ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ!
Αριστερό blog για τα κινήματα στις γειτονιές (και όχι μόνο!)

Για επικοινωνία: antigeitonies@gmail.com

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

ΙΡΑΝ - Δεύτερος κύκλος αντιπαράθεσης

Όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των μερίδων της φεουδαρχικοαστικής ελίτ

Το τέλος του 2009 μάς επιφύλαξε μια αναζωπύρωση της ενδοϊρανικής διαμάχης, που ξετυλίχθηκε κατά το τριήμερο μνημόσυνο (21-23 Δεκεμβρίου) του μεγάλου αγιατολάχ Χοσεΐν Αλί Μονταζερί, κλιμακώθηκε την επόμενη εβδομάδα που συνέπιπτε με την αρχή (Σάββατο 30 Δεκεμβρίου) της κορυφαίας σιϊτικής γιορτής της Ασούρα, αντιμετωπίστηκε με καταστολή αλλά και με αντιδιαδηλώσεις -αρκετά μαζικότερες από αυτές της αντιπολίτευσης- υποστηρικτών του καθεστώτος, για να έχουμε από τότε μια ανάπαυλα που όμως μόνο ήρεμη συνέχεια δεν προοιωνίζει.

Με αφορμή λοιπόν το θάνατο, το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου, του Μονταζερί -ενός από τους «πνευματικούς πατέρες» της ιρανικής επανάστασης του 1979, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια από το καθεστώς από το 1989- ξεκίνησε ο δεύτερος και πιο διευρυμένος γύρος κινητοποιήσεων της αντιπολίτευσης στο Ιράν. Ο πρώτος είχε ξεκινήσει έξι μήνες πριν, μετά τις προεδρικές εκλογές της 12ης Ιουνίου, με καταγγελίες της αντιπολίτευσης και του υποψηφίου της, Μουσαβί, για εκτεταμένη νοθεία που συνόδευσε την επανεκλογή του Αχμαντινετζάντ. Καταγγελίες που δεν μπορούσαν, ακόμα και αν ίσχυαν, να ανατρέψουν τους υπέρ του Αχμαντινετζάντ εκλογικούς συσχετισμούς. Και στις διαδηλώσεις του Ιουνίου και στις πρόσφατες, αν είναι από τη μια φανερό πως εκφράστηκε η αγανάκτηση τμημάτων του λαού για την ακολουθούμενη πολιτική, είναι από την άλλη επίσης φανερό πως οι λαϊκές αντιδράσεις εξακολουθούν να εγκλωβίζονται μέσα στα πλαίσια της διαμάχης του ιρανικού κατεστημένου. Κι αυτό είναι σαφές αποτέλεσμα του επιπέδου συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων και της άσχημης κατάστασης της αριστεράς στο Ιράν.

Καινούριο στοιχείο του δεύτερου κύκλου κινητοποιήσεων αποτελεί το γεγονός πως στο στόχαστρο δεν έμπαινε το εκλογικό αποτέλεσμα και ο Αχμαντινετζάντ αλλά και ο «πνευματικός ηγέτης» του ιρανικού καθεστώτος Αλί Χοσεϊνί Χαμεϊνί, ανεβάζοντας σε υψηλότερα επίπεδα την αντιπαράθεση. Μάλιστα η αντιπολίτευση επιχείρησε το συμβολικό συσχετισμό της γιορτής της Ασούρα -που γιορτάζεται ως ημέρα μαρτυρικής μνήμης και θρήνου για το χαμό του ιμάμη Χουσεΐν Ιμπν Αλί, εγγονού του προφήτη Μωάμεθ- με τη συμπεριφορά της κυβέρνησης και αυτών που κυριαρχούν στο ανώτατο ιερατείο της χώρας. Από την πλευρά της η κυβέρνηση -και ειδικά ο Αχμαντινετζάντ- χαρακτήρισε τις διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης «μασκαράτα» και «αμερικανο-σιωνιστικό σενάριο» και συνέχισε τις ειδικές αναφορές στο ρόλο της Δύσης και ιδιαίτερα στο ρόλο των ΗΠΑ και της Αγγλίας.

Η στάση των ιμπεριαλιστών

Οι ΗΠΑ έκαναν ένα βήμα μπροστά, καταγγέλλοντας την «άδικη καταστολή των πολιτών», ενώ ο Ομπάμα έστειλε μήνυμα αλληλεγγύης στους διαδηλωτές, χωρίς ωστόσο οι ΗΠΑ να μεταβάλλουν ριζικά την προσεκτική στάση που κράτησαν στην προ εξαμήνου ανάλογη κρίση. Έχουμε αναφέρει ξανά πως μια ανοιχτή και άλλου επιπέδου στήριξη της αντιπολίτευσης από πλευράς ΗΠΑ θα ήταν βούτυρο στο ψωμί του Αχμαντινετζάντ και αυτό ασχέτως του αν οι κατηγορίες που αυτός εκτοξεύει προς την αντιπολίτευση αληθεύουν ολοκληρωτικά, μερικά ή καθόλου. Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ έχουν εντείνει τις πιέσεις όσον αφορά το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, θέλοντας έτσι να οξύνουν τις αντιθέσεις των κυρίαρχων μερίδων του καθεστώτος. Ενώ ιδιαίτερα κρίσιμης σημασίας μπορεί να αποδειχθεί στο άμεσο μέλλον η ανακίνηση και υποδαύλιση από τις ΗΠΑ αποσχιστικών τάσεων από τις μειονότητες της ιρανικής επικράτειας που αποτελούν το 44% του συνολικού πληθυσμού. Είτε για να επιταχυνθούν οι εξελίξεις στο εσωτερικό του καθεστώτος είτε σαν δεύτερο χαρτί αποδυνάμωσης πια συνολικά του Ιράν, εάν οι εξελίξεις δεν οδηγήσουν στα επιθυμητά για τις ΗΠΑ αποτελέσματα. Από αυτές (τις μειονότητες) όπως έγραψαν και οι New York Times η αμερικανική κυβέρνηση στηρίζει τα αυτονομιστικά κινήματα των Κούρδων και των Βαλούχων. Από την άλλη, οι Άραβες του Κουζεστάν ζουν σε μια περιοχή με μεγάλη αξία για το Ιράν (η περιοχή τους δίνει το 80% των εισοδημάτων από το αργό πετρέλαιο) ενώ και η μειονότητα των Αζέρων (το 1/4 του συνολικού πληθυσμού) μπορεί να αποτελέσει δυνητικά ισχυρό παράγοντα αποσταθεροποίησης.

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις -και κυρίως η Αγγλία και η Γαλλία- υπερασπίζονται πιο ανοιχτά την αντιπολίτευση, γνωρίζοντας πως μέρος της αντιπολίτευσης προσδοκά την πλήρη αποκατάσταση μεταξύ Ιράν και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέλος, από την πλευρά τόσο της Ρωσίας όσο και τις Κίνας, παρά τις σχετικές αποχρώσεις, επιμένουν στη βασική ρότα στήριξης της πλευράς Αχμαντινετζάντ ενώ, όπου μπορούν (κατά βάση η Ρωσία) και στη βάση των δικών τους εκτιμήσεων, πιέζουν την ιρανική ηγεσία να προχωρήσει σε κάποιους δυνατούς συμβιβασμούς στο θέμα των πυρηνικών.

Για το χαρακτήρα της σύγκρουσης, τις διεθνείς και εσωτερικές του πλευρές

Η δεύτερη πολιτική κρίση στο Ιράν έδωσε την ευκαιρία, μέσω των αντιθέσεων που έχουν αναπτυχθεί, να αναδυθούν ακόμα περισσότερα στοιχεία για τη φύση και το χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και να αναδειχθούν δύο κύρια στοιχεία. Να επιβεβαιωθούν οι διαφορετικές αλλά και εφαπτόμενες, σε ορισμένα σημεία, προοπτικές όσον αφορά το πώς βλέπουν οι αντιπαρατιθέμενες δυνάμεις την ενίσχυση της παρουσίας του Ιράν σαν περιφερειακή δύναμη στην περιοχή αλλά και όσον αφορά τη θέση της στο κόσμο. Να αποσαφηνιστούν ακόμη περισσότερο οι μερίδες των κοινωνικών αλλά και πολιτικών δυνάμεων που αντιπαρατίθενται, με ποιο στόχο, ποια επίδικα και μέσα από ποια διαδικασία. Πέρα από απλουστευμένα σχήματα που είτε χρησιμοποιεί η δυτική προπαγάνδα («σκληροπυρηνικοί» και «μετριοπαθείς», «καθεστωτικοί» και αντικαθεστωτικοί») είτε χρησιμοποιεί η κυβερνητική πλειοψηφία («πατριώτες» και «προδότες»).

Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο και από τα μέχρι τώρα δεδομένα, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης δεν στοχεύουν στη παράδοση του Ιράν στο δυτικό ιμπεριαλισμό και τη μετατροπή του σε «μπανανία», όπως με ευκολία έχει γραφτεί. Άλλης τάξης ζήτημα είναι το γεγονός πως σίγουρα δεν καλύπτονται από την απομόνωση του Ιράν από τη Δύση και κύρια από τις ΗΠΑ και το πιο πιθανό είναι πως προσανατολίζονται σε έναν εκ νέου -και αυτό δεν αφορά μόνο το Ιράν αλλά και τους δυτικούς- επαναπροσδιορισμό των σχέσεών τους με ανταλλάγματα εκατέρωθεν. Γι’ αυτό και ο «μεταρρυθμιστής» Χαταμί, πρώην πρόεδρος του Ιράν (1997-2005), διατύπωσε από το 2001 ως πολιτική πλατφόρμα τον Διάλογο των Πολιτισμών και υποστήριξε τη σύσφιξη σχέσεων με την ΕΕ αλλά και με τις ασιατικές χώρες. Η άλλη ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης, ο Ραφσαντζανί, που διετέλεσε και αυτός πρόεδρος του Ιράν (1989-1997), θέλει να χαραχθεί μια πολιτική στις διεθνείς σχέσεις που δεν θα φέρνει σε σύγκρουση το Ιράν με τη Δύση και τις ΗΠΑ. Πρόκειται, δηλαδή, για τμήματα του κατεστημένου που εκτιμούν πως είναι αδιέξοδη η συνεχιζόμενη δυτική «απομόνωση» του Ιράν και πως μια άλλη πολιτική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων -«πολυπολική» θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε-, θα βοηθήσει στην επίτευξη των περιφερειακών φιλοδοξιών του Ιράν αλλά και θα αντεπιδράσει στην εσωτερική προοπτική μετασχηματισμού της σημερινής φεουδαρχικοαστικής ελίτ σε μια καθαρόαιμη αστική τάξη. Ιστορικά μάλιστα, και παρά την πολύπλευρη ανάπτυξη σχέσεων με τη Ρωσία, οι δύο αυτές χώρες έχουν ανταγωνιστικά γεωπολιτικά συμφέροντα στην περιοχή. Έτσι, αυτή η μονόπλευρη ανάπτυξη σχέσεων με τη Ρωσία (στην οποία έχει προστεθεί και η Κίνα) πιθανά να έχει εγείρει στους κόλπους της ελίτ μια σειρά ερωτήματα για τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητά της αλλά και για το ισοζύγιο «κερδών»-«ζημιών» του Ιράν.

Όσον αφορά την εσωτερική διάσταση της διαπάλης ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν πως πρόκειται για τις ωδίνες μετασχηματισμού της τωρινής ελίτ σε πλήρη αστική τάξη. Και είναι κεφαλαιώδες ζήτημα το ποιες μερίδες της σημερινής άρχουσας τάξης, σε αυτή τη διαδικασία και μέσα από αυτήν, θα έχουν το πάνω χέρι στις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. Σ’ αυτό το πεδίο ο πόλεμος είναι ανελέητος, είτε βγαίνει στην επιφάνεια είτε ακολουθεί υπόγειες διαδρομές, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα της εργαζόμενης πλειοψηφίας που είναι στριμωγμένη στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

Στις προηγούμενες δεκαετίες, μετά την ιρανική επανάσταση και ειδικά μετά τη λήξη του πολέμου με το Ιράκ, αναδύθηκαν και θέριεψαν κυρίως μέσα από τον ιδιωτικό τομέα αστικές και μεγαλοαστικές κοινωνικές δυνάμεις με αναφορές -που ολοένα και πλήθαιναν- στην ελεύθερη αγορά, στην ανάγκη εκσυγχρονισμού του καθεστώτος, που γι’ αυτές συνδυάζονταν με μια πολιτική προσέλκυσης ξένων επενδύσεων (κάτι που στερούσε η απομόνωση από τη Δύση) και σκληρών αντιλαϊκών μέτρων, μονεταριστικού χαρακτήρα. Πίσω από αυτές τις δυνάμεις, που εκπροσωπεί η αντιπολίτευση, στοιχήθηκε, σε όλες τις τελευταίες αντιπαραθέσεις, το πιο μεγάλο τμήμα της μεσαίας τάξης, θεωρώντας πως η απόκτηση ρόλου στα πράγματα συμβαδίζει με μια «φιλελευθεροποίηση»- εκσυγχρονισμό με πιο γρήγορους ρυθμούς και πιο κοντά στα δυτικά πρότυπα του υπάρχοντος καθεστώτος. Ας σημειωθεί πως σε αντίθεση με αρκετά από τα αντιδραστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής, το Ιράν διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη μεσαία και ανώτερη τάξη ενώ έχει διευρυνθεί και αυτό που θα αποκαλούσαμε διανόηση. Και αυτή (η διανόηση) αλλά και ένα σημαντικό τμήμα της φοιτητικής νεολαίας εξέφρασαν την αντίθεσή τους στο αντιλαϊκό κατεστημένο, τοποθετούμενοι όμως πίσω από την «εκσυγχρονιστική» πτέρυγά του.

Στην ίδια περίοδο με αυτή που προσδιορίσαμε πιο πριν και στη βάση του αυξημένου ρόλου στα πολιτικά πράγματα, άρχισε ο μετασχηματισμός τμημάτων της άρχουσας τάξης που είχαν σαφείς φεουδαρχικές καταβολές και χρησιμοποιούσαν τις μορφές-θεσμούς του κράτους και της θρησκείας, σε αστικά. Με όχημα το κρατικό μηχανισμό και με το κύρος του ιερατείου αναπτύχθηκαν δυνάμεις που τα συμφέροντά τους συγκρούονταν με τις μερίδες της ελίτ που αναπτύσσονταν στον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα οι Φρουροί της Επανάστασης, από παραστρατιωτικό σώμα, μετεξελίχθηκε σε ένα είδος οχήματος απ’ όπου δυνάμεις του φεουδαρχικού τμήματος της ελίτ αποκτούσαν επιχειρήσεις και μετατρέπονταν σε καπιταλιστές. Αν και οι αναγωγές είναι παρακινδυνευμένες σε τέτοιες περιπτώσεις, θα λέγαμε πως δημιουργήθηκε ένα είδος παραστρατιωτικο-επιχειρηματικού κατεστημένου σε αναλογία με τον επιχειρηματικό ρόλο που έχει το στρατιωτικό κατεστημένο στη Τουρκία. Έτσι, μέσα από ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων αλλά και επικαλούμενη ζητήματα εθνικής ασφαλείας, η πλευρά αυτή του κατεστημένου παραχώρησε σημαντικά τμήματα του δημόσιου πλούτου σε επιχειρηματίες που είχαν άμεση σχέση με την δικιά της συγκρότηση σαν ιδιαίτερου τμήματος της άρχουσας τάξης. Οι Φρουροί της Επανάστασης εκτιμάται ότι σήμερα ελέγχουν το 30% της οικονομίας της χώρας ενώ άλλες πηγές αναφέρουν πως επί Αχμαντινετζάντ έχουν φτάσει να ελέγχουν το 60% του ΑΕΠ της χώρας. Και αυτό μέσα από ένα δαιδαλώδες πλέγμα επιχειρήσεων που περιλαμβάνει από κλινικές και ιδιωτικά νοσοκομεία μέχρι τμήματα της πολεμικής βιομηχανίας, τράπεζες, εταιρείες φυσικού αερίου και πετρελαίου. Πρόσφατα, μέσω μιας επιχείρησης που ελέγχουν, οι Φρουροί εξαγόρασαν το 51% της εθνικής εταιρείας τηλεπικοινωνιών και ανέλαβαν (μέσω του τμήματος Μηχανικού που διαθέτουν) συμβόλαιο 2,5 δις δολαρίων για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνδέει το νοτιοανατολικό λιμάνι του Σαμπαχάρ με το υπόλοιπο σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας. Το τμήμα μηχανικού των Πασνταράν (δηλαδή των Φρουρών της Επανάστασης) έχει αναλάβει και την επέκταση του κεντρικού αεροδρομίου της Τεχεράνης. Ταυτόχρονα και χωρίς να είναι λιγότερο αντιλαϊκοί από τους αντιπάλους τους (εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, απολύσεις εργαζομένων, ανεργία κ.λπ.), το τμήμα αυτό του κατεστημένου, μέσω των χρημάτων που προσκόμιζαν οι εθνικές εταιρείες πετρελαίου, προχώρησε σε μια πολιτική δημιουργίας συσσιτίων προς το φτωχό αγροτικό πληθυσμό της χώρας. Γεγονός που μεγάλωσε την επιρροή του στα φτωχά λαϊκά στρώματα της υπαίθρου της ιρανικής επικράτειας και έδωσε έναν τόνο φιλολαϊκότητας στην κυβέρνηση. Κίνηση που μεγάλωσε και την καχυποψία αυτών των στρωμάτων απέναντι στον εξαγγελόμενο από την αντιπολίτευση εκσυγχρονισμό, που νιώθουν ότι θα υποβαθμίσει παραπέρα το ήδη άσχημο βιοτικό τους επίπεδο.

Σε όλα αυτά έρχονται το τελευταίο διάστημα να προστεθούν και οι συνέπειες της κρίσης, που φαίνεται να αφήνει τα πρώτα ισχυρά αποτυπώματά της στη χώρα (κλεισίματα επιχειρήσεων, αύξηση απολύσεων). Κάτι που περιπλέκει και οξύνει και τις αντιθέσεις στους κόλπους της φεουδαρχικοαστικής ελίτ και αυξάνει την τάση αναζήτησης καλύτερων προσδιορισμών όσον αφορά το είδος της πολιτικής που ασκεί το Ιράν στην περιοχή και τη σχέση του με τους ιμπεριαλιστές.

Από τα προηγούμενα είναι φανερό πως οι εξελίξεις στο Ιράν θα επηρεάσουν το σύνολο της περιοχής αλλά και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, μιας και αποτελούν έναν κρίσιμο περιφερειακό παράγοντα (ο γνωστός Μπρεζίνσκι αναφέρει το Ιράν και σαν γεωπολιτικό περιφερειακό παίκτη και σαν γεωπολιτικό άξονα). Θα επανέλθουμε σίγουρα…

Από Προλεταριακή Σημαία 633 16/1/10

0 ΕΣΥ ΤΙ ΛΕΣ;: