντι σε πολιτικές ηγεσίες που, υποτίθεται, εκφράζουν και υπερασπίζουν τα συμφέροντά του,
Ο αποφασιστικός παράγοντας, ωστόσο, θα είναι το άνοιγμα εκείνης της διαδικασίας που θα μετατρέπει αυτή την οργή σε κίνηση. Μια διαδικασία που θα πείθει κατ’ αρχάς τον ίδιο τον κόσμο για τις δυνατότητές του. Που θα θέτει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανάπτυξης κινήματος ικανού να προχωρήσει στους στόχους του, διαμορφώνοντας παράλληλα έως και όρους ξεπεράσματος των ρεφορμιστών.
Εδώ βρίσκεται και το πεδίο της δικής μας απεύθυνσης. Στον κόσμο που υφίσταται τις συνέπειες της επίθεσης, που αγωνιά, αγανακτεί, που αναζητάει δρόμους για να εκφράσει την οργή, τις αγωνιστικές του διαθέσεις, να προωθήσει τις διεκδικήσεις του. Αυτό ορίζει την κατεύθυνση στην οποία σκοπεύουμε να κινηθούμε.
Πριν περάσουμε σ’ αυτό θα θέλαμε να αναφερθούμε και στις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, το «χώρο», όπως αναφέρεται συνήθως. Το πρώτο που θα θέλαμε να διευκρινίσουμε εδώ είναι πως αυτό το «χώρο» δεν τον θεωρούμε καθόλου ενιαίο από ιδεολογική και πολιτική άποψη. Στο πλαίσιό του κινούνται δυνάμεις που ήδη έχουν ενσωματωθεί πολιτικά και σε καθοριστικό βαθμό στον ρεφορμιστικό «κορμό». Αλλες που χαρακτηρίζονται από μια ισχυρή ροπή προς την ίδια κατεύθυνση.
Αλλά και εκείνες που λειτουργούν σε πιο «αυτόνομη» βάση εμφανίζονται ευάλωτες στην επίδραση ρεφορμιστικών απόψεων και την τάση καλλιέργειας ανάλογων αυταπατών. Τη σύγχυση, απόρροια της εξάρτησής τους από ιδεοληψίες, συνδυασμένη με έναν ενδημικό υποκειμενισμό. Παρ” όλα αυτά, είναι ο χώρος που εμφανίζει τη μεγαλύτερη κινητικότητα. Που στο πλαίσιό του κινείται ένας κόσμος με αγωνιστικές διαθέσεις και που η δυνατότητα ενεργοποίησής του δεν εξαρτάται από τους υπολογισμούς και τις μανούβρες των ρεφορμιστών. Ενα πεδίο που εμπεριέχει κατ’ αρχάς τους όρους ανάπτυξης πρωτοβουλιών έστω μιας ορισμένης κλίμακας, αλλά ικανής τουλάχιστον να «ανοίξει» το ζήτημα. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η κατανόηση της ουσίας του προβλήματος που έχει τεθεί, των διαστάσεων που αυτό έχει, των αναγκαιοτήτων που υπαγορεύει.
Στόχοι και γραμμή πάλης
Στη βάση όλων αυτών των δεδομένων οφείλουμε να κινηθούμε. Με πλήρη συνείδηση ότι το ασφαλιστικό αποτελεί ζήτημα καίριας σημασίας, που αφορά τα ζωτικά προβλήματα του εργαζόμενου λαού. Πως τα μέτρα που προωθεί το σύστημα δεν καταργούν μόνο τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά και συν-διαμορφώνουν συνολικά αρνητικούς συσχετισμούς σε βάρος των λαϊκών μαζών.
Με συνείδηση ότι οι διαστάσεις του προβλήματος και της αναμέτρησης που εξελίσσεται είναι τέτοιες που προϋποθέτουν την ενεργό συμμετοχή, αντίσταση και πάλη ευρύτερων λαϊκών μαζών για την αντιμετώπιση της επίθεσης που δέχονται.
Με επίγνωση ότι οι δυνάμεις του ρεφορμισμού θα «κινηθούν» (αν, όσο και όπως) μόνο στο βαθμό και σε συνάρτηση με την πίεση που θα δεχθούν «από τα κάτω», από τον δικό τους εργαζόμενο κόσμο, τις διαθέσεις που θα εκδηλώσουν οι ευρύτερες λαϊκές μάζες, τις αντιστάσεις που θα αναπτυχθούν. Εχοντας ξεκαθαρισμένο ότι η κοινή δράση των δυνάμεων που θέλουν και διατίθενται να αγωνιστούν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ενεργοποίηση των διαθέσεων του κόσμου, για το άνοιγμα του δρόμου για τη συνολική ανάπτυξη της λαϊκής αντίστασης και πάλης.
Κρίσιμη και αποφασιστική σημασία έχει η στήριξη αυτού του αγώνα στις πραγματικές αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν το ζήτημα που αντιμετωπίζουμε, στα πραγματικά προβλήματα που αφορούν και απασχολούν τον κόσμο της δουλειάς. Η διαμόρφωση, ανάδειξη και προώθηση εκείνων των στόχων και διεκδικήσεων αυτών των προβλημάτων και αντιθέσεων. Εκείνα που ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους θα μπορούν να γίνονται κατανοητά, να αγκαλιάζονται από τον κόσμο, να ενεργοποιούν τις αγωνιστικές του διαθέσεις.
Τα πρόσφατα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση «διευκολύνουν» από μια άποψη αυτό το ξεκαθάρισμα, αναδεικνύοντας τους πραγματικούς στόχους του συστήματος, πλήττοντας συγκεκριμένες κατακτήσεις και συμφέροντα του εργαζόμενου λαού. Πιο συγκεκριμένα, θέση οδηγός είναι η άποψη πως το δικαίωμα στην ασφάλιση είναι ένα αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα των εργαζομένων που απορρέει από τη θέση και το ρόλο τους στην παραγωγική διαδικασία, τη συμβολή τους στο σχηματισμό του συνολικού πλούτου της κοινωνίας, τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής. Αυτή η άποψη ορίζει τον άξονα κίνησής μας και ανεξάρτητα από το αν στη φάση αυτή μπορούμε να την υλοποιήσουμε ολοκληρωμένα και με τον τρόπο που συνολικά την αντιλαμβανόμαστε.
Αποφασιστικής σημασίας θεωρούμε την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του ασφαλιστικού δικαιώματος, την πλήρη κατοχύρωση της ευθύνης του κράτους απέναντι σ’ αυτό.
Κρίσιμα ζητήματα που ορίζουν το πραγματικό σήμερα πεδίο αντιπαράθεσης θεωρούμε:
Τη συνολική απόρριψη των μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση.
Τη διεκδίκηση της κατάργησης των νόμων Σιούφα και Ρέππα.
Την αδιαπραγμάτευτη εναντίωση σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.
Την εναντίωση σε κάθε ρύθμιση που θα οδηγεί σε μείωση συντάξεων.
Την εναντίωση στον αποχαρακτηρισμό επαγγελμάτων που θεωρούνται βαρέα και ανθυγιεινά.
Την εναντίωση στην υποτιθέμενη εξίσωση των γυναικών καθώς καταργεί κατακτημένα δικαιώματα.
Την απόρριψη της ενοποίησης των ταμείων, καθώς χρησιμοποιείται σαν όχημα για τη μείωση των συντάξεων και παράταση των ορίων ηλικίας.
Την εναντίωση στη μετακύλιση του κόστους περίθαλψης και υγείας στους εργαζόμενους και την παράδοση του τομέα υγείας στα όρνεα του κεφαλαίου.
Οφείλουμε να κινηθούμε ενεργητικά στην κατεύθυνση της διάδοσης, προπαγάνδισης αυτών των απόψεων, της διαφώτισης των ανθρώπων της δουλειάς ως προς το τι συντελείται σε βάρος τους.
Την οικοδόμηση εστιών αντίστασης παντού, σε τόπους δουλειάς, σε σωματεία και συνδικάτα, σε γειτονιές και οπουδήποτε ζουν και εργάζονται οι άνθρωποι του μόχθου.
Τη δημιουργία επιτροπών αντίστασης και πάλης μέσα από την κοινή δράση όποιων δυνάμεων και αγωνιστών διατίθενται να κινηθούν σε μια τέτοια κατεύθυνση.
Με αποφασιστικότητα, επιμονή και με ακλόνητη την πεποίθηση ότι ο εργαζόμενος λαός και θέλει και μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια της κυβέρνησης, να αντικρούσει τη νέα επιδρομή του κεφαλαίου, να ανοίξει δρόμους για την προώθηση των ευρύτερων στόχων του.

φ.586, 1/12/07 - http://www.kkeml.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: